|
Σύμφωνα με τις εαρινές
προβλέψεις της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Μάιος 2026), η ανάπτυξη
της Ελλάδας για το 2026
αναμένεται πλέον στο
1,8%, από 2,2% στις
φθινοπωρινές εκτιμήσεις
του 2025. Την ίδια
στιγμή, ο πληθωρισμός
αναθεωρήθηκε σημαντικά
προς τα πάνω, στο 3,7%
από 2,3% προηγουμένως. Η
ταυτόχρονη επιδείνωση
των προοπτικών ανάπτυξης
και η άνοδος των τιμών
αποδίδεται σε ένα
αρνητικό σοκ προσφοράς,
κυρίως μέσω της
ενέργειας, το οποίο
επιβαρύνει το κόστος
παραγωγής και
μεταφέρεται σταδιακά
στους τελικούς
καταναλωτές. Με αυτόν
τον τρόπο, περιορίζεται
το πραγματικό διαθέσιμο
εισόδημα των νοικοκυριών
και πλήττεται η ιδιωτική
κατανάλωση, ενώ
ταυτόχρονα επηρεάζονται
και οι εξαγωγές, λόγω
της επιβράδυνσης στις
οικονομίες-εταίρους. Η
Eurobank
επισημαίνει ότι
πρόκειται για
χαρακτηριστικό
παράδειγμα
«αντικυκλικής»
συμπεριφοράς του
πληθωρισμού, καθώς
κινείται ανοδικά την ώρα
που η οικονομική
δραστηριότητα
επιβραδύνεται.
Η αναθεώρηση των
προβλέψεων της Επιτροπής
για την Ελλάδα
αποδίδεται κυρίως στην
εξασθένηση της ιδιωτικής
κατανάλωσης και στη
μικρότερη δυναμική των
εξαγωγών. Αντίθετα, ο
επενδυτικός τομέας
εμφανίζει μεγαλύτερη
ανθεκτικότητα,
στηριζόμενος στις ροές
του Ταμείου Ανάκαμψης
και Ανθεκτικότητας, οι
οποίες συνεχίζουν να
στηρίζουν τις επενδύσεις
παγίου κεφαλαίου. Η
αύξηση του ενεργειακού
κόστους επιβαρύνει τις
επιχειρήσεις και
μετακυλίεται στις τιμές,
μειώνοντας την
αγοραστική δύναμη των
νοικοκυριών και συνεπώς
την κατανάλωση, ενώ
αντίστοιχες πιέσεις
παρατηρούνται και στο
εξωτερικό περιβάλλον,
επηρεάζοντας αρνητικά τη
ζήτηση για ελληνικά
προϊόντα και υπηρεσίες.
Τα πρόσφατα στοιχεία της
ελληνικής οικονομίας
επιβεβαιώνουν ήδη τάσεις
επιβράδυνσης στην
κατανάλωση. Στο πρώτο
τρίμηνο του 2026, η
ιδιωτική κατανάλωση
αυξήθηκε μόλις κατά 0,7%
σε ετήσια βάση, έναντι
2,3% στο προηγούμενο
τρίμηνο, ενώ σε
τριμηνιαίο επίπεδο
καταγράφηκε στασιμότητα,
μετά από αύξηση 0,7% στο
τέλος του 2025. Η εικόνα
αυτή επιβαρύνεται από
τον αυξημένο πληθωρισμό,
ο οποίος διαμορφώθηκε
στο 4,7% το δίμηνο
Απριλίου–Μαΐου, καθώς
και από την επιδείνωση
του δείκτη καταναλωτικής
εμπιστοσύνης, γεγονός
που ενισχύει τους
κινδύνους περαιτέρω
αποδυνάμωσης της
ζήτησης.
Πρόσθετες ενδείξεις για
την πορεία της
κατανάλωσης αναμένονται
από τη δημοσίευση των
στοιχείων λιανικού
εμπορίου της ΕΛΣΤΑΤ στο
τέλος Ιουνίου. Ο δείκτης
αυτός θα αποτυπώσει τον
όγκο των πωλήσεων και θα
δώσει πιο καθαρή εικόνα
για το πώς επηρεάζεται η
κατανάλωση από τον
πληθωρισμό, ιδιαίτερα σε
κατηγορίες όπως τα
καύσιμα, όπου οι τιμές
έχουν καταγράψει πολύ
ισχυρές ετήσιες αυξήσεις
που ξεπέρασαν το 25%–30%
την άνοιξη του 2026.
Σε αντίθεση με την
κατανάλωση, οι εξαγωγές
εμφανίζουν μεγαλύτερη
ανθεκτικότητα. Τον
Απρίλιο, οι εξαγωγές
αγαθών σε σταθερές τιμές
σημείωσαν σημαντική
ετήσια αύξηση 13,6%, ενώ
ακόμη και χωρίς τα
καύσιμα διατηρήθηκε
θετικός ρυθμός.
Παράλληλα, οι εισαγωγές
αυξήθηκαν με πολύ
ηπιότερο ρυθμό,
οδηγώντας σε βελτίωση
του εμπορικού ισοζυγίου.
Σε επίπεδο τετραμήνου, η
συνολική εικόνα
παραμένει θετική, με τις
εξαγωγές να κινούνται
ανοδικά και τις
εισαγωγές να παραμένουν
σχετικά συγκρατημένες.
Οι εξαγωγές υπηρεσιών
επίσης ενισχύθηκαν
αισθητά, με τις
ταξιδιωτικές εισπράξεις
να καταγράφουν ιδιαίτερα
ισχυρή άνοδο, κυρίως
λόγω της αύξησης της
τουριστικής κίνησης, ενώ
θετική συμβολή είχαν και
οι μεταφορές. Συνολικά,
το ισοζύγιο αγαθών και
υπηρεσιών δείχνει τάσεις
σταθεροποίησης και
βελτίωσης, παρά το
δυσμενές διεθνές
περιβάλλον.
Στο σύνολο, η
Eurobank
καταλήγει ότι η ελληνική
οικονομία δέχεται
ξεκάθαρες επιδράσεις από
το ενεργειακό σοκ, με
βασικό κανάλι μετάδοσης
την κατανάλωση, ενώ οι
εξαγωγές αποδεικνύονται
πιο ανθεκτικές. Παρά την
αυξημένη αβεβαιότητα, η
προσωρινή αποκλιμάκωση
των διεθνών τιμών
πετρελαίου και η
ενδιάμεση σταθεροποίηση
στις γεωπολιτικές
εντάσεις συμβάλλουν προς
το παρόν στον περιορισμό
των κινδύνων τόσο για
τον πληθωρισμό όσο και
για την ανάπτυξη της
ελληνικής οικονομίας το
2026.
|