|
Το διαφορετικό προφίλ
των αναδυόμενων
οικονομιών εξηγεί σε
μεγάλο βαθμό αυτή την
ανθεκτικότητα. Ο
πληθωρισμός παραμένει
σχετικά ελεγχόμενος,
αρκετές κεντρικές
τράπεζες έχουν ήδη
εφαρμόσει περιοριστική
νομισματική πολιτική,
ενώ σε ορισμένες χώρες
τα δημοσιονομικά μεγέθη
είναι σαφώς καλύτερα σε
σχέση με το παρελθόν.
Έτσι, τα υψηλά
πραγματικά επιτόκια
προσφέρουν στους
επενδυτές όχι μόνο
μεγαλύτερες αποδόσεις,
αλλά και διαφοροποίηση
έναντι των κινδύνων που
έχουν συσσωρευτεί στις
μεγάλες αγορές κρατικού
χρέους.
Ενεργειακό σοκ και
πολιτική αβεβαιότητα
στην Ευρώπη
Η νέα άνοδος του κόστους
ενέργειας αποτελεί έναν
από τους βασικούς
παράγοντες που
επιβαρύνουν την
ευρωπαϊκή αγορά
ομολόγων.
Μετά τα προσωρινά
αποτελέσματα των
κρατιδιακών εκλογών στη
Γερμανία και την ισχυρή
επίδοση του AfD,
η απόδοση του 10ετούς
Bund
ενισχύθηκε στο 3,348%,
ενώ η απόδοση του
30ετούς κινήθηκε στο
3,825%. Ακόμη μεγαλύτερη
ήταν η άνοδος στο
βραχυπρόθεσμο τμήμα της
καμπύλης, με το 2ετές
γερμανικό ομόλογο να
διαμορφώνεται στο
2,967%.
Παράλληλα, οι επενδυτές
φοβούνται ότι η νέα
ενεργειακή αναστάτωση θα
μπορούσε να προκαλέσει
έναν δεύτερο γύρο
πληθωριστικών πιέσεων.
Οι τιμές του φυσικού
αερίου έχουν αυξηθεί
περισσότερο από 120% από
την έναρξη του πολέμου
με το Ιράν και την
περασμένη εβδομάδα
βρέθηκαν σε υψηλό
τριετίας.
Το γεγονός αυτό αυξάνει
τις πιθανότητες η
Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα να χρειαστεί να
διατηρήσει ή ακόμη και
να αυξήσει περαιτέρω τα
επιτόκια, παρά τις
πιέσεις που ήδη δέχεται
η οικονομία.
Η ενεργειακή εξάρτηση
της Ευρώπης επανέρχεται
έτσι στο προσκήνιο, ενώ
η άνοδος των
πληθωριστικών προσδοκιών
μεταφέρεται άμεσα στις
αποδόσεις των
μακροπρόθεσμων ομολόγων.
Το φυσικό αέριο αυξάνει
τον κίνδυνο
Η κατάσταση γίνεται
ακόμη πιο δύσκολη από τα
χαμηλά αποθέματα φυσικού
αερίου στην Ευρώπη, τα
οποία βρίσκονται σε
ιστορικά χαμηλά για την
εποχή.
Καθώς περιορίζεται ο
χρόνος για την
αναπλήρωση των
αποθηκευτικών χώρων πριν
από τον χειμώνα,
αυξάνεται ο κίνδυνος
Ευρώπη και Ασία να
ανταγωνιστούν για τα
ίδια φορτία LNG.
Σε ένα τέτοιο σενάριο,
οι τιμές θα μπορούσαν να
ξεπεράσουν ακόμη και τα
100 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η Ευρώπη θεωρείται
ιδιαίτερα ευάλωτη σε
αυτή την εξέλιξη, καθώς
οι αναπτυσσόμενες
οικονομίες δυσκολεύονται
να ανταγωνιστούν τις
ευρωπαϊκές τιμές για την
εξασφάλιση ενεργειακών
προμηθειών.
Στις ΗΠΑ, αντίθετα, οι
πληθωριστικές ανησυχίες
συνδέονται περισσότερο
με το πετρέλαιο, το
οποίο παραμένει περίπου
20% χαμηλότερα από το
υψηλό του Απριλίου.
Η διαφορά αποτυπώνεται
και στις αγορές
ομολόγων. Από τις 4
Αυγούστου, η απόδοση του
γερμανικού 10ετούς έχει
αυξηθεί κατά 24 μονάδες
βάσης, έναντι αύξησης 14
μονάδων βάσης για το
αμερικανικό 10ετές
Treasury.
Οι αγορές swaps
προεξοφλούν πλέον τρεις
αυξήσεις επιτοκίων κατά
25 μονάδες βάσης από την
ΕΚΤ μέσα στους επόμενους
δώδεκα μήνες, με την
πρώτη να αναμένεται ήδη
στην προσεχή συνεδρίαση.
Στις ΗΠΑ, αντίθετα,
τιμολογούνται δύο
αυξήσεις στο ίδιο
διάστημα.
Τα αναδυόμενα ομόλογα
υπεραποδίδουν
Η εικόνα στις
αναδυόμενες αγορές είναι
εντυπωσιακά διαφορετική.
Τα κρατικά ομόλογα
αναδυόμενων οικονομιών
σε τοπικό νόμισμα έχουν
καταγράψει απόδοση 3,6%
από την αρχή του 2026,
την ώρα που τα
αμερικανικά κρατικά
ομόλογα και οι
ευρωπαϊκοί τίτλοι
εμφανίζουν απώλειες
περίπου 0,6%.
Την ίδια στιγμή, ο
δείκτης νομισμάτων των
αναδυόμενων αγορών της
MSCI
καταγράφει άνοδο για 11
συνεχόμενες εβδομάδες,
το μεγαλύτερο σερί από
το 2007, ενώ έχει φτάσει
σε νέο ιστορικό υψηλό.
Ο πληθωρισμός στις
αναδυόμενες οικονομίες
διαμορφώνεται κατά μέσο
όρο στο 3,8%, σύμφωνα με
την JPMorgan,
σημαντικά χαμηλότερα από
τα επίπεδα που είχαν
καταγραφεί κατά το
πληθωριστικό σοκ του
2022.
Αυτό δίνει στις
κεντρικές τράπεζες του
αναπτυσσόμενου κόσμου
μεγαλύτερη ευχέρεια να
ακολουθήσουν τη δική
τους νομισματική
πολιτική, χωρίς να είναι
υποχρεωμένες να
αντιδρούν μηχανικά στις
κινήσεις της
Federal
Reserve
ή της ΕΚΤ.
Μεγαλύτερη ευελιξία από
τις κεντρικές τράπεζες
Η διαφορετική εικόνα
αποτυπώνεται ήδη στις
αποφάσεις νομισματικής
πολιτικής.
Βραζιλία, Τουρκία και
Ουγγαρία μείωσαν τα
επιτόκια τον Αύγουστο,
ενώ Νότια Κορέα και
Φιλιππίνες κινήθηκαν
προς την αντίθετη
κατεύθυνση. Η Τσεχία
διατήρησε αμετάβλητα τα
επιτόκια μετά την αύξηση
του Ιουνίου.
Για τους επενδυτές, το
γεγονός ότι αρκετές
αναδυόμενες κεντρικές
τράπεζες ξεκινούν από
υψηλότερα πραγματικά
επιτόκια λειτουργεί ως
σημαντικό «μαξιλάρι»
απέναντι σε μια νέα
άνοδο του πληθωρισμού.
Γι' αυτό και επενδυτικοί
οίκοι εμφανίζονται
θετικοί σε επιλεγμένες
αγορές τοπικού
νομίσματος, με τη
Βραζιλία, την Ουγγαρία,
το Μεξικό και τη Νότια
Αφρική να βρίσκονται
μεταξύ των προτιμήσεων
ορισμένων διαχειριστών.
Η πολιτική εικόνα
αυξάνει τα
premiums
στην Ευρώπη
Πέρα από την ενέργεια,
οι επενδυτές καλούνται
να διαχειριστούν και τον
πολιτικό κίνδυνο.
Οι ευρωπαϊκές
κυβερνήσεις
προετοιμάζουν τους
προϋπολογισμούς του 2027
σε ένα περιβάλλον
αυξημένων δαπανών,
υψηλών ελλειμμάτων και
εκλογικών πιέσεων.
Η Γαλλία βρίσκεται στο
επίκεντρο, καθώς το
δημόσιο έλλειμμα ξεπερνά
το 5% του ΑΕΠ και οι
πολιτικές δυνάμεις που
διεκδικούν την επόμενη
προεδρική ηγεσία
προτείνουν διαφορετικές
προσεγγίσεις για τη
διαχείριση του χρέους.
Το spread
μεταξύ γαλλικών και
γερμανικών τίτλων
παραμένει κοντά στα
υψηλότερα επίπεδα από
την κρίση χρέους της
Ευρωζώνης.
Η Ιταλία παρουσιάζει
διαφορετική εικόνα,
καθώς το κόστος
δανεισμού της έχει
περιοριστεί έναντι της
Γερμανίας, αντανακλώντας
τη σχετική πολιτική
σταθερότητα και τη
δημοσιονομική πορεία της
κυβέρνησης της Τζόρτζια
Μελόνι.
Ωστόσο, η προοπτική
εκλογών το επόμενο έτος
δημιουργεί νέες
αβεβαιότητες. Η
πιθανότητα μετατόπισης
του πολιτικού σκηνικού
προς έναν πιο λαϊκιστικό
συνασπισμό αποτελεί έναν
από τους κινδύνους που
παρακολουθούν οι
επενδυτές.
Τσεχία: Νέα επενδυτική
επιλογή
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, οι μεγάλοι
διαχειριστές κεφαλαίων
αναζητούν επιλεκτικά
σημεία εισόδου στις
αναδυόμενες αγορές.
Η BlackRock
και η Société
Générale
εμφανίζονται θετικές για
τα τσεχικά ομόλογα,
θεωρώντας ότι η κεντρική
τράπεζα της χώρας δεν θα
χρειαστεί να ακολουθήσει
τις πιο επιθετικές
αυξήσεις επιτοκίων που
προεξοφλεί σήμερα η
αγορά.
Οι αγορές τιμολογούν μία
αύξηση κατά 25 μονάδες
βάσης έως το τέλος του
2026 και συνολικές
αυξήσεις 100 μονάδων
βάσης έως τα μέσα του
2027. Η Société
Générale,
ωστόσο, εκτιμά ότι το
επιτόκιο της Τσεχίας θα
μπορούσε να παραμείνει
στο 3,75% για το ορατό
μέλλον.
Αντίστοιχα, θεωρεί
υπερβολικά τα στοιχήματα
για τρεις αυξήσεις
επιτοκίων από την
κεντρική τράπεζα της
Πολωνίας.
Η βασική επενδυτική ιδέα
είναι ότι οι αγορές
ενδέχεται να έχουν
προεξοφλήσει υπερβολικά
επιθετική νομισματική
σύσφιξη σε ορισμένες
αναδυόμενες οικονομίες.
Ιταλία και Γερμανία στο
μικροσκόπιο
Παρά τη βελτίωση της
εικόνας στην Ιταλία,
υπάρχουν επενδυτές που
θεωρούν ότι τα ιταλικά
ομόλογα δεν προσφέρουν
επαρκή αποζημίωση για
τον πολιτικό κίνδυνο.
Η απόδοση του 10ετούς
ιταλικού τίτλου κινείται
γύρω από το 4,20%, μόλις
λίγο χαμηλότερα από την
αντίστοιχη γαλλική.
Στη Γερμανία, η ισχυρή
επίδοση του AfD
στις κρατιδιακές εκλογές
δημιουργεί νέες πιέσεις
στην κυβέρνηση του
Φρίντριχ Μερτς. Η
αυξανόμενη δημοτικότητα
της ακροδεξιάς ενδέχεται
να δυσκολέψει την
προώθηση μεταρρυθμίσεων
και να αυξήσει την
πολιτική αβεβαιότητα.
Για τους διεθνείς
επενδυτές, το ζήτημα δεν
είναι μόνο το σημερινό
πολιτικό αποτέλεσμα,
αλλά η πιθανότητα να
οδηγήσει σε υψηλότερο
risk
premium
στο μέλλον.
Γιατί οι αναδυόμενες
αγορές κερδίζουν έδαφος
Η ιστορική συμπεριφορά
του αναδυόμενου χρέους
αποτελεί έναν ακόμη
παράγοντα που ενισχύει
την επενδυτική του
ελκυστικότητα.
Τα ομόλογα των
αναδυόμενων οικονομιών
έχουν κατά κανόνα
εμφανίσει καλύτερες
επιδόσεις σε περιόδους
κατά τις οποίες η
Federal
Reserve
αυξάνει τα επιτόκια λόγω
ισχυρής οικονομικής
ανάπτυξης και όχι
εξαιτίας ενός συνδυασμού
πληθωρισμού και
δημοσιονομικών πιέσεων.
Η ανάπτυξη των
αναδυόμενων οικονομιών
αναμένεται να παραμείνει
κοντά στο 3,7% φέτος,
ενισχύοντας τα δημόσια
οικονομικά και
δημιουργώντας περιθώριο
για βελτίωση των
πιστοληπτικών
αξιολογήσεων σε χώρες
όπως η Αργεντινή, η
Γκάνα και η Νιγηρία.
Την ίδια στιγμή, στις
ανεπτυγμένες οικονομίες
αυξάνονται οι ανάγκες
κρατικής χρηματοδότησης,
ενώ οι υψηλές δημόσιες
δαπάνες δημιουργούν
μεγαλύτερη προσφορά
ομολόγων και αυξάνουν
την πίεση στις
αποδόσεις.
Το μεγάλο στοίχημα για
τους επενδυτές
Ακόμη και αν υπάρξει
αποκλιμάκωση της έντασης
στη Μέση Ανατολή και
περιοριστεί το
ενεργειακό σοκ, οι
κεντρικές τράπεζες θα
παραμείνουν σε επιφυλακή
για τις δευτερογενείς
επιπτώσεις στον
πληθωρισμό.
Παράλληλα, ένας νέος
κύκλος αυξήσεων στις
τιμές των τροφίμων θα
μπορούσε να ενισχύσει
περαιτέρω τις
πληθωριστικές πιέσεις.
Ωστόσο, η άνοδος των
αποδόσεων σε αρκετές
αγορές αρχίζει ήδη να
προσελκύει επενδυτές που
θεωρούν ότι μεγάλο μέρος
του κινδύνου έχει
προεξοφληθεί.
Η UBS,
για παράδειγμα,
εμφανίζεται αγοραστής
γερμανικών ομολόγων
μεγάλης διάρκειας, ενώ
άλλοι διαχειριστές
αυξάνουν επιλεκτικά την
έκθεσή τους στην Ευρώπη,
παράλληλα με κινήσεις
αντιστάθμισης του
πληθωριστικού κινδύνου.
Το βασικό συμπέρασμα
είναι ότι η εικόνα στις
αγορές κρατικού χρέους
αλλάζει. Οι ανεπτυγμένες
οικονομίες
αντιμετωπίζουν
ταυτόχρονα ενεργειακές
πιέσεις, υψηλές
δημοσιονομικές ανάγκες,
πολιτική αβεβαιότητα και
τον κίνδυνο υψηλότερων
επιτοκίων.
Αντίθετα, αρκετές
αναδυόμενες οικονομίες
διαθέτουν σήμερα
χαμηλότερο πληθωρισμό,
υψηλά πραγματικά
επιτόκια, μεγαλύτερη
νομισματική ευελιξία και
βελτιούμενα
δημοσιονομικά μεγέθη.
Γι' αυτό και οι
αναδυόμενες αγορές δεν
αντιμετωπίζονται πλέον
απλώς ως μια πιο
ριψοκίνδυνη εναλλακτική.
Για ολοένα περισσότερους
διαχειριστές, αποτελούν
έναν τρόπο
διαφοροποίησης απέναντι
στις πιέσεις που δέχεται
το παγκόσμιο κρατικό
χρέος και μια πιθανή
πηγή υψηλότερων
αποδόσεων σε ένα
περιβάλλον αυξημένης
μεταβλητότητας.



|