|
Η αρχική σύσταση της
τράπεζας στο δεύτερο
τρίμηνο βασιζόταν σε
τρεις πυλώνες:
στο διευρυνόμενο χάσμα
ανάπτυξης υπέρ των ΗΠΑ
στη μεγαλύτερη βαρύτητα
της τεχνολογίας στον
S&P
500
στη χαμηλότερη
ευαισθησία της
αμερικανικής αγοράς στις
επιπτώσεις της
σύγκρουσης με το Ιράν
Ωστόσο, η
Deutsche
Bank
εκτιμά πλέον ότι αυτοί
οι παράγοντες χάνουν τη
σημασία τους.
Για τα κέρδη, προβλέπει
ότι η διαφορά ανάπτυξης
μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης
θα μειωθεί στις 8
ποσοστιαίες μονάδες στο
δεύτερο τρίμηνο, από 18
μονάδες στο πρώτο, καθώς
οι ευρωπαϊκές εταιρείες
επωφελούνται από
λιγότερο αρνητική
επίδραση του δολαρίου
και από την αύξηση των
ενεργειακών κερδών λόγω
της ανόδου περίπου 50%
στο Brent.
Παράλληλα, τα
μακροοικονομικά στοιχεία
δείχνουν ότι οι
εκπλήξεις στις ΗΠΑ έχουν
αποδυναμωθεί, ενώ στην
ευρωζώνη έχουν
βελτιωθεί.
Στον τομέα της
τεχνολογίας, η τράπεζα
επισημαίνει ότι το
παγκόσμιο ράλι έχει
ευνοήσει δυσανάλογα τις
αμερικανικές αγορές λόγω
της μεγαλύτερης έκθεσής
τους στον κλάδο, με τις
εισροές κεφαλαίων να
αποτελούν τον βασικό
μοχλό της υπεραπόδοσης.
Παρότι οι αναλυτές της
Deutsche
Bank
αναμένουν ότι τα κέρδη
των μεγάλων τεχνολογικών
εταιρειών στις ΗΠΑ θα
παραμείνουν ισχυρά,
προειδοποιούν ότι τα ήδη
υψηλά επίπεδα
τοποθετήσεων και η
αύξηση της προσφοράς
στις αγορές τους
επόμενους μήνες μπορεί
να πιέσουν τη δυναμική
του κλάδου.
Τέλος, σε σχέση με τη
σύγκρουση με το Ιράν,
σημειώνουν ότι οι
πιθανότητες για
ειρηνευτική συμφωνία και
επαναλειτουργία των
Στενών του Ορμούζ έχουν
αυξηθεί, αν και
παραμένει αβέβαιο αν
αυτό θα συμβεί άμεσα.
Ένα τέτοιο σενάριο θα
ευνοούσε κυρίως τις
ευρωπαϊκές αγορές, λόγω
μεγαλύτερης έκθεσης σε
βιομηχανία και
κατανάλωση, οι οποίες
ιστορικά συνδέονται
περισσότερο με τις τιμές
πετρελαίου σε σχέση με
τις ΗΠΑ.
Παρά την αλλαγή στάσης,
η τράπεζα υπογραμμίζει
ότι ακόμη και αν δεν
υπάρξει συμφωνία,
συνεχίζει να θεωρεί
ελκυστική τη στρατηγική
αντιστάθμισης κινδύνου
μέσω χαμηλού κόστους
προστασίας από πτώση
στις αγορές.
|