|
Το βασικότερο ζήτημα που
αναδεικνύει η έκθεση
είναι το υψηλό έλλειμμα
τρεχουσών συναλλαγών, το
οποίο θεωρείται μία από
τις πιο επίμονες
αδυναμίες της ελληνικής
οικονομίας. Σύμφωνα με
τον οίκο, το έλλειμμα
κινείται κοντά στο 6%
του ΑΕΠ από το 2023 και
μετά, όταν ο μέσος όρος
των χωρών με αντίστοιχη
αξιολόγηση βρίσκεται
μόλις στο 0,2%. Η
Fitch
εκτιμά ότι το πρόβλημα
δεν είναι συγκυριακό
αλλά βαθύτερα δομικό,
καθώς η ελληνική
οικονομία εξακολουθεί να
εξαρτάται σε μεγάλο
βαθμό από εισαγωγές, ενώ
οι επενδύσεις έχουν
υψηλό εισαγόμενο
περιεχόμενο και η
αποταμίευση παραμένει
χαμηλή. Με άλλα λόγια, η
ανάπτυξη συνεχίζει να
στηρίζεται περισσότερο
στην κατανάλωση και
λιγότερο στην παραγωγή
εξαγώγιμων αγαθών και
υπηρεσιών.
Αυτό ακριβώς εξηγεί
γιατί οι οίκοι
αξιολόγησης δίνουν πλέον
μεγαλύτερη έμφαση στην
ενίσχυση των επενδύσεων,
της παραγωγικότητας και
των εξαγωγών. Η
Fitch
αφήνει να εννοηθεί ότι
το επόμενο μεγάλο βήμα
για την Ελλάδα θα
προέλθει από μια
οικονομία που θα μπορεί
να αναπτύσσεται χωρίς να
δημιουργεί νέες
εξωτερικές ανισορροπίες.
Στο μέτωπο του δημόσιου
χρέους, η εικόνα είναι
σαφώς βελτιωμένη. Ο
οίκος αναγνωρίζει ότι η
Ελλάδα καταγράφει μία
από τις ταχύτερες
μειώσεις χρέους διεθνώς,
με τον λόγο χρέους προς
ΑΕΠ να έχει υποχωρήσει
σημαντικά τα τελευταία
χρόνια και να αναμένεται
να κινηθεί κοντά στο
120% έως το τέλος της
δεκαετίας. Παρ’ όλα
αυτά, το ελληνικό χρέος
παραμένει αισθητά
υψηλότερο σε σχέση με
τον μέσο όρο των χωρών
της ίδιας πιστοληπτικής
κατηγορίας, γεγονός που
διατηρεί μια
επιφυλακτικότητα από
πλευράς αγορών και οίκων
αξιολόγησης. Η
Fitch
θεωρεί κρίσιμο να
συνεχιστούν τα υψηλά
πρωτογενή πλεονάσματα, η
δημοσιονομική πειθαρχία
και οι ισχυροί ρυθμοί
ανάπτυξης ώστε η
αποκλιμάκωση του χρέους
να αποκτήσει μόνιμα
χαρακτηριστικά.
Θετικά αποτιμάται και η
πρόοδος του τραπεζικού
συστήματος. Οι ελληνικές
τράπεζες έχουν ενισχύσει
σημαντικά την κερδοφορία
και τους δείκτες
κεφαλαιακής επάρκειας,
ενώ τα μη εξυπηρετούμενα
ανοίγματα έχουν
περιοριστεί δραστικά σε
σχέση με τα χρόνια της
κρίσης. Ωστόσο, η
Fitch
επισημαίνει ότι η σχέση
τραπεζών και Δημοσίου
παραμένει στενότερη από
ό,τι σε άλλες χώρες της
Ευρωζώνης, κυρίως λόγω
των αναβαλλόμενων
φορολογικών απαιτήσεων (DTCs)
αλλά και των κρατικών
εγγυήσεων μέσω του
προγράμματος «Ηρακλής».
Η σταδιακή απεξάρτηση
από αυτά τα στοιχεία
θεωρείται απαραίτητη για
την περαιτέρω ενίσχυση
της αξιοπιστίας του
τραπεζικού τομέα.
Συνολικά, η Fitch
αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα
έχει πλέον ανακτήσει την
εμπιστοσύνη των αγορών
ως προς τη δημοσιονομική
της σταθερότητα. Ωστόσο,
η επόμενη αναβάθμιση θα
εξαρτηθεί από το αν η
χώρα μπορέσει να πετύχει
υψηλότερη δυνητική
ανάπτυξη μέσα από
περισσότερες επενδύσεις,
διαρθρωτικές
μεταρρυθμίσεις, αύξηση
της παραγωγικότητας και
ισχυρότερη εξαγωγική
βάση. Αυτό είναι πλέον
το βασικό κριτήριο για
το επόμενο βήμα στην
πιστοληπτική αξιολόγηση
της ελληνικής
οικονομίας.
|