|
Το 2025 εκτιμάται ως
έτος «εξυγίανσης», καθώς
οι απομειώσεις στον
τομέα EPC
επιβαρύνουν αισθητά τα
οικονομικά αποτελέσματα.
Το EBITDA
τοποθετείται στα 750
εκατ. ευρώ,
ευθυγραμμισμένο με τη
νέα καθοδήγηση, ενώ τα
καθαρά κέρδη εκτιμώνται
στα 324 εκατ. ευρώ και
το μέρισμα στα 0,82 ευρώ
ανά μετοχή.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον
οίκο, οι βασικές αυτές
πιέσεις έχουν σε μεγάλο
βαθμό απορροφηθεί. Οι
προκλήσεις από τον τομέα
EPC,
οι καθυστερήσεις στην
ανακύκλωση κεφαλαίων από
ΑΠΕ και η αύξηση του
καθαρού δανεισμού
θεωρούνται πλέον
παρελθόν, με το
επενδυτικό ενδιαφέρον να
επιστρέφει στους
βασικούς πυλώνες
δραστηριότητας: την
ενέργεια και τα μέταλλα.
Για το 2026, η
Citi
προβλέπει σαφή
επιτάχυνση της
κερδοφορίας, με το
EBITDA
να διαμορφώνεται μεταξύ
1,1 και 1,2 δισ. ευρώ,
υποστηριζόμενο κυρίως
από τη σταθερή επίδοση
στην παραγωγή
αλουμινίου, την
ηλεκτροπαραγωγή και τις
ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας.
Οι δραστηριότητες αυτές
αναμένεται να
συνεισφέρουν περίπου το
90% της λειτουργικής
κερδοφορίας, ενισχύοντας
σημαντικά την ορατότητα
των οικονομικών
αποτελεσμάτων. Στο
βασικό σενάριο, η
Citi
ενσωματώνει παραγωγή 180
χιλ. τόνων πρωτόχυτου
αλουμινίου, 60 χιλ.
τόνων ανακυκλωμένου
αλουμινίου και 1,26
εκατ. τόνων αλουμίνας,
καθώς και πλήρη ανάπτυξη
νέας μονάδας φυσικού
αερίου ισχύος 0,8
GW
και υλοποίηση 1,5
GW
φωτοβολταϊκών στην
Ελλάδα.
Το ανοδικό σενάριο
βασίζεται σε ταχύτερη
ανάπτυξη των ΑΠΕ,
εμπορική κλιμάκωση της
παραγωγής μετάλλων και
ευνοϊκότερες τιμές
εμπορευμάτων, που θα
μπορούσαν να οδηγήσουν
τη μετοχή σε σημαντικά
υψηλότερα επίπεδα.
Αντίθετα, οι βασικοί
κίνδυνοι εντοπίζονται σε
χαμηλότερη ζήτηση
ενέργειας, καθυστερήσεις
στην ανάπτυξη έργων ΑΠΕ
και ασθενέστερες τιμές
μετάλλων.
Σε μεσοπρόθεσμο
ορίζοντα, η Citi
εκτιμά περαιτέρω
ενίσχυση της κερδοφορίας
από το 2027 και μετά, με
το EBITDA
του τομέα αλουμινίου να
δύναται να προσεγγίσει
τα 450 εκατ. ευρώ, ενώ η
επέκταση σε κρίσιμα
μέταλλα, όπως το γάλλιο,
προσθέτει νέα
αναπτυξιακή διάσταση στο
επενδυτικό αφήγημα του
ομίλου.
|