|
Οι πιέσεις είναι ήδη
ορατές. Οι αμερικανικοί
χρηματιστηριακοί δείκτες
κινούνται πτωτικά, με
τον S&P
500 να κατευθύνεται προς
το μεγαλύτερο αρνητικό
σερί των τελευταίων
ετών, ενώ το πετρέλαιο
Brent
Crude
έχει εκτιναχθεί κοντά
στα 111 δολάρια το
βαρέλι. Η κλιμάκωση της
έντασης γύρω από το Ιράν
εντείνει τις ανησυχίες
ότι το ενεργειακό κόστος
θα πλήξει την παγκόσμια
οικονομία.
Ο Ντέιντον στάθηκε
ιδιαίτερα στις
προκλήσεις που
αντιμετωπίζει η Ευρώπη,
σημειώνοντας ότι η
χαμηλή αναπτυξιακή
δυναμική σε συνδυασμό με
τα περιορισμένα
δημοσιονομικά περιθώρια
καθιστούν τις ευρωπαϊκές
οικονομίες πιο ευάλωτες
σε εξωτερικά σοκ. Η
εξάρτηση από εισαγόμενη
ενέργεια ενισχύει
περαιτέρω αυτή την
ευπάθεια.
Αντίθετα, οι Ηνωμένες
Πολιτείες εμφανίζονται
πιο ανθεκτικές, καθώς
στηρίζονται στην ισχυρή
κατανάλωση, στις μεγάλες
επενδύσεις σε
τεχνολογικές υποδομές
–ιδίως στον τομέα της
τεχνητής νοημοσύνης– και
στις αυξημένες αμυντικές
δαπάνες. Όπως τόνισε, ο
επενδυτικός κύκλος σε
τομείς όπως η
τεχνολογία, η ενέργεια
και η άμυνα παραμένει
ιδιαίτερα ισχυρός, με
τον Αμερικανό καταναλωτή
να αποτελεί βασικό
στήριγμα για τα πιο
ριψοκίνδυνα
assets.
Παράλληλα, επισήμανε ότι
μια ταχεία αποκλιμάκωση
της σύγκρουσης στη Μέση
Ανατολή θα μπορούσε να
λειτουργήσει καταλυτικά
για τις αγορές,
οδηγώντας σε έντονη
ανάκαμψη.
Σε επίπεδο τοποθετήσεων,
εμφανίστηκε πιο θετικός
για μετοχές στις ΗΠΑ και
την Ασία, ενώ κρατά
επιφυλακτική στάση
απέναντι στην Ευρώπη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζουν, σύμφωνα με
τον ίδιο, τα εμπορεύματα
και οι ενεργειακές
υποδομές, ενώ ελκυστικά
θεωρούνται και τα
εταιρικά ομόλογα
επενδυτικής βαθμίδας,
καθώς τα spreads
έχουν διευρυνθεί.
Όσον αφορά τη
νομισματική πολιτική,
εκτίμησε ότι η πορεία
των επιτοκίων θα
εξαρτηθεί από τη
διάρκεια του ενεργειακού
σοκ. Σε περίπτωση
σύντομης αναταραχής, οι
κεντρικές τράπεζες
ενδέχεται να επανέλθουν
σε μειώσεις. Αν όμως οι
πιέσεις επιμείνουν, το
πιθανότερο είναι να
κινηθούν προς περαιτέρω
σύσφιξη της πολιτικής.
|