|
Με άλλα λόγια, η εικόνα
ελάχιστα θυμίζει την
κλασική έννοια μιας
παρατεταμένης πτωτικής
αγοράς.
«Bear
market»
με... ανοδικό υπόβαθρο
Το πρόβλημα που
αναδεικνύουν πλέον
αρκετοί αναλυτές είναι
ότι ένας στατικός
ορισμός μπορεί να
αποδειχθεί
παραπλανητικός σε αγορές
που χαρακτηρίζονται από
τεράστιες καθημερινές
διακυμάνσεις.
Ο Art
Hogan,
επικεφαλής στρατηγικός
αναλυτής αγοράς της
B.
Riley
Wealth,
θεωρεί ότι η χρήση του
όρου σε τόσο ασταθείς
δείκτες είναι
υπεραπλουστευμένη. Στο
ίδιο μήκος κύματος, ο
Steve
Sosnick
της Interactive
Brokers
επισημαίνει ότι οι
συγκεκριμένες ταμπέλες
έχουν μεγαλύτερη
χρησιμότητα όταν αφορούν
ευρύτερες αγορές και όχι
δείκτες που έχουν
προηγουμένως καταγράψει
εκρηκτικές ανόδους.
Και πράγματι, η
περίπτωση των ημιαγωγών
είναι χαρακτηριστική.
Ένας δείκτης μπορεί να
υποχωρήσει περισσότερο
από 20% από το πρόσφατο
υψηλό του και την ίδια
στιγμή να παραμένει
σημαντικά υψηλότερα από
το επίπεδο στο οποίο
βρισκόταν λίγους μήνες
νωρίτερα.
Για τον επενδυτή, αυτή η
διάκριση έχει ιδιαίτερη
σημασία. Η λέξη «bear
market»
μπορεί να δημιουργήσει
την εντύπωση ότι έχει
ξεκινήσει μια
μακροχρόνια καθοδική
τάση, ενώ στην
πραγματικότητα μπορεί να
πρόκειται απλώς για μια
βίαιη διόρθωση μέσα σε
έναν πολύ ισχυρότερο
ανοδικό κύκλο.
Η διάρκεια και τα
θεμελιώδη έχουν σημασία
Παραδοσιακά, ένα
bear
market
δεν χαρακτηρίζεται μόνο
από το μέγεθος της
πτώσης. Η διάρκεια, η
κατάσταση της οικονομίας
και η πορεία των
εταιρικών κερδών
αποτελούν εξίσου
κρίσιμους παράγοντες.
Τα στοιχεία της
Hartford
Funds
για τον S&P
500 από το 1928 δείχνουν
ότι τα bear
markets
έχουν διαρκέσει κατά
μέσο όρο περίπου 289
ημέρες, δηλαδή σχεδόν
9,6 μήνες. Αυτό απέχει
σημαντικά από μια
απότομη διόρθωση που
διαρκεί λίγες εβδομάδες
και ακολουθείται από νέα
άνοδο.
Ο David
Russell,
παγκόσμιος επικεφαλής
στρατηγικής αγοράς της
TradeStation,
υποστηρίζει ότι για να
επιβεβαιωθεί ένα
πραγματικό bear
market
απαιτείται η πτώση να
διατηρηθεί για αρκετό
χρονικό διάστημα και,
κυρίως, να συνοδεύεται
από αρνητικές
διαρθρωτικές δυνάμεις.
Υψηλά επιτόκια,
επιβράδυνση ή κορύφωση
της οικονομικής
δραστηριότητας και
επιδείνωση των
θεμελιωδών μεγεθών είναι
στοιχεία που
διαφοροποιούν μια
πραγματική bear
market
από μια
απλή διόρθωση.
Ένας διαφορετικός τρόπος
μέτρησης
Ο Steve
Sosnick
προτείνει ακόμη πιο
αυστηρή προσέγγιση,
συνδέοντας τον
χαρακτηρισμό με την
ιστορική μεταβλητότητα
κάθε δείκτη. Σύμφωνα με
αυτή τη λογική, η πτώση
θα πρέπει να είναι
σημαντικά μεγαλύτερη από
αυτό που θεωρείται
φυσιολογική ετήσια
μεταβλητότητα για τον
συγκεκριμένο δείκτη.
Με αυτή τη μέθοδο, ο
Philadelphia
SE
Semiconductor
Index
θα χρειαζόταν πτώση άνω
του 44% για να
χαρακτηριστεί πραγματικά
bear
market.
Η προσέγγιση αυτή έχει
ενδιαφέρον, ιδιαίτερα
για κλάδους όπως οι
ημιαγωγοί, όπου οι
έντονες διακυμάνσεις
αποτελούν πλέον σχεδόν
καθημερινό φαινόμενο.
Το μεγάλο στοίχημα της
τεχνητής νοημοσύνης
Η συζήτηση αποκτά ακόμη
μεγαλύτερη σημασία λόγω
των προσδοκιών για τα
κέρδη που συνδέονται με
την επανάσταση της
τεχνητής νοημοσύνης.
Οι εκτιμήσεις για τις
εταιρείες ημιαγωγών και
εξοπλισμού στις ΗΠΑ
προβλέπουν αύξηση των
εταιρικών κερδών κατά
τουλάχιστον 114,7%
φέτος. Επομένως, μια
απότομη πτώση των
μετοχών δεν σημαίνει
αυτομάτως ότι έχει
ανατραπεί η θεμελιώδης
επενδυτική ιστορία.
Αυτό ακριβώς είναι και
το σημείο στο οποίο οι
παραδοσιακοί όροι μπορεί
να δημιουργήσουν λάθος
εντυπώσεις. Ένας
επενδυτής που ακούει ότι
ένας δείκτης «μπήκε σε
bear
market»
ενδέχεται να θεωρήσει
ότι πρέπει να
εγκαταλείψει άμεσα την
αγορά, ακόμη και όταν τα
κέρδη, οι επενδύσεις και
οι μακροπρόθεσμες
προοπτικές του κλάδου
παραμένουν ισχυρές.
Άλλωστε, τόσο ο
Philadelphia
SE
Semiconductor
Index
όσο και ο KOSPI
ανέκαμψαν μετά την
είσοδό τους σε τεχνικό
bear
market.
Όσοι πούλησαν
αποκλειστικά και μόνο
λόγω της συγκεκριμένης
ορολογίας, κινδύνευσαν
να χάσουν την επόμενη
σημαντική ανοδική
κίνηση.
Ίσως χρειάζεται νέο
λεξιλόγιο
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει
ένας νέος, κοινά
αποδεκτός ορισμός που να
αντικαθιστά το
παραδοσιακό όριο του
20%. Ωστόσο, η συζήτηση
έχει πλέον ανοίξει.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι
στο μέλλον θα πρέπει να
συνυπολογίζονται
περισσότερα στοιχεία: η
διάρκεια της πτώσης, η
φυσιολογική
μεταβλητότητα του κάθε
δείκτη, η γενικότερη
κατεύθυνση της
οικονομίας, η πορεία των
εταιρικών κερδών και οι
διαρθρωτικές συνθήκες
που επικρατούν στην
αγορά.
Γιατί σε μια εποχή όπου
η τεχνητή νοημοσύνη
μπορεί να δημιουργεί
εκρηκτικές προσδοκίες,
αλλά και εξίσου
εκρηκτικές διορθώσεις,
το -20% δεν λέει από
μόνο του ολόκληρη την
ιστορία.
Ίσως, λοιπόν, το
πραγματικό ερώτημα δεν
είναι αν ένας δείκτης
πέρασε το όριο του 20%,
αλλά αν άλλαξαν
οι λόγοι για τους
οποίους οι επενδυτές τον
αγόραζαν εξαρχής.
|