|
Το
διυλισμένο καύσιμο
επιβαρύνει ακόμη
περισσότερο τις
εταιρείες
Ένας από τους βασικούς
παράγοντες που
επιδεινώνουν την εικόνα
είναι η διεύρυνση της
διαφοράς μεταξύ της
τιμής του αργού
πετρελαίου και της τιμής
της κηροζίνης, γνωστής
ως
crack
spread.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη
και αν οι τιμές του
αργού υποχωρήσουν, η
αποκλιμάκωση του κόστους
των αεροπορικών καυσίμων
ενδέχεται να είναι
μικρότερη.
Παράλληλα, η
Barclays
επισημαίνει ότι πιθανή
αποκατάσταση μέρους των
ροών αργού πετρελαίου
μέσω των Στενών του
Ορμούζ δεν συνεπάγεται
αντίστοιχη επιστροφή των
εξαγωγών διυλισμένων
προϊόντων. Συνεπώς, οι
πιέσεις στην αγορά
καυσίμων αεροσκαφών
μπορεί να διατηρηθούν
ακόμη και αν υπάρξει
κάποια βελτίωση στις
συνθήκες εφοδιασμού του
αργού.
Γιατί οι αεροπορικές
δυσκολεύονται να
μετακυλίσουν το κόστος
Το δεύτερο κρίσιμο
ζήτημα αφορά τη
δυνατότητα μετακύλισης
των αυξήσεων στους
επιβάτες. Σύμφωνα με
τους αναλυτές της
Barclays,
οι αεροπορικές εταιρείες
δεν καθορίζουν μονομερώς
τους ναύλους, καθώς οι
τιμές διαμορφώνονται από
τις συνθήκες προσφοράς
και ζήτησης.
Η υποχώρηση της
καταναλωτικής
εμπιστοσύνης, οι πιέσεις
από το αυξημένο κόστος
διαβίωσης και τα
υψηλότερα επιτόκια
περιορίζουν την
αγοραστική δύναμη των
νοικοκυριών. Την ίδια
στιγμή, οι περικοπές
χωρητικότητας από τις
αεροπορικές εταιρείες
δεν θεωρούνται αρκετές
ώστε να στηρίξουν
ουσιαστικά τις τιμές των
εισιτηρίων.
Οι θέσεις υψηλής
κατηγορίας εμφανίζουν
μεγαλύτερη
ανθεκτικότητα, καθώς
απευθύνονται σε επιβάτες
με υψηλότερη αγοραστική
δύναμη. Αντίθετα, οι
οικονομικές θέσεις είναι
περισσότερο εκτεθειμένες
στην επιδείνωση του
καταναλωτικού
περιβάλλοντος.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα
για τις εταιρείες
χαμηλού κόστους
Οι αεροπορικές χαμηλού
κόστους βρίσκονται σε
δυσμενέστερη θέση, καθώς
το πελατολόγιό τους
είναι πιο ευαίσθητο στις
αυξήσεις τιμών και τα
καύσιμα αντιπροσωπεύουν
μεγαλύτερο ποσοστό των
εσόδων τους. Με βάση τις
εκτιμήσεις της
Barclays,
το κόστος καυσίμων
αντιστοιχεί περίπου στο
47% των εσόδων
για τις εταιρείες που
εξετάζει.
Για τη Ryanair
υπάρχει και ένας
πρόσθετος κίνδυνος: η
σταδιακή μείωση της
κάλυψης των αναγκών της
μέσω αντιστάθμισης
κινδύνου (hedging).
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της τράπεζας, η κάλυψη
των καυσίμων της
υποχωρεί από περίπου
80% τον Μάρτιο
του 2027 σε μόλις 15%
τον Απρίλιο. Η
απότομη αυτή μεταβολή
σημαίνει ότι η εταιρεία
θα είναι πολύ
περισσότερο εκτεθειμένη
στις τότε επικρατούσες
τιμές της αγοράς.
Παρά την υποβάθμιση, οι
αναλυτές της
Barclays
εξακολουθούν να θεωρούν
ότι η Ryanair
αξίζει να
παρακολουθείται από
επενδυτές που αναζητούν
ευκαιρίες σε χαμηλότερες
αποτιμήσεις. Ωστόσο,
εκτιμούν ότι δεν έχει
φτάσει ακόμη η κατάλληλη
στιγμή για τη δημιουργία
νέων θέσεων.
Για τη Norwegian,
η προοπτική ενίσχυσης
της δραστηριότητάς της
μέσω της προσθήκης της
Sunwing
θεωρείται θετική από
στρατηγικής πλευράς,
αλλά δεν εξαλείφει τις
προκλήσεις για την
κερδοφορία των επόμενων
τριμήνων.
IAG
η προτιμώμενη επιλογή –
Επιφυλάξεις για
Lufthansa
και Air
France-KLM
Στην ευρύτερη ευρωπαϊκή
αγορά, η Barclays
διατηρεί αρνητική στάση
απέναντι στις
Lufthansa,
Air
France-KLM
και Finnair,
με αξιολόγηση «Underweight».
Παρά τη μεγαλύτερη
έκθεσή τους στους
επιβάτες υψηλότερης
κατηγορίας, η τράπεζα
εκτιμά ότι
αντιμετωπίζουν
χαμηλότερα περιθώρια
κέρδους, πιθανή
υποχώρηση των έκτακτων
οφελών που αποκόμισαν
από την ασιατική αγορά
και επιβαρύνσεις από
κινήσεις εξαγορών και
συγχωνεύσεων, οι οποίες
μπορεί να πιέσουν τόσο
τα κέρδη όσο και τους
ισολογισμούς τους.
Αντίθετα, η
IAG
αποτελεί την προτιμώμενη
επιλογή της
Barclays
μεταξύ των μεγάλων
ευρωπαϊκών αεροπορικών
ομίλων.
Η τράπεζα ξεχωρίζει τα
υψηλότερα περιθώρια
κέρδους, την καλύτερη
κάλυψη καυσίμων σε
σύγκριση με τη
Ryanair,
την ισχυρή παρουσία στις
θέσεις υψηλής κατηγορίας
και τη μικρότερη έκθεση
στις πιέσεις που
ενδέχεται να εμφανιστούν
στις ασιατικές αγορές.
Η Barclays
διατηρεί επίσης
αξιολόγηση «Overweight»
για τις Aegean,
Jet2,
TUI
και Wizz
Air.
Για τη Wizz
Air,
ωστόσο, διευκρινίζει ότι
πρόκειται για πιο
κερδοσκοπική επενδυτική
επιλογή.
Το Ιράν και ο Ορμούζ
καθορίζουν την επόμενη
μέρα
Η Barclays
περιγράφει τις
προοπτικές για τον κλάδο
ως ένα στοίχημα με δύο
πολύ διαφορετικές
εκβάσεις. Εάν οι
γεωπολιτικές εντάσεις
αποκλιμακωθούν, οι τιμές
των καυσίμων θα
μπορούσαν να υποχωρήσουν
αισθητά κάτω από τα
επίπεδα που προεξοφλεί
σήμερα η προθεσμιακή
αγορά.
Εάν, όμως, δεν υπάρξει
λύση στη σύγκρουση με το
Ιράν, οι τιμές των
καυσίμων το 2027
ενδέχεται να κινηθούν
πιο κοντά στα
1.500 δολάρια ανά
μετρικό τόνο,
έναντι περίπου
1.100 δολαρίων
που υποδηλώνει ο μέσος
όρος της προθεσμιακής
καμπύλης.
Η απόσταση μεταξύ αυτών
των δύο σεναρίων είναι
καθοριστική για τις
εκτιμήσεις κερδοφορίας
και τις αποτιμήσεις των
αεροπορικών εταιρειών.
Όπως αναγνωρίζουν και οι
ίδιοι οι αναλυτές της
Barclays,
η αβεβαιότητα είναι τόσο
μεγάλη ώστε οι σημερινές
προβλέψεις ενδέχεται να
αποκλίνουν σημαντικά από
την τελική εξέλιξη της
αγοράς.
|