|
Το χρέος βρίσκεται ήδη
στο 99,4% του ΑΕΠ
Η Berenberg
προειδοποιεί εδώ και
χρόνια ότι η
δημοσιονομική πολιτική
των ΗΠΑ κινείται σε μη
βιώσιμη κατεύθυνση. Η
εκτίμησή της είναι ότι
τελικά η αγορά ομολόγων
θα υποχρεώσει την
Ουάσιγκτον να επιλέξει
μεταξύ υψηλότερων φόρων
και περικοπών στις
δημόσιες δαπάνες.
Το αμερικανικό δημόσιο
χρέος έχει πλέον φθάσει
στο 99,4% του
ΑΕΠ, επίπεδο
περίπου τέσσερις φορές
υψηλότερο από εκείνο που
αντιμετώπιζε η κυβέρνηση
Reagan
και περίπου διπλάσιο από
το επίπεδο χρέους που
είχε κληρονομήσει ο
Bill
Clinton.
Παράλληλα, η κυβέρνηση
Trump
διατηρεί ένα από τα
μεγαλύτερα δημοσιονομικά
ελλείμματα που έχουν
καταγραφεί σε περίοδο
ειρήνης, με εξαίρεση τις
μεγάλες υφέσεις.
Τον Ιούλιο, το κυλιόμενο
έλλειμμα 12 μηνών
διαμορφώθηκε στο 6,3%
του ΑΕΠ, παρά τα έσοδα
από τους δασμούς και τις
φορολογικές εισπράξεις.
Γιατί οι αγορές δεν
έχουν ακόμη αντιδράσει
Το ερώτημα που θέτει η
Berenberg
είναι γιατί οι αγορές
κρατικών ομολόγων δεν
έχουν μέχρι σήμερα
τιμωρήσει πιο έντονα την
αμερικανική
δημοσιονομική πολιτική.
Η απόδοση του 10ετούς
αμερικανικού ομολόγου
βρίσκεται περίπου στο
4,7%,
επίπεδο υψηλό μεν, αλλά
αρκετά χαμηλότερο από το
15% που είχε αγγίξει το
1981 επί Reagan
και από το 8% που είχε
καταγραφεί στο
sell-off
του 1994 επί
Clinton.
Και αυτό συμβαίνει παρά
το γεγονός ότι η
δημοσιονομική θέση των
ΗΠΑ είναι σήμερα
ιδιαίτερα επιβαρυμένη.
Η απάντηση βρίσκεται σε
μεγάλο βαθμό στον
ιδιαίτερο ρόλο του
δολαρίου. Ως βασικό
αποθεματικό νόμισμα, το
αμερικανικό νόμισμα
εξακολουθεί να προσφέρει
στις ΗΠΑ ένα σημαντικό
«μαξιλάρι»
χρηματοδότησης, καθώς η
παγκόσμια ζήτηση για
αμερικανικά κρατικά
ομόλογα παραμένει
ισχυρή.
Η Berenberg,
όμως, θεωρεί ότι αυτή η
ανοχή των αγορών δεν θα
διαρκέσει για πάντα.
Το 10ετές στο 5,2% το
2028
Η τράπεζα εκτιμά ότι η
αυξανόμενη απροθυμία των
επενδυτών να
χρηματοδοτούν τα
αμερικανικά ελλείμματα
θα μπορούσε να οδηγήσει
την απόδοση του 10ετούς
ομολόγου στο
5,2% το 2028.
Μια τέτοια εξέλιξη θα
είχε σημαντικές
συνέπειες για τον
προϋπολογισμό των ΗΠΑ,
καθώς το κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους
θα αυξανόταν απότομα.
Και εδώ βρίσκεται ο
μεγαλύτερος κίνδυνος:
ένας φαύλος
κύκλος χρέους και
επιτοκίων.
Όσο αυξάνεται το κόστος
των τόκων, η κυβέρνηση
χρειάζεται να εκδίδει
περισσότερα ομόλογα για
να το χρηματοδοτήσει. Η
αυξημένη προσφορά
κρατικού χρέους απαιτεί
υψηλότερες αποδόσεις για
να προσελκύσει
επενδυτές, γεγονός που
με τη σειρά του αυξάνει
ακόμη περισσότερο το
κόστος εξυπηρέτησης.
Η διαδικασία μπορεί έτσι
να αυτοτροφοδοτείται.
Η Fed
δεν μπορεί να λύσει το
πρόβλημα
Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, η
Federal
Reserve
θα μπορούσε να προσφέρει
μόνο προσωρινή
ανακούφιση, εκτιμά η
Berenberg.
Μια επιθετική παρέμβαση
της Fed
μέσω αγοράς κρατικών
ομολόγων και διεύρυνσης
του ισολογισμού της θα
μπορούσε να συγκρατήσει
προσωρινά τις αποδόσεις.
Όμως, παράλληλα, θα
δημιουργούσε πιέσεις στο
δολάριο και θα ενίσχυε
τον πληθωρισμό.
Αυτό θα μπορούσε τελικά
να έχει το αντίθετο
αποτέλεσμα: αντί να
αποκαταστήσει την
εμπιστοσύνη των
επενδυτών, θα την
υπονόμευε ακόμη
περισσότερο.
Το πρόβλημα είναι και
πολιτικό
Η Berenberg
θεωρεί ότι το μεγαλύτερο
εμπόδιο είναι η απουσία
πολιτικής διάθεσης για
ουσιαστική δημοσιονομική
προσαρμογή.
Η κυβέρνηση Trump
δεν δείχνει πρόθυμη να
προχωρήσει σε σημαντικές
περικοπές δαπανών, ενώ
ούτε το Κογκρέσο
φαίνεται διατεθειμένο να
υιοθετήσει μέτρα
δημοσιονομικής
εξυγίανσης, ιδιαίτερα
ενόψει των ενδιάμεσων
εκλογών.
Την ίδια στιγμή, η
τράπεζα βλέπει
επιβράδυνση της
δυνητικής ανάπτυξης της
αμερικανικής οικονομίας
από περίπου 2%
σε 1,5%, μεταξύ
άλλων λόγω της
αντιστροφής των
μεταναστευτικών ροών.
Χαμηλότερη ανάπτυξη
σημαίνει μικρότερη
δυνατότητα της
οικονομίας να
«απορροφήσει» το
αυξανόμενο βάρος του
χρέους.
Η κρίσιμη στιγμή
Για τη Berenberg,
λοιπόν, το ζήτημα δεν
είναι εάν οι ΗΠΑ μπορούν
να συνεχίσουν για λίγο
ακόμη την ίδια πολιτική.
Μπορούν.
Το ερώτημα είναι
πόσο ακόμη θα είναι
διατεθειμένες οι αγορές
να τη χρηματοδοτούν.
Όταν οι επενδυτές
απαιτήσουν σημαντικά
υψηλότερες αποδόσεις για
να διακρατήσουν
αμερικανικό χρέος, η
Ουάσιγκτον θα βρεθεί
μπροστά σε ένα δύσκολο
δίλημμα: είτε θα
αποδεχθεί υψηλότερο
κόστος χρηματοδότησης
και τις επιπτώσεις του
στο οικονομικό σύστημα
είτε θα προχωρήσει σε
δημοσιονομική
προσαρμογή.
Η Berenberg
εκτιμά ότι τελικά το
πολιτικό κόστος της
αύξησης του κόστους
χρηματοδότησης και του
πληθωρισμού που θα
μπορούσε να προκαλέσει
ένα ασθενέστερο δολάριο
θα γίνει μεγαλύτερο από
το πολιτικό κόστος των
αυξήσεων φόρων και των
περικοπών δαπανών.
Τότε, σύμφωνα με το
σενάριο της τράπεζας, οι
ΗΠΑ θα αναγκαστούν να
αλλάξουν πορεία.
Και η κρίση δεν θα είναι
απαραίτητα μια κλασική
χρεοκοπία. Θα μπορούσε
να εκδηλωθεί ως απότομη
άνοδος των αποδόσεων των
αμερικανικών ομολόγων,
ισχυρή πτώση του
δολαρίου και αναγκαστική
δημοσιονομική
προσαρμογή.
Η Berenberg
υπογραμμίζει ότι μια
τέτοια κρίση
χρηματοδότησης
δεν φαίνεται άμεση.
Ωστόσο, με τα σημερινά
δεδομένα, θεωρεί ότι
μπορεί να καταστεί
αναπόφευκτη μέσα
στα επόμενα λίγα χρόνια.
|