| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Δευτέρα, 27/07/2026

 

Η προσωρινή αναστολή των αμερικανικών αεροπορικών επιδρομών κατά του Ιράν, μετά από 13 συνεχόμενες νύχτες βομβαρδισμών, δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη ένδειξη αποκλιμάκωσης. Αντίθετα, αποκαλύπτει σε μεγάλο βαθμό το στρατηγικό αδιέξοδο στο οποίο έχει βρεθεί η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ.

Η Ουάσιγκτον έχει πλέον μπροστά της ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα: να συνεχίσει τη στρατιωτική πίεση, αυξάνοντας όμως το κόστος και τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, να επιχειρήσει να γονατίσει την Τεχεράνη μέσω οικονομικών κυρώσεων ή να επιστρέψει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, αποδεχόμενη συμβιβασμούς που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολιτικά και στρατηγικά επώδυνοι.

Η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι η παύση των επιχειρήσεων δημιουργεί τον απαραίτητο χώρο για διπλωματικές πρωτοβουλίες, διατηρώντας παράλληλα σε πλήρη ετοιμότητα τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις για την περίπτωση νέας κλιμάκωσης.

 

Ωστόσο, οι μέχρι τώρα επαφές μεταξύ Ιράν και Ομάν δεν έχουν οδηγήσει σε ουσιαστική πρόοδο. Η Τεχεράνη εξακολουθεί να θεωρεί κομβικό ζήτημα τον έλεγχο και τον ρόλο της στη ναυσιπλοΐα των Στενών του Ορμούζ, γεγονός που αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πηγές έντασης στις διαπραγματεύσεις.

Η στρατιωτική πίεση δεν κάμπτει την Τεχεράνη

Το αρχικό αμερικανικό σχέδιο στηρίχθηκε στην υπόθεση ότι η στρατιωτική ισχύς θα μπορούσε να υποχρεώσει το Ιράν να υποχωρήσει και να αποδεχθεί τους όρους της Ουάσιγκτον.

Ωστόσο, σχεδόν πέντε μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, η εικόνα δεν επιβεβαιώνει αυτή την προσδοκία.

Σύμφωνα με αμερικανικές εκτιμήσεις, οι τελευταίες επιδρομές δεν φαίνεται να έχουν μεταβάλει ουσιαστικά τη διαπραγματευτική στάση της Τεχεράνης. Τόσο η CIA όσο και η Υπηρεσία Πληροφοριών του Πενταγώνου φέρεται να έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η περαιτέρω αεροπορική πίεση δύσκολα θα οδηγήσει από μόνη της σε μια στρατηγική αλλαγή της ιρανικής θέσης.

Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης ενισχύονται οι επιφυλάξεις για μια νέα κλιμάκωση.

Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο αρχηγός του Μεικτού Επιτελείου, στρατηγός Νταν Κέιν, φέρεται να έχουν εκφράσει προβληματισμό σχετικά με την περαιτέρω κατανάλωση στρατιωτικών αποθεμάτων, αλλά και για τον κίνδυνο η σύγκρουση να εξελιχθεί σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο χωρίς σαφή τελικό στόχο.

Το σενάριο των χερσαίων δυνάμεων

Θεωρητικά, η αποστολή αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων θα μπορούσε να αυξήσει δραστικά την πίεση προς την Τεχεράνη.

Πρακτικά, όμως, πρόκειται για επιλογή με τεράστιο κόστος.

Μια χερσαία επιχείρηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές αμερικανικές απώλειες και να μετατρέψει μια ήδη δύσκολη στρατιωτική εκστρατεία σε έναν πόλεμο μεγάλης διάρκειας. Επιπλέον, θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί το ήδη αυξημένο πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Με άλλα λόγια, η επιλογή της στρατιωτικής κλιμάκωσης μπορεί να αυξήσει την πίεση προς το Ιράν, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και το ρίσκο για την ίδια την αμερικανική κυβέρνηση.

Οι κυρώσεις δεν αποτελούν άμεση λύση

Μια δεύτερη επιλογή είναι η περαιτέρω ενίσχυση των οικονομικών κυρώσεων.

Η λογική είναι ότι η συστηματική πίεση στις πηγές εσόδων του Ιράν και των Φρουρών της Επανάστασης θα μπορούσε σταδιακά να αποδυναμώσει την οικονομική βάση του καθεστώτος και να το οδηγήσει σε μεγαλύτερη διάθεση συμβιβασμού.

Το πρόβλημα είναι ο χρόνος.

Οι οικονομικές κυρώσεις δεν μπορούν να παράγουν αποτελέσματα με την ταχύτητα μιας στρατιωτικής επιχείρησης. Θα χρειάζονταν εβδομάδες ή ακόμη και μήνες για να δημιουργήσουν κρίσιμες πιέσεις στην ιρανική οικονομία.

Στο μεσοδιάστημα, η Τεχεράνη θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το ισχυρότερο διαθέσιμο διαπραγματευτικό της όπλο: τη δυνατότητα να διαταράξει τη διεθνή ναυσιπλοΐα και ειδικά τις μεταφορές ενέργειας.

Μια νέα σειρά επιθέσεων σε εμπορικά πλοία και δεξαμενόπλοια στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να προκαλέσει νέο σοκ στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, επιβαρύνοντας όχι μόνο τις ΗΠΑ αλλά ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.

Το Ορμούζ είναι το μεγάλο αγκάθι της διαπραγμάτευσης

Η διπλωματική οδός παραμένει θεωρητικά η λιγότερο επικίνδυνη επιλογή, αλλά και αυτή απαιτεί δύσκολους συμβιβασμούς.

Στο τραπέζι βρίσκεται η πιθανότητα επαναφοράς ενός πλαισίου κατανόησης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα προσωρινή εκεχειρία.

Η βασική διαφωνία, όμως, παραμένει άλυτη.

Η Τεχεράνη εμφανίζεται να ζητά ουσιαστικό ρόλο στη διαχείριση και την οικονομική εκμετάλλευση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Για την Ουάσιγκτον, μια τέτοια παραχώρηση θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως στρατηγική ήττα.

Και αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο της σημερινής κατάστασης.

Ο βασικός στόχος της αμερικανικής εκστρατείας ήταν να περιοριστεί η δυνατότητα του Ιράν να χρησιμοποιεί τα Στενά του Ορμούζ ως μοχλό γεωπολιτικής και οικονομικής πίεσης. Εάν, στο τέλος της σύγκρουσης, η Τεχεράνη αποκτούσε μεγαλύτερο ρόλο στη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό, η Ουάσιγκτον θα δυσκολευόταν να παρουσιάσει μια τέτοια συμφωνία ως επιτυχία.

Για τον Ντόναλντ Τραμπ υπάρχει επιπλέον και το εσωκομματικό κόστος. Μια συμφωνία που θα έδινε στο Ιράν περισσότερα από όσα προέβλεπε η προηγούμενη εκεχειρία θα μπορούσε να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Το πετρέλαιο δημιουργεί νέο πονοκέφαλο στον Λευκό Οίκο

Το γεωπολιτικό αδιέξοδο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της αγοράς ενέργειας.

Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου έχει ήδη αναζωπυρώσει τους φόβους για ακριβότερα καύσιμα και νέα πληθωριστική πίεση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Την ίδια στιγμή, οι επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα δημιουργούν επιπλέον προβλήματα στις εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς ενέργειας.

Το γεγονός ότι τα παγκόσμια αποθέματα αργού παραμένουν περιορισμένα καθιστά την αγορά ιδιαίτερα ευάλωτη σε οποιαδήποτε νέα διαταραχή.

Επομένως, η παράταση του πολέμου δεν αποτελεί μόνο στρατιωτικό ή διπλωματικό ζήτημα για την κυβέρνηση Τραμπ. Αποτελεί και οικονομικό κίνδυνο, καθώς μια νέα άνοδος του πετρελαίου θα μπορούσε να μεταφραστεί σε υψηλότερο κόστος καυσίμων, αναζωπύρωση του πληθωρισμού και μεγαλύτερη πίεση στα αμερικανικά νοικοκυριά.

Η αμερικανική κοινή γνώμη αρχίζει να ανησυχεί

Το πολιτικό κόστος της σύγκρουσης γίνεται σταδιακά πιο εμφανές.

Δημοσκόπηση των CBS News και YouGov αποτυπώνει το επίπεδο αβεβαιότητας στην αμερικανική κοινωνία. Μόλις το 31% των πολιτών δηλώνει ότι κατανοεί πλήρως την κατάσταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, ενώ το 76% εκτιμά ότι ο πόλεμος εξελίχθηκε δυσκολότερα από ό,τι είχε αρχικά υπολογίσει η κυβέρνηση.

Αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για τον Λευκό Οίκο.

Η κυβέρνηση πρέπει να αποδείξει ότι η στρατιωτική επιχείρηση οδηγεί σε συγκεκριμένο στρατηγικό αποτέλεσμα, την ώρα που το κόστος της σύγκρουσης αυξάνεται και η κοινή γνώμη εμφανίζεται ολοένα πιο επιφυλακτική.

Το Ιράν παραμένει επικίνδυνος παίκτης

Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι η Τεχεράνη είναι σήμερα πιο απομονωμένη διπλωματικά, οικονομικά πιο αδύναμη και στρατιωτικά περισσότερο αποδυναμωμένη από ποτέ.

Ακόμη και αν αυτή η εκτίμηση είναι εν μέρει σωστή, δεν σημαίνει ότι το Ιράν έχει χάσει τη δυνατότητα να προκαλεί σοβαρό κόστος.

Η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει έναν κρίσιμο μοχλό πίεσης: τη δυνατότητα να επηρεάσει τη διεθνή ναυσιπλοΐα και, κατ’ επέκταση, την παγκόσμια αγορά ενέργειας.

Αυτό περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών της αμερικανικής κυβέρνησης.

Το μεγάλο δίλημμα του Τραμπ

Μετά από πέντε μήνες συγκρούσεων, το βασικό πρόβλημα της Ουάσιγκτον παραμένει ουσιαστικά άλυτο.

Η συνέχιση των βομβαρδισμών δεν εγγυάται ότι η Τεχεράνη θα υποχωρήσει. Η χερσαία επέμβαση θα είχε τεράστιο στρατιωτικό και πολιτικό κόστος. Οι κυρώσεις χρειάζονται χρόνο, ενώ στο διάστημα αυτό το Ιράν μπορεί να χρησιμοποιήσει το Ορμούζ ως μοχλό πίεσης. Και η διπλωματική λύση προϋποθέτει παραχωρήσεις που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ως υποχώρηση της αμερικανικής πλευράς.

Έτσι, η προσωρινή παύση των αμερικανικών επιδρομών μπορεί να μην είναι τόσο ένδειξη αποκλιμάκωσης όσο αναγνώριση των ορίων της στρατιωτικής ισχύος.

Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα εξαιρετικά δύσκολο σταυροδρόμι: να κλιμακώσει έναν πόλεμο που δεν έχει ακόμη εξασφαλίσει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ή να αναζητήσει μια διπλωματική έξοδο που ενδέχεται να απαιτήσει συμβιβασμούς.

Και στις δύο περιπτώσεις, το κόστος είναι υψηλό.

Το πραγματικό ερώτημα για τον Λευκό Οίκο δεν είναι πλέον αν μπορεί να συνεχίσει τον πόλεμο. Είναι αν μπορεί να τον τερματίσει με όρους που θα επιτρέψουν στον Τραμπ να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως στρατηγική νίκη.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum