|
Στο δεύτερο σκέλος,
Κύπρος–Ισραήλ,
η διαδικασία έχει ήδη
περάσει σε πιο
συγκεκριμένο ρυθμιστικό
στάδιο, καθώς ο ΑΔΜΗΕ
υπέβαλε το
investment
request
στις αρμόδιες
Ρυθμιστικές Αρχές των
δύο χωρών. Πρόκειται για
ένα βήμα που φέρνει το
έργο πιο κοντά στην
απόφαση για τον
επιμερισμό του κόστους
και, στη συνέχεια, στην
τελική επενδυτική
απόφαση.
Το investment
request
ανοίγει τον δρόμο για το
Κύπρος–Ισραήλ
Η κατάθεση του αιτήματος
επένδυσης αποτελεί πλέον
το βασικό νέο ορόσημο
για το δεύτερο σκέλος
του GSI.
Ο ΑΔΜΗΕ, ως
Project
Promoter
του συνολικού έργου,
υπέβαλε στις Ρυθμιστικές
Αρχές Κύπρου και Ισραήλ
το σχετικό αίτημα, μετά
την ολοκλήρωση των
απαιτούμενων μελετών
κόστους–οφέλους. Η
διαδικασία
πραγματοποιείται στο
πλαίσιο του ευρωπαϊκού
κανονιστικού πλαισίου
για τα διευρωπαϊκά
ενεργειακά δίκτυα.
Το επόμενο βήμα περνά
πλέον στους δύο
Ρυθμιστές, οι οποίοι θα
πρέπει να αξιολογήσουν
τα στοιχεία του έργου
και να καταλήξουν σε
κοινή απόφαση για τον
διασυνοριακό
επιμερισμό του κόστους (CBCA).
Με απλά λόγια, θα πρέπει
να καθοριστεί ποιο μέρος
του κόστους θα αναλάβει
κάθε χώρα, με την
επένδυση να ανακτάται
στη συνέχεια μέσω των
ρυθμιζόμενων εσόδων της
διασύνδεσης.
Η σημασία του
συγκεκριμένου βήματος
είναι μεγάλη, καθώς η
απόφαση για το
CBCA
αποτελεί μία από τις
βασικές προϋποθέσεις
ώστε το έργο να περάσει
από τη φάση του
σχεδιασμού στην οριστική
επενδυτική υλοποίηση.
Οι μελέτες δείχνουν
βιώσιμο έργο
Το investment
request
δεν κατατέθηκε σε κενό.
Προηγήθηκαν αναλυτικές
μελέτες κόστους–οφέλους,
στις οποίες συμμετείχαν
οι αρμόδιοι φορείς της
Κύπρου και του Ισραήλ,
μεταξύ των οποίων τα
υπουργεία Ενέργειας των
δύο χωρών, ο
Διαχειριστής Συστήματος
Μεταφοράς Κύπρου και ο
ισραηλινός διαχειριστής
NOGA.
Με βάση τα αποτελέσματα
των μελετών, η
διασύνδεση Κύπρου–Ισραήλ
εμφανίζεται οικονομικά
βιώσιμη στα διαφορετικά
σενάρια που εξετάστηκαν.
Τα οφέλη δεν
περιορίζονται στην
οικονομική διάσταση. Η
ηλεκτρική σύνδεση
εκτιμάται ότι θα
ενισχύσει την ασφάλεια
εφοδιασμού, θα
διευκολύνει την
αξιοποίηση μεγαλύτερων
ποσοτήτων ενέργειας από
Ανανεώσιμες Πηγές και θα
συμβάλει στη σταδιακή
ενοποίηση των αγορών
ηλεκτρικής ενέργειας της
Ανατολικής Μεσογείου με
το ευρωπαϊκό ενεργειακό
σύστημα.
Η εξέλιξη αυτή προσδίδει
στον GSI
και σαφή στρατηγική
διάσταση, καθώς η
διασύνδεση αποτελεί Έργο
Κοινού Ενδιαφέροντος της
Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Από το CBCA
στο FID
Η ακολουθία των επόμενων
βημάτων είναι πλέον
αρκετά συγκεκριμένη.
Πρώτα θα πρέπει να
ολοκληρωθεί η διαδικασία
στις Ρυθμιστικές Αρχές
Κύπρου και Ισραήλ και να
συμφωνηθεί ο τρόπος
κατανομής του κόστους.
Στη συνέχεια, εφόσον
δημιουργηθεί το
απαιτούμενο ρυθμιστικό
και οικονομικό πλαίσιο,
θα ακολουθήσει η
Τελική Επενδυτική
Απόφαση (FID).
Το FID
θα αποτελέσει το σημείο
μετάβασης από τη
ρυθμιστική ωρίμανση στην
πρακτική χρηματοδότηση
και συμβασιοποίηση του
έργου.
Σε εκείνο το στάδιο θα
αποκτήσει ακόμη
μεγαλύτερη σημασία η
προσέλκυση πρόσθετων
επενδυτών. Η παρουσία
της Meridiam
στο συνολικό σχήμα
προσφέρει ήδη ένα
σημαντικό προηγούμενο,
καθώς αποδεικνύει ότι ο
GSI
μπορεί να προσελκύσει
μεγάλα διεθνή κεφάλαια
υποδομών.
Ο ΑΔΜΗΕ αναμένεται να
επιχειρήσει να
αξιοποιήσει αυτή τη
δυναμική και στο σκέλος
Κύπρου–Ισραήλ.
Η Meridiam
αλλάζει την επενδυτική
εικόνα
Η συμμετοχή της
Meridiam
δεν είναι μόνο μια
κεφαλαιακή ένεση. Ο
γαλλικός όμιλος διαθέτει
σημαντική εμπειρία σε
σύνθετα έργα υποδομών
και ενεργειακές
επενδύσεις, γεγονός που
προσδίδει στον
GSI
ένα διαφορετικό προφίλ
έναντι χρηματοδοτών και
υποψήφιων συνεπενδυτών.
Η συμφωνία μπορεί να
λειτουργήσει ως ένα
είδος «πιστοποίησης» της
επενδυτικής
ελκυστικότητας του
έργου. Ένα
project
που για μεγάλο διάστημα
αντιμετώπισε
αβεβαιότητες γύρω από τη
χρηματοδότηση, τη
ρυθμιστική μεταχείριση
και το γεωπολιτικό
περιβάλλον διαθέτει
πλέον στο μετοχικό του
σχήμα έναν εξειδικευμένο
διεθνή επενδυτή.
Αυτό μπορεί να
αποδειχθεί ιδιαίτερα
σημαντικό στην
προσπάθεια προσέλκυσης
και άλλων κεφαλαίων.
Στο παρελθόν είχαν
βρεθεί στο επενδυτικό
ραντάρ του έργου ονόματα
όπως η TAQA,
η Masdar
και η αμερικανική
DFC,
χωρίς όμως οι σχετικές
συζητήσεις να οδηγήσουν
σε δεσμευτική συμμετοχή.
Η ωρίμανση του έργου, η
παρουσία της
Meridiam
και μία θετική
χρηματοδοτική εξέλιξη θα
μπορούσαν να
δημιουργήσουν
ευνοϊκότερες συνθήκες
για την επανενεργοποίηση
αντίστοιχων συζητήσεων.
Το μεγάλο τεστ παραμένει
στο Κρήτη–Κύπρος
Παρά τη θετική εξέλιξη
για το Κύπρος–Ισραήλ, το
πρώτο σκέλος του
GSI
εξακολουθεί να αποτελεί
το μεγαλύτερο πρακτικό
και γεωπολιτικό τεστ.
Η επανέναρξη των
θαλάσσιων ερευνών για
την πόντιση του καλωδίου
Κρήτης–Κύπρου στα διεθνή
ύδατα νοτίως της Κάσου
και νοτιοανατολικά της
Κρήτης αναμένεται να
αποτελέσει κρίσιμο
ορόσημο.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο
τεχνικό. Τα γεγονότα του
καλοκαιριού του 2024,
όταν η παρουσία
τουρκικών πολεμικών
πλοίων στην περιοχή κατά
τη διάρκεια εργασιών του
ερευνητικού σκάφους
Ievoli
Relume
ανέδειξε τις
γεωπολιτικές διαστάσεις
του έργου, εξακολουθούν
να βαραίνουν στην
αξιολόγηση του κινδύνου.
Η είσοδος της
Meridiam
προσθέτει πλέον μια
σημαντική γαλλική
διάσταση στο
project.
Ο γαλλικός όμιλος
προσδίδει μεγαλύτερο
διεθνές επενδυτικό βάρος
στη διασύνδεση, χωρίς
όμως να εξαλείφει τις
γεωπολιτικές προκλήσεις.
Το κατά πόσο η νέα
μετοχική σύνθεση θα
λειτουργήσει αποτρεπτικά
απέναντι σε πιθανές νέες
παρεμβάσεις μένει να
αποδειχθεί στην πράξη,
όταν οι εργασίες
περάσουν ξανά από τα
χαρτιά στη θάλασσα.
Η κυπριακή εκκρεμότητα
δεν έχει τελειώσει
Ένα ακόμη σημαντικό
μέτωπο αφορά τις
οικονομικές και
ρυθμιστικές υποχρεώσεις
της Κύπρου στο πρώτο
σκέλος.
Παρά τη νέα δυναμική που
δημιουργεί η
Meridiam,
εξακολουθούν να υπάρχουν
ζητήματα που συνδέονται
με τη διακρατική
συμφωνία Ελλάδας–Κύπρου
του Σεπτεμβρίου 2024,
μεταξύ των οποίων οι
προβλεπόμενες καταβολές
και η διαφωνία για το
ύψος των δαπανών που
μπορούν να ανακτηθούν.
Ο ΑΔΜΗΕ έχει δηλώσει ότι
μέχρι σήμερα έχει
δαπανήσει περίπου
251 εκατ. ευρώ,
ενώ η ΡΑΕΚ έχει
αξιολογήσει ως
ανακτήσιμο περίπου το
32% του
ποσού.
Η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε
μία από τις βασικές
πηγές αβεβαιότητας για
το project.
Η είσοδος ενός μεγάλου
διεθνούς επενδυτή,
ωστόσο, δημιουργεί πλέον
διαφορετικές πιέσεις και
αυξάνει την ανάγκη να
αποσαφηνιστεί το
ρυθμιστικό και
οικονομικό πλαίσιο.
Για την αγορά, το ζήτημα
είναι κρίσιμο: ένα
μεγάλο διεθνές
επενδυτικό σχήμα
χρειάζεται σαφείς
κανόνες ως προς το ποιος
πληρώνει, ποιος ανακτά
το κόστος και ποιο είναι
το μοντέλο απόδοσης της
επένδυσης.
Στο μικροσκόπιο και η
ΕΤΕπ
Παράλληλα, ιδιαίτερο
βάρος έχει η αξιολόγηση
του GSI
από την
Ευρωπαϊκή Τράπεζα
Επενδύσεων,
καθώς στο τραπέζι
βρίσκεται χρηματοδότηση
της τάξης του 1
δισ. ευρώ.
Μία θετική απόφαση από
την ΕΤΕπ θα μπορούσε να
λειτουργήσει ως ισχυρός
καταλύτης για ολόκληρη
τη χρηματοδοτική δομή
του έργου. Η συμμετοχή
ενός ευρωπαϊκού θεσμικού
χρηματοδότη θα έστελνε
ένα επιπλέον μήνυμα
εμπιστοσύνης προς τις
αγορές και θα μπορούσε
να διευκολύνει την
είσοδο νέων επενδυτών.
Με αυτή την έννοια, η
Meridiam
και η ΕΤΕπ μπορούν να
λειτουργήσουν
συμπληρωματικά: η πρώτη
ενισχύει την ιδιωτική
επενδυτική βάση του
project
και η δεύτερη, εφόσον
προχωρήσει θετικά η
διαδικασία, μπορεί να
ενισχύσει τη θεσμική και
χρηματοδοτική του
αξιοπιστία.
Μία ακόμη θεσμική αλλαγή
Στο παρασκήνιο υπάρχει
και μία θεσμική
εκκρεμότητα που θα
πρέπει να ολοκληρωθεί.
Πρόκειται για τη
μεταφορά του ρόλου του
Project
Promoter
από τον ΑΔΜΗΕ στον
Great
Sea
Interconnector
στο πλαίσιο της νέας
μετοχικής δομής.
Μέχρι σήμερα ο ΑΔΜΗΕ
διατηρεί τον ρόλο του
Project
Promoter
και με αυτή την ιδιότητα
υπέβαλε το
investment
request
για το Κύπρος–Ισραήλ.
Η μεταβίβαση του
συγκεκριμένου ρόλου στον
GSI
και η αναγνώρισή της στο
ευρωπαϊκό θεσμικό
πλαίσιο θα καθορίσουν
τον φορέα που θα
εκπροσωπεί το
project
απέναντι στις
κυβερνήσεις, τις
Ρυθμιστικές Αρχές, τους
χρηματοδότες και τους
αναδόχους στην επόμενη
φάση.
Πρόκειται επομένως για
μια αλλαγή που έχει
ουσιαστική σημασία για
τη μελλοντική εταιρική
και επενδυτική
αρχιτεκτονική του έργου.
1.000 MW,
324 χιλιόμετρα και βάθος
έως 2.400 μέτρα
Το τεχνικό μέγεθος της
διασύνδεσης
Κύπρου–Ισραήλ αποτυπώνει
και τη δυσκολία του
εγχειρήματος.
Το έργο προβλέπει
μεταφορική
ικανότητα 1.000
MW,
με τεχνολογία συνεχούς
ρεύματος υψηλής τάσης
HVDC
500 kV
και δυνατότητα
αμφίδρομης μεταφοράς
ηλεκτρικής ενέργειας.
Το υποθαλάσσιο τμήμα θα
έχει μήκος περίπου
324 χιλιομέτρων,
ενώ το καλώδιο θα
ποντιστεί σε εξαιρετικά
μεγάλα βάθη, μεταξύ
2.200 και 2.400
μέτρων.
Στην Κύπρο η σύνδεση θα
πραγματοποιείται μέσω
του σταθμού μετατροπής
στην Κοφίνου,
ενώ στο Ισραήλ το σημείο
σύνδεσης θα βρίσκεται
στην περιοχή της
Hadera.
Η τεχνική πολυπλοκότητα
εξηγεί σε σημαντικό
βαθμό γιατί η
χρηματοδοτική και
ρυθμιστική ωρίμανση
αποτελεί εξίσου κρίσιμο
παράγοντα με την ίδια
την κατασκευή.
Ο GSI
μπαίνει σε νέα φάση,
αλλά όχι χωρίς
προκλήσεις
Η εικόνα που
διαμορφώνεται μετά την
είσοδο της
Meridiam
είναι επομένως πιο
σύνθετη από μια απλή
«επανεκκίνηση» του
GSI.
Το έργο διαθέτει πλέον
ισχυρότερη επενδυτική
βάση και ένα νέο διεθνές
σημείο αναφοράς, ενώ το
σκέλος Κύπρος–Ισραήλ
περνά σε συγκεκριμένη
ρυθμιστική διαδικασία με
την υποβολή του
investment
request.
Την ίδια στιγμή, όμως,
το Κρήτη–Κύπρος
εξακολουθεί να απαιτεί
λύσεις σε γεωπολιτικό,
χρηματοδοτικό και
ρυθμιστικό επίπεδο. Η
επανέναρξη των ερευνών,
η στάση της Τουρκίας, η
αντιμετώπιση των
κυπριακών εκκρεμοτήτων
και η αξιολόγηση της
ΕΤΕπ θα αποτελέσουν τα
επόμενα κρίσιμα τεστ.
Για το Κύπρος–Ισραήλ,
αντίθετα, η ακολουθία
είναι πλέον πιο καθαρή:
Ρυθμιστικές
Αρχές,
CBCA,
FID,
χρηματοδότηση και
προσέλκυση πρόσθετων
επενδυτών.
Ο GSI
βρίσκεται έτσι μπροστά
σε ένα νέο κρίσιμο
στάδιο. Η είσοδος της
Meridiam
έδωσε στο project
ένα ισχυρότερο
επενδυτικό υπόβαθρο,
αλλά η πραγματική
επιτυχία θα κριθεί από
το κατά πόσο αυτή η νέα
δυναμική μπορεί να
μεταφραστεί σε
συγκεκριμένες αποφάσεις,
εξασφαλισμένη
χρηματοδότηση και τελικά
σε έργα που θα περάσουν
από τον σχεδιασμό στην
κατασκευή.
|