|
Η συνεδρίαση του
Σεπτεμβρίου θεωρείται
πλέον καθοριστικής
σημασίας, καθώς
αναμένεται να
αποσαφηνίσει την πορεία
που θα ακολουθήσει η ΕΚΤ
τους επόμενους μήνες.
Παρά το γεγονός ότι η
κεντρική τράπεζα
αποφεύγει να δώσει
συγκεκριμένες δεσμεύσεις
για τις επόμενες
κινήσεις της, η
Deutsche
Bank
εκτιμά ότι μια νέα
αύξηση επιτοκίων τον
Σεπτέμβριο είναι σχεδόν
βέβαιη.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η
αναφορά της προέδρου της
ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ,
ότι ορισμένα μέλη του
Διοικητικού Συμβουλίου
είχαν εξετάσει ακόμη και
το ενδεχόμενο αύξησης
των επιτοκίων ήδη από
τον Ιούλιο. Αν και
τελικά υπήρξε ομόφωνη
απόφαση για διατήρηση
της υφιστάμενης
πολιτικής, η
συγκεκριμένη τοποθέτηση
δείχνει ότι η συζήτηση
για περαιτέρω αυξήσεις
παραμένει ενεργή.
Η Deutsche
Bank
εκτιμά ότι το επίπεδο
του 2,50% θα επέτρεπε
στην ΕΚΤ να διατηρήσει
την αξιοπιστία της στη
μάχη κατά του
πληθωρισμού, χωρίς να
οδηγήσει τη νομισματική
πολιτική σε υπερβολικά
περιοριστική περιοχή που
θα μπορούσε να
επιβαρύνει σημαντικά την
ανάπτυξη.
Ο μεγαλύτερος παράγοντας
αβεβαιότητας για τις
επόμενες αποφάσεις της
ΕΚΤ παραμένει η πορεία
των τιμών ενέργειας. Η
προηγούμενη αποκλιμάκωση
στις τιμές πετρελαίου
είχε δημιουργήσει
περιθώρια για μια πιο
ήπια στάση από την
κεντρική τράπεζα, όμως η
νέα ένταση στη Μέση
Ανατολή επανέφερε τους
κινδύνους για
αναζωπύρωση των
πληθωριστικών πιέσεων.
Η Deutsche
Bank
επισημαίνει ότι η ΕΚΤ
έχει επιστρέψει
ουσιαστικά στο πλαίσιο
αξιολόγησης που είχε
υιοθετήσει τον Ιούνιο,
με ανοδικούς κινδύνους
για τον πληθωρισμό αλλά
και καθοδικούς κινδύνους
για την οικονομική
ανάπτυξη. Η Λαγκάρντ
υπογράμμισε ότι οι
ενεργειακές τιμές
κινούνται πλέον κοντά
στις βασικές προβλέψεις
της ΕΚΤ, ωστόσο η
γεωπολιτική αβεβαιότητα
εξακολουθεί να αποτελεί
σημαντική απειλή.
Παρά τους κινδύνους από
την ενέργεια, η
Deutsche
Bank
δεν θεωρεί πιθανό στο
παρόν στάδιο ένα σενάριο
αύξησης των επιτοκίων
στο 3%. Όπως σημειώνει,
η σημερινή ενεργειακή
κρίση δεν παρουσιάζει τα
ίδια χαρακτηριστικά με
το σοκ του 2022, καθώς
πρόκειται κυρίως για
έναν παράγοντα που
πλήττει την προσφορά και
επιβαρύνει την
οικονομική
δραστηριότητα.
Παράλληλα, μέχρι στιγμής
δεν υπάρχουν ενδείξεις
για έντονες
δευτερογενείς επιπτώσεις
στον πληθωρισμό. Οι
πληθωριστικές προσδοκίες
των καταναλωτών έχουν
υποχωρήσει μετά την
προσωρινή άνοδο που
σημειώθηκε στην αρχή της
ενεργειακής αναταραχής,
ενώ τα στοιχεία από την
αγορά εργασίας δείχνουν
σημάδια σταδιακής
εξασθένησης.
Ωστόσο, το ενδεχόμενο
επιτοκίων στο 2,75%
παραμένει στο τραπέζι.
Σύμφωνα με τη
Deutsche
Bank,
ένα τέτοιο σενάριο θα
μπορούσε να υλοποιηθεί
εφόσον οι τιμές
ενέργειας παραμείνουν σε
υψηλά επίπεδα για μεγάλο
χρονικό διάστημα ή εάν
το ενεργειακό σοκ
μεταφερθεί ευρύτερα στην
οικονομία μέσω αυξημένων
μισθολογικών πιέσεων,
υψηλότερων τιμών στις
υπηρεσίες και αλλαγών
στην τιμολογιακή
πολιτική των
επιχειρήσεων.
Η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά
τον κίνδυνο εμφάνισης
δευτερογενών επιπτώσεων,
καθώς αυτές συνήθως
εκδηλώνονται με χρονική
καθυστέρηση. Εάν οι
πιέσεις αυτές
ενισχυθούν, θα μπορούσαν
να αποτελέσουν τον λόγο
για μια ακόμη πιο
επιθετική στάση της
κεντρικής τράπεζας.
Παρόλα αυτά, η
Deutsche
Bank
θεωρεί περιορισμένη την
πιθανότητα ενός σεναρίου
με επιτόκια στο 3%. Ένα
τόσο υψηλό επίπεδο θα
αύξανε σημαντικά το
κόστος χρηματοδότησης
για επιχειρήσεις,
νοικοκυριά και
κυβερνήσεις, ενώ θα
ενίσχυε τις πιέσεις στις
αγορές κρατικών ομολόγων
της Ευρωζώνης.
Η βασική εκτίμηση της
γερμανικής τράπεζας
είναι ότι η ΕΚΤ θα
προχωρήσει σε δύο ακόμη
αυξήσεις επιτοκίων,
οδηγώντας το βασικό
επιτόκιο στο 2,50%.
Ωστόσο, η τελική πορεία
θα εξαρτηθεί από τις
εξελίξεις στο ενεργειακό
μέτωπο, τη γεωπολιτική
κατάσταση και την
ανθεκτικότητα του
πληθωρισμού.
Το μήνυμα από τη
συνεδρίαση του Ιουλίου
είναι ότι η ΕΚΤ δεν έχει
ολοκληρώσει τη μάχη κατά
του πληθωρισμού, αλλά
ταυτόχρονα επιχειρεί να
διατηρήσει ισορροπία
ανάμεσα στην ανάγκη για
σταθερότητα τιμών και
στην προστασία της
οικονομικής ανάπτυξης.
Η συνεδρίαση του
Σεπτεμβρίου αναμένεται
πλέον να αποτελέσει το
επόμενο μεγάλο σημείο
αναφοράς για τις αγορές.
Τότε θα φανεί εάν το
2,50% θα αποτελέσει το
τελικό επίπεδο του
κύκλου αυξήσεων ή εάν οι
ενεργειακές και
γεωπολιτικές εξελίξεις
θα οδηγήσουν την ΕΚΤ σε
ακόμη υψηλότερα
επιτόκια.
|