|
Μεγάλη μεταβλητότητα στο
πετρέλαιο χωρίς πανικό
στις μετοχές
Οι αγορές ενέργειας
έχουν περάσει από
έντονες διακυμάνσεις τις
τελευταίες ημέρες. Οι
τιμές του πετρελαίου
εκτινάχθηκαν μετά τις
επιθέσεις των
Ηνωμένες Πολιτείες
και του
Ισραήλ κατά του
Ιράν πριν από περίπου
δώδεκα ημέρες. Αρχικά η
αντίδραση της αγοράς
ήταν σχετικά ομαλή, όμως
η μεταβλητότητα αυξήθηκε
σημαντικά όταν οι αγορές
άνοιξαν εκ νέου το βράδυ
της Κυριακής, μετά από
περαιτέρω κλιμάκωση της
έντασης το
Σαββατοκύριακο.
Μέχρι το πρωί της
Δευτέρας οι τιμές του
πετρελαίου είχαν
εκτοξευθεί σχεδόν κατά
30%, σημειώνοντας τη
μεγαλύτερη μεταβολή από
την περίοδο της
πανδημίας
COVID‑19.
Ωστόσο, η συζήτηση στο
πλαίσιο της
G7
για πιθανή απελευθέρωση
στρατηγικών αποθεμάτων
πετρελαίου συνέβαλε στην
αποκλιμάκωση της έντασης
στις αγορές. Στη
συνέχεια, δηλώσεις του
Τραμπ που άφηναν να
εννοηθεί ότι ο πόλεμος
στο Ιράν θα έχει
περιορισμένη διάρκεια,
καθώς και κινήσεις για
τη διασφάλιση της
ναυσιπλοΐας στα
Στενά του Ορμούζ,
οδήγησαν σε απότομη
πτώση των τιμών.
Σήμερα το πετρέλαιο έχει
υποχωρήσει περίπου 28%
από τα ενδοημερήσια
υψηλά της Δευτέρας.
Κατά την Barclays,
αυτή η εξέλιξη ενισχύει
την εκτίμηση ότι ο Τραμπ
δεν θα ανεχθεί ένα
παρατεταμένο ενεργειακό
σοκ, κάτι που
αντανακλάται και στη
μέχρι στιγμής
συγκρατημένη αντίδραση
των χρηματιστηρίων.
Οι αγορές αποτιμούν
μικρή πιθανότητα
ενεργειακής κρίσης
Παρότι στο παρασκήνιο τα
ασφάλιστρα κινδύνου
έχουν αυξηθεί, αυτό
αφορά κυρίως ενεργειακά
ευάλωτες περιοχές της
Ευρώπης και των
αναδυόμενων αγορών.
Αντίθετα, οι ΗΠΑ έχουν
εμφανίσει μεγαλύτερη
ανθεκτικότητα.
Ορισμένες από τις
απώλειες έχουν ήδη
αρχίσει να
αντιστρέφονται, καθώς οι
επενδυτές ελπίζουν ότι η
τιμή του πετρελαίου θα
επιστρέψει σύντομα στα
επίπεδα πριν από τη
σύγκρουση.
Η Barclays
ανέλυσε οκτώ μεγάλα
επεισόδια πετρελαϊκών
κρίσεων από τη δεκαετία
του 1970 και διαπίστωσε
ότι οι μετοχές συνήθως
φτάνουν στο χαμηλότερο
σημείο τους και
ανακάμπτουν μόνο αφού
κορυφωθούν οι τιμές του
πετρελαίου.
Σε αυτές τις περιπτώσεις
τόσο οι παγκόσμιες όσο
και οι ευρωπαϊκές
μετοχές κατέγραφαν συχνά
διψήφιες απώλειες, με
τις ευρωπαϊκές να
υποχωρούν ελαφρώς
περισσότερο λόγω της
μεγαλύτερης ενεργειακής
εξάρτησης της Ευρώπης.
Στους επόμενους δώδεκα
μήνες οι αγορές συνήθως
ανέκαμπταν και κάλυπταν
τις απώλειες, αν και η
πιθανότητα επιτυχίας
αυτού του σεναρίου ήταν
περίπου 50%.
Με δεδομένο ότι οι
παγκόσμιες μετοχές έχουν
υποχωρήσει μόλις περίπου
3% από τα πρόσφατα υψηλά
τους, η Barclays
εκτιμά ότι οι επενδυτές
αποτιμούν μόλις 25%
πιθανότητα η άνοδος του
πετρελαίου να εξελιχθεί
σε πλήρη ενεργειακή
κρίση.
Πώς επηρεάζουν τα
ενεργειακά σοκ την
οικονομία
Σε προηγούμενα επεισόδια
ενεργειακών κρίσεων,
δείκτες οικονομικής
δραστηριότητας όπως ο
ISM
Manufacturing
Index
υποχωρούσαν από επίπεδα
ανάπτυξης (πάνω από 50
μονάδες) σε ζώνη
συρρίκνωσης μέσα σε δύο
τρίμηνα.
Η αύξηση των τιμών του
πετρελαίου οδηγούσε
επίσης σε απότομη άνοδο
του πληθωρισμού, η οποία
συνήθως άρχιζε να
υποχωρεί μετά από ένα
τρίμηνο. Σε αρκετές
περιπτώσεις η πίεση στην
ανάπτυξη κατέληγε σε
ύφεση, κυρίως πριν από
τη δεκαετία του 2000,
όταν οι οικονομίες ήταν
πιο εξαρτημένες από το
πετρέλαιο.
Προς το παρόν, οι αγορές
αποτιμούν πιθανότητα
ύφεσης περίπου 29% έως
το τέλος του έτους,
ποσοστό που δεν είναι
πολύ υψηλότερο από τα
επίπεδα πριν από την
πρόσφατη σύγκρουση.
Τι δείχνει το παράδειγμα
της ενεργειακής κρίσης
του 2022
Για την Ευρώπη, η
ενεργειακή κρίση που
προκλήθηκε από τον
πόλεμο στην
Ουκρανία αποτελεί
το πιο κοντινό
παράδειγμα ενός τέτοιου
σοκ.
Τότε οι δείκτες
PMI
πέρασαν σε ζώνη
συρρίκνωσης μέσα σε ένα
τρίμηνο, ενώ ο
πληθωρισμός αυξήθηκε
σημαντικά, οδηγώντας τις
κεντρικές τράπεζες σε
επιθετικές αυξήσεις
επιτοκίων.
Οι ευρωπαϊκές μετοχές
υπέστησαν τότε σημαντική
απομείωση αποτιμήσεων,
με τον δείκτη P/E
να υποχωρεί από περίπου
16 φορές τα κέρδη σε
περίπου 10 φορές.
Εάν επαναληφθεί
αντίστοιχη ευαισθησία
της αγοράς στο
πετρέλαιο, η
Barclays
εκτιμά ότι ο
πανευρωπαϊκός δείκτης
Stoxx
Europe
600
θα μπορούσε να
υποχωρήσει έως τις 550
μονάδες, δηλαδή περίπου
9% χαμηλότερα από τα
σημερινά επίπεδα, σε
περίπτωση που το
πετρέλαιο παραμείνει
κοντά στα 100 δολάρια το
βαρέλι.
Κίνδυνοι για κέρδη και
αποτιμήσεις
Όσο περισσότερο
διατηρούνται υψηλές οι
τιμές του πετρελαίου,
τόσο αυξάνεται ο
κίνδυνος αρνητικών
επιπτώσεων στα εταιρικά
κέρδη και στις
αποτιμήσεις.
Παρότι η ενεργειακή
ένταση των οικονομιών
έχει μειωθεί τις
τελευταίες δεκαετίες, η
Μέση Ανατολή εξακολουθεί
να αντιπροσωπεύει σχεδόν
το ένα τρίτο της
παγκόσμιας προσφοράς
πετρελαίου, γεγονός που
καθιστά το σύστημα
ευάλωτο σε γεωπολιτικά
σοκ.
Η Barclays
εκτιμά ότι, αν η
ανάπτυξη της οικονομίας
της Ευρωπαϊκής Ένωσης
μηδενιστεί και το
πετρέλαιο παραμείνει
κοντά στα 100 δολάρια το
βαρέλι, η αύξηση των
κερδών ανά μετοχή στην
Ευρώπη θα περιοριστεί σε
χαμηλό μονοψήφιο
ποσοστό.
Σήμερα οι εκτιμήσεις της
αγοράς προβλέπουν αύξηση
των κερδών ανά μετοχή
περίπου 11% για τον
δείκτη
MSCI
Europe,
ενώ η Barclays
είναι πιο συντηρητική
και αναμένει περίπου 8%.
Κλάδοι που ευνοούνται
και κλάδοι που πιέζονται
Σε περιόδους
στασιμοπληθωρισμού, οι
κλάδοι που συνήθως
εμφανίζουν καλύτερες
επιδόσεις είναι:
Ενέργεια
Κοινής Ωφέλειας
Υγειονομική περίθαλψη
Αντίθετα, μεγαλύτερη
πίεση δέχονται:
χρηματοοικονομικές
υπηρεσίες
τηλεπικοινωνίες
καταναλωτικοί κλάδοι.
Οι πρόσφατες κινήσεις
στις αγορές δείχνουν ότι
οι επενδυτές αρχίζουν
ήδη να προσαρμόζουν τις
θέσεις τους προς αυτή
την κατεύθυνση.
Ωστόσο, εάν το
ενεργειακό σοκ
αποδειχθεί βαθύτερο και
μεγαλύτερης διάρκειας, η
Barclays
προειδοποιεί ότι η πτώση
στις αγορές θα μπορούσε
να είναι σημαντικά
μεγαλύτερη, ιδιαίτερα
για κυκλικούς κλάδους
όπως οι τράπεζες, τα
βασικά υλικά και οι
καταναλωτικές εταιρείες.


|