|
Η ανάλυση έδειξε ότι
«η έναρξη ενός κύκλου
αυξήσεων επιτοκίων από
τη
Fed
έχει ιστορικά
σηματοδοτήσει ένα σαφές
σημείο καμπής στην
ηγεσία των μετοχών».
Κατά τους τρεις μήνες
που προηγούνται της
πρώτης αύξησης, ο
S&P
500
κατέγραψε διάμεση άνοδο
2,2%,
ενώ οι μετοχές μικρής
κεφαλαιοποίησης
κινήθηκαν περίπου
σταθεροποιητικά. Οι
κλάδοι της
Ενέργειας
και των
Βιομηχανικών
ηγήθηκαν της αγοράς
ενόψει των αυξήσεων,
καταγράφοντας και οι δύο
διάμεσες αποδόσεις άνω
του
7,5%,
ενώ ο κλάδος των
Υπηρεσιών Επικοινωνίας (Communication
Services)
υποχώρησε περίπου
2%.
Μόλις όμως ξεκίνησε η
σύσφιξη της νομισματικής
πολιτικής, το μοτίβο
αντιστράφηκε.
Οι μετοχές μικρής
κεφαλαιοποίησης
εμφάνισαν σημαντικά
χειρότερη επίδοση από
τις μετοχές μεγάλης
κεφαλαιοποίησης. Ο
Russell
2000
κατέγραψε διάμεση
απώλεια
7,2%
κατά το τρίμηνο που
ακολούθησε την πρώτη
αύξηση επιτοκίων, έναντι
απώλειας
3,9%
για τον S&P
500.
Μεταξύ των κλάδων, οι
Χρηματοοικονομικές
μετοχές κατέγραψαν τη
χειρότερη επίδοση, με
διάμεση απόδοση
-8,4%,
ακολουθούμενες από
παραδοσιακά αμυντικούς
κλάδους, όπως η
Υγεία,
οι
Υπηρεσίες Κοινής
Ωφέλειας
και τα
Βασικά Καταναλωτικά
Αγαθά.
Η
Ενέργεια
ήταν ο μοναδικός κλάδος
που κατέγραψε θετική
απόδοση, με οριακή άνοδο
0,3%.
Η Barclays
αποδίδει την αδυναμία
των χρηματοοικονομικών
μετοχών στις
αυστηρότερες
χρηματοπιστωτικές
συνθήκες
και στην
επιπέδωση των καμπυλών
αποδόσεων,
οι οποίες πιέζουν τα
περιθώρια κέρδους των
τραπεζών από τη χορήγηση
δανείων. Οι αμυντικοί
κλάδοι, από την άλλη
πλευρά, υπέστησαν
υποχώρηση των
αποτιμήσεών τους (valuation
de-rating),
καθώς η Fed
σηματοδοτούσε ότι η
οικονομία ήταν αρκετά
ισχυρή ώστε να
δικαιολογεί αύξηση των
επιτοκίων.
Value έναντι
Growth
Σε ό,τι αφορά τους
επενδυτικούς παράγοντες,
η Barclays
σημειώνει ότι οι μετοχές
Value
έχουν «γενικά αποδώσει
καλύτερα από τις
Growth»,
ιδιαίτερα μεταξύ των
εταιρειών μικρής
κεφαλαιοποίησης.
Μεταξύ των εταιρειών
μεγάλης κεφαλαιοποίησης,
οι μετοχές Growth
υποαπέδωσαν έναντι των
Value
κατά τα δύο τρίμηνα που
ακολούθησαν την πρώτη
αύξηση επιτοκίων. Η
στροφή αυτή ήταν
ακόμη πιο έντονη στις
μετοχές μικρής
κεφαλαιοποίησης,
όπου οι Growth
μετοχές υστερούν
σημαντικά έναντι των
Value
ήδη κατά τους δύο
πρώτους μήνες του κύκλου
αυξήσεων.
Ο παράγοντας
Momentum
τείνει να υπεραποδίδει
πριν από την πρώτη
αύξηση επιτοκίων, αλλά
στη συνέχεια η επίδοσή
του περιορίζεται σε μια
περισσότερο πλάγια
κίνηση.
Παράλληλα, ο παράγοντας
Fama-French
small-over-large,
ο οποίος αποτυπώνει την
υπεραπόδοση των μικρών
έναντι των μεγάλων
εταιρειών, εξασθενεί για
περίπου
δύο μήνες μετά την
αύξηση των επιτοκίων,
προτού ακολουθήσει μια
πιο σταθερή ανάκαμψη.
|