|
Οι
αναλυτές πρόσθεσαν ότι ο
πληθωρισμός που
προκλήθηκε από την άνοδο
των τιμών της ενέργειας
λόγω του πολέμου με το
Ιράν, ο οποίος οδήγησε
την ΕΚΤ στην αύξηση των
επιτοκίων τον Ιούνιο, θα
αποδειχθεί «πολύ
λιγότερο επίμονος» από
ό,τι φοβούνται οι
υπεύθυνοι χάραξης
πολιτικής.
Όπως υποστήριξαν, η
σημερινή ενεργειακή
κρίση «δεν πλησιάζει
καν» εκείνη που
ακολούθησε το ξέσπασμα
του πολέμου στην
Ουκρανία το 2022.
Επισήμαναν ότι η
προσφορά ενέργειας είναι
πλέον πολύ πιο
ανθεκτική, ενώ η ζήτηση
«σίγουρα δεν είναι τόσο
ισχυρή» όσο ήταν κατά
την επανεκκίνηση των
οικονομιών μετά την
πανδημία της COVID-19.
«Επιπλέον, καθώς οι
τιμές του πετρελαίου
έχουν πλέον υποχωρήσει
σημαντικά και εφόσον δεν
υπάρξει κάποιο νέο σοκ,
θεωρούμε εύλογη την
εκτίμησή μας ότι η
δημοσιονομική στήριξη
για την αντιμετώπιση
αυτού του σοκ θα
περιοριστεί, το πολύ,
μεταξύ του 0,2% και του
0,3% του ΑΕΠ της
Ευρωζώνης», ανέφεραν.
Στο
μεταξύ, η Γερμανία, η
παραδοσιακή οικονομική
ατμομηχανή της Ευρώπης,
ανακοίνωσε νωρίτερα αυτή
την εβδομάδα ένα
σημαντικό πακέτο
μεταρρυθμίσεων, το οποίο
περιλαμβάνει φορολογικές
ελαφρύνσεις για τα
εισοδήματα, μείωση της
γραφειοκρατίας και
αλλαγές στο
συνταξιοδοτικό σύστημα.
Η κυβερνητική συμμαχία
έχει θέσει ως προθεσμία
το τέλος του έτους για
την υλοποίηση των
μεταρρυθμίσεων.
Παρότι οι αναλυτές της
BofA επισήμαναν ότι θα
χρειαστεί χρόνος μέχρι
να εφαρμοστούν τα μέτρα
και να επηρεάσουν την
οικονομία της Γερμανίας,
σημείωσαν ότι «ο
συνδυασμός ενίσχυσης της
εγχώριας ζήτησης,
αύξησης της προσφοράς
εργασίας και περιορισμού
της γραφειοκρατίας θα
μπορούσε να συμβάλει
στην άμβλυνση — αν και
πιθανότατα όχι στην
πλήρη αντιστάθμιση — των
διαρθρωτικών καθοδικών
πιέσεων στην οικονομία».
|