|
Η
εξέλιξη αποκτά ακόμη
μεγαλύτερη σημασία αν
συγκριθεί με την
ευρωπαϊκή τάση. Από τις
αρχές του 2026, η μέση
καθυστέρηση εν πτήσει
στην Ευρώπη έχει μειωθεί
κατά 20% σε
σχέση με το αντίστοιχο
διάστημα του 2025,
παρά το γεγονός ότι η
αεροπορική κίνηση έχει
αυξηθεί κατά
1,3%.
Η
Ελλάδα, επομένως,
κινείται προς την
αντίθετη κατεύθυνση.
Η
Ελλάδα δέχεται
περισσότερη κίνηση σε
έναν ήδη πιεσμένο
εναέριο χώρο
Η
Eurocontrol αποδίδει
μεγάλο μέρος του
προβλήματος στους
περιορισμούς
χωρητικότητας και στις
ελλείψεις προσωπικού
στις υπηρεσίες εναέριας
κυκλοφορίας.
Ωστόσο, η κατάσταση έχει
επιβαρυνθεί περαιτέρω
από τις αλλαγές στις
αεροπορικές διαδρομές
που έχουν προκαλέσει οι
γεωπολιτικές εξελίξεις
και ιδιαίτερα η κρίση
στη Μέση Ανατολή.
Οι
ροές της ευρωπαϊκής
αεροπορικής κυκλοφορίας
έχουν αναδιαμορφωθεί.
Ορισμένες χώρες, όπως η
Βουλγαρία, η
Ουγγαρία, η Ρουμανία και
η Τουρκία,
δέχονται μικρότερο
αριθμό πτήσεων, ενώ
αντίθετα η κίνηση έχει
αυξηθεί σημαντικά σε
Ελλάδα, Κύπρο,
Αλβανία, Κροατία,
Μαυροβούνιο, Βόρεια
Μακεδονία, Σερβία και
Σλοβενία.
Για
την Ελλάδα, η συγκυρία
είναι ιδιαίτερα δύσκολη.
Η
αυξημένη διεθνής κίνηση
διοχετεύεται σε έναν
εναέριο χώρο που ήδη
αντιμετωπίζει
περιορισμούς
χωρητικότητας, ακριβώς
στην καρδιά της θερινής
τουριστικής περιόδου.
Έτσι δημιουργείται ένας
φαύλος κύκλος:
περισσότερες πτήσεις,
περιορισμένη
χωρητικότητα και
ελλείψεις προσωπικού
οδηγούν σε περισσότερες
καθυστερήσεις,
οι οποίες στη συνέχεια
μεταφέρονται από τη μία
πτήση στην άλλη και από
το ένα αεροδρόμιο στο
επόμενο.
Αθήνα: Μόλις μία στις
δύο αναχωρήσεις στην ώρα
της
Η
πίεση αποτυπώνεται με
ιδιαίτερα έντονο τρόπο
και στο αεροδρόμιο της
Αθήνας.
Κατά την εβδομάδα 3-9
Αυγούστου, μόλις
το 51% των αναχωρήσεων
πραγματοποιήθηκε με
καθυστέρηση μικρότερη
των 15 λεπτών.
Η
επίδοση αυτή ήταν η
δεύτερη
χειρότερη μεταξύ των 20
μεγαλύτερων αεροδρομίων
της Ευρώπης, με
μόνη χειρότερη τη
Λισαβόνα, όπου η
συνέπεια των αναχωρήσεων
περιορίστηκε στο 50%.
Παράλληλα, περίπου
5% των
προγραμματισμένων
πτήσεων στην Αθήνα δεν
πραγματοποιήθηκαν,
επιβαρύνοντας ακόμη
περισσότερο τη
λειτουργία του
αεροδρομίου και των
αεροπορικών εταιρειών.
Στον αντίποδα, η
Κοπεγχάγη εμφάνισε
συνέπεια αναχωρήσεων
85%, το
Όσλο 81%,
ενώ η Κωνσταντινούπολη
και το Λονδίνο Χίθροου
κινήθηκαν στο
77%.
Η
απόσταση είναι
χαρακτηριστική και
δείχνει ότι το πρόβλημα
δεν αφορά μόνο την
αυξημένη ευρωπαϊκή
κίνηση, αλλά σε
σημαντικό βαθμό την
ικανότητα
συγκεκριμένων εθνικών
συστημάτων εναέριας
κυκλοφορίας να
διαχειριστούν την
αυξημένη ζήτηση.
Η
Aegean δέχεται το
μεγαλύτερο πλήγμα
Η
πίεση μεταφέρεται φυσικά
και στις αεροπορικές
εταιρείες.
Στον όμιλο
Aegean, μόλις
το 59% των
αφίξεων
πραγματοποιήθηκε εντός
15 λεπτών από την
προγραμματισμένη ώρα.
Πρόκειται για τη
χαμηλότερη επίδοση
μεταξύ των 20
μεγαλύτερων αεροπορικών
ομίλων που
παρακολουθεί η
Eurocontrol.
Η
μέση καθυστέρηση που
συνδέεται με
περιορισμούς στη
διαχείριση της εναέριας
κυκλοφορίας έφθασε τα
4,21 λεπτά ανά
πτήση.
Το
αεροδρόμιο της Αθήνας
αποτελεί τον
σημαντικότερο παράγοντα,
καθώς συνδέεται με
32% των
συγκεκριμένων
καθυστερήσεων
του ομίλου. Ακολουθούν
το Κέντρο Ελέγχου
Περιοχής Μακεδονίας με
18% και
το Κέντρο Ελέγχου
Περιοχής Αθηνών με
11%.
Το
στοιχείο αυτό έχει
ιδιαίτερη σημασία για
την Aegean, καθώς η
εταιρεία λειτουργεί ένα
εκτεταμένο δίκτυο με
υψηλή πυκνότητα πτήσεων
κατά τους θερινούς
μήνες. Μια καθυστέρηση
σε έναν βασικό κόμβο
μπορεί επομένως να
δημιουργήσει αλυσιδωτές
επιπτώσεις σε ολόκληρο
το ημερήσιο πρόγραμμα.
Πάνω από 56.000 πτήσεις
επηρεάστηκαν στην Ευρώπη
Η
ελληνική εικόνα
εντάσσεται σε ένα
ευρύτερο περιβάλλον
αυξημένης πίεσης στην
ευρωπαϊκή αεροπορία.
Κατά την εβδομάδα 3-9
Αυγούστου
πραγματοποιήθηκαν κατά
μέσο όρο 36.149
πτήσεις ημερησίως,
αριθμός αυξημένος κατά
2,3% σε
σχέση με το 2025, αλλά
μειωμένος κατά 0,9% από
την προηγούμενη
εβδομάδα.
Οι
καθυστερήσεις που
προκλήθηκαν από
περιορισμούς διαχείρισης
της εναέριας κυκλοφορίας
ανήλθαν κατά μέσο όρο σε
3,44 λεπτά ανά
πτήση,
αυξημένες κατά
17% σε ετήσια βάση.
Συνολικά, περίπου
56.300 πτήσεις
επηρεάστηκαν από
περιορισμούς ATFM,
δηλαδή περίπου
8.043 πτήσεις ημερησίως
ή το 22% του
συνόλου.
Η
συνέπεια των αφίξεων
στην Ευρώπη διαμορφώθηκε
στο 73%,
ενώ των αναχωρήσεων στο
65%.
Και οι δύο επιδόσεις
ήταν χαμηλότερες από
πέρυσι.
Η
εικόνα αυτή δείχνει ότι,
παρά τη βελτίωση που
καταγράφεται σε όρους
μέσης καθυστέρησης από
τις αρχές του έτους, το
ευρωπαϊκό αεροπορικό
δίκτυο εξακολουθεί να
λειτουργεί σε ιδιαίτερα
υψηλά επίπεδα φόρτου.
Το
κρίσιμο τεστ έρχεται
μέχρι το τέλος Αυγούστου
Το
πρόβλημα για την Ελλάδα
είναι ότι η πίεση δεν
φαίνεται να υποχωρεί
άμεσα.
Η
Eurocontrol εκτιμά ότι
τα Κέντρα
Ελέγχου Αθηνών και
Μακεδονίας θα
τηρήσουν τις δεσμεύσεις
τους σχετικά με το
άνοιγμα των
προβλεπόμενων τομέων
εναέριας κυκλοφορίας.
Αυτό αποτελεί κρίσιμο
παράγοντα για την
αποσυμφόρηση του
ελληνικού εναέριου
χώρου.
Ωστόσο, η ζήτηση
παραμένει εξαιρετικά
υψηλή και η Eurocontrol
προειδοποιεί ότι η πίεση
θα συνεχιστεί
τουλάχιστον μέχρι το
τέλος Αυγούστου.
Μάλιστα, οι Παρασκευές
αναμένεται να
αποτελέσουν τις πιο
δύσκολες ημέρες, με την
ημερήσια αεροπορική
κίνηση να φτάνει ή ακόμη
και να ξεπερνά τις
37.500 πτήσεις
στην Ευρώπη.
Το
πρόβλημα δεν είναι πλέον
μόνο οι καθυστερήσεις
Η
ελληνική περίπτωση
αναδεικνύει ένα ευρύτερο
ζήτημα για την
ανταγωνιστικότητα του
ελληνικού αεροπορικού
και τουριστικού
μοντέλου.
Η
Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε
έναν από τους
σημαντικότερους κόμβους
της νοτιοανατολικής
Ευρώπης, με την
τουριστική ζήτηση να
αυξάνει και τις
γεωπολιτικές
ανακατατάξεις να
μεταφέρουν ακόμη
περισσότερη εναέρια
κίνηση προς τον ελληνικό
χώρο.
Αυτό δημιουργεί μια
αντίφαση: η
αύξηση της ζήτησης είναι
θετική για τις
αεροπορικές εταιρείες,
τα αεροδρόμια, τον
τουρισμό και συνολικά
την οικονομία, αλλά
χωρίς αντίστοιχη αύξηση
της χωρητικότητας του
εναέριου χώρου
μετατρέπεται σε πηγή
συμφόρησης.
Και
το κόστος δεν
περιορίζεται στην
ταλαιπωρία των επιβατών.
Οι
καθυστερήσεις αυξάνουν
το λειτουργικό κόστος
των αεροπορικών
εταιρειών, επηρεάζουν τη
χρησιμοποίηση των
αεροσκαφών και του
πληρώματος, δημιουργούν
αλυσιδωτές καθυστερήσεις
και μπορούν τελικά να
επηρεάσουν την
αξιοπιστία ενός
ολόκληρου δικτύου.
Για
την Ελλάδα, επομένως, το
ζητούμενο δεν είναι
απλώς να περάσει ο
δύσκολος Αύγουστος.
Η πραγματική
πρόκληση είναι να
αυξηθεί μόνιμα η
χωρητικότητα του
ελληνικού εναέριου χώρου
και να αντιμετωπιστούν
οι ελλείψεις προσωπικού,
ώστε η ισχυρή τουριστική
και αεροπορική ανάπτυξη
να μην μετατρέπεται σε
μποτιλιάρισμα στους
αιθέρες.
Η
εικόνα του 2026 είναι
σαφής: ενώ η Ευρώπη
συνολικά καταφέρνει να
μειώνει τις
καθυστερήσεις, η Ελλάδα
βρίσκεται πλέον
στο επίκεντρο του
προβλήματος, με
το 12% των ευρωπαϊκών
καθυστερήσεων ATFM να
συνδέεται με τον
ελληνικό εναέριο χώρο
και την Αθήνα να
αποτελεί έναν από τους
μεγαλύτερους
μεμονωμένους «κόμβους»
συμφόρησης.
Και
όσο η αεροπορική κίνηση
συνεχίζει να αυξάνεται,
η διαχείριση της
χωρητικότητας του
εναέριου χώρου
εξελίσσεται από
επιχειρησιακό ζήτημα σε
κρίσιμη υποδομή
για την ελληνική
οικονομία και τον
τουρισμό.
|