|
Όπως προκύπτει από την
έρευνα, η σχέση δεν
είναι γραμμική αλλά
U-shaped.
Η «μεσαία» εισοδηματική
κατηγορία εμφανίζει
μικρότερη πίεση
Οι εργαζόμενοι με ετήσιο
εισόδημα μεταξύ
100.000 και 300.000
δολαρίων
εμφανίζονται λιγότερο
πιεσμένοι οικονομικά σε
σχέση με τις δύο ακραίες
εισοδηματικές
κατηγορίες.
Το ποσοστό όσων δηλώνουν
ότι ζουν από μισθό σε
μισθό μειώνεται καθώς το
εισόδημα ανεβαίνει από
τα χαμηλότερα επίπεδα,
αλλά στη συνέχεια
αυξάνεται και πάλι
μεταξύ εκείνων που
κερδίζουν πάνω από
300.000 δολάρια.
Το ίδιο μοτίβο
εμφανίζεται και σε
άλλους δείκτες
οικονομικής πίεσης, όπως
η αναβολή οικονομικών
στόχων, η καθυστέρηση
της αποταμίευσης για τη
συνταξιοδότηση και η
καταβολή μόνο της
ελάχιστης δόσης στις
πιστωτικές κάρτες.
Πιστωτικές κάρτες: η
ίδια εικόνα
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
είναι τα στοιχεία για
τις πιστωτικές κάρτες.
|
Ετήσιο
εισόδημα
|
Πληρώνουν
μόνο την
ελάχιστη
δόση ή
λιγότερο
|
|
Κάτω από
$100.000
|
~40%
|
|
$100.000-$300.000
|
35%
|
|
Πάνω από
$300.000
|
42%
|
Έτσι, το ποσοστό
μειώνεται στην ενδιάμεση
κατηγορία, αλλά
αυξάνεται ξανά στα
υψηλότερα εισοδήματα.
Ακόμη πιο εντυπωσιακά,
σχεδόν οι μισοί
εργαζόμενοι με εισόδημα
περίπου 500.000 δολαρίων
κατέβαλαν φέτος μόνο την
ελάχιστη δόση στις
πιστωτικές τους κάρτες.
Το αντίστοιχο ποσοστό
πέρυσι ήταν περίπου 39%.
Η Goldman
Sachs
επισημαίνει ότι προφανώς
υπάρχει τεράστια διαφορά
ανάμεσα σε ένα εισόδημα
50.000 δολαρίων και ένα
εισόδημα άνω των 300.000
δολαρίων. Ωστόσο, όταν
εξετάζεται ο τρόπος με
τον οποίο εκδηλώνεται η
οικονομική πίεση,
υπάρχουν ορισμένες
κοινές συμπεριφορές.
Το υψηλό εισόδημα δεν
αρκεί
Η εικόνα αυτή δεν
σημαίνει ότι ένας
εργαζόμενος με 300.000 ή
500.000 δολάρια ετήσιο
εισόδημα βρίσκεται στην
ίδια οικονομική θέση με
κάποιον που κερδίζει
50.000 δολάρια.
Δείχνει όμως ότι
η αύξηση του εισοδήματος
δεν μετατρέπεται
αυτόματα σε αντίστοιχη
αύξηση της οικονομικής
ασφάλειας.
Όταν αυξάνονται
σημαντικά οι αποδοχές,
συχνά αυξάνονται
παράλληλα και οι
δαπάνες, οι υποχρεώσεις
και το επίπεδο
διαβίωσης. Έτσι, ένα
μεγαλύτερο εισόδημα
μπορεί να συνοδεύεται
από μεγαλύτερες
οικονομικές απαιτήσεις,
περιορίζοντας το ποσό
που τελικά κατευθύνεται
σε αποταμίευση και
επενδύσεις.
Από την άλλη πλευρά,
όσοι κερδίζουν κάτω από
100.000 δολάρια
αντιμετωπίζουν μια
διαφορετική μορφή
πίεσης: σε πολλές
περιπτώσεις
δυσκολεύονται να
αποταμιεύσουν ακόμη και
μικρά ποσά ή να
σημειώσουν ουσιαστική
πρόοδο προς
μακροπρόθεσμους
οικονομικούς στόχους.
Το βασικό συμπέρασμα της
έρευνας είναι επομένως
ότι το ύψος του
μισθού από μόνο του δεν
καθορίζει την οικονομική
ασφάλεια. Η
σχέση μεταξύ
εισοδήματος, δαπανών,
χρέους και αποταμίευσης
είναι σαφώς πιο σύνθετη.
|