|
Με άλλα λόγια, ο στόχος
που είχε θέσει πριν από
περίπου επτά μήνες έχει
πλέον αυξηθεί κατά 300
μονάδες, επιβεβαιώνοντας
ότι η αμερικανική
τράπεζα εξακολουθεί να
βλέπει σημαντικά
περιθώρια για την
ελληνική αγορά.
Overweight
η Ελλάδα
Η Goldman
διατηρεί την
overweight
θέση της για την Ελλάδα,
θεωρώντας ότι το
μακροοικονομικό
περιβάλλον και οι
προοπτικές των ελληνικών
επιχειρήσεων
εξακολουθούν να
δικαιολογούν υψηλότερες
αποτιμήσεις.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει
στις ελληνικές τράπεζες,
οι οποίες εξακολουθούν
να αποτελούν βασικό
μοχλό της επενδυτικής
της προτίμησης. Μόλις
τον προηγούμενο μήνα,
μετά την ανακοίνωση των
αποτελεσμάτων του πρώτου
εξαμήνου, η
Goldman
Sachs
είχε προχωρήσει σε νέες
αυξήσεις των
τιμών-στόχων.
Οι νέοι στόχοι
διαμορφώνονται στα
11,75 ευρώ για
την Πειραιώς,
στα 18,75 ευρώ
για την Εθνική Τράπεζα,
στα 5,40 ευρώ
για τη
Eurobank
και στα 5,30
ευρώ για την
Alpha
Bank.
Η εικόνα που προκύπτει
είναι ότι η
Goldman
θεωρεί πως η βελτίωση
των θεμελιωδών μεγεθών
των τραπεζών δεν έχει
αποτυπωθεί πλήρως στις
τρέχουσες αποτιμήσεις.
Οι αποτιμήσεις και τα
κέρδη
Παρά την πολύ ισχυρή
άνοδο που έχει
προηγηθεί, η
Goldman
Sachs
δεν θεωρεί ότι η
ελληνική αγορά έχει
καταστεί απαγορευτικά
ακριβή.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις της, το
P/E
της ελληνικής αγοράς
διαμορφώνεται περίπου
στις 10,9 φορές,
ενώ ο δείκτης
P/B
βρίσκεται στο
1,7x.
Παράλληλα, η μερισματική
απόδοση φτάνει το
4,6%,
στοιχείο που εξακολουθεί
να προσδίδει
ελκυστικότητα στις
ελληνικές μετοχές,
ιδιαίτερα σε ένα
περιβάλλον όπου οι
επενδυτές αναζητούν
συνδυασμό αποδόσεων και
εισοδήματος.
Ακόμη πιο σημαντική
είναι η εκτίμηση για την
κερδοφορία. Η
Goldman
Sachs
προβλέπει ότι τα
κέρδη ανά μετοχή (EPS)
των ελληνικών εταιρειών
θα αυξηθούν κατά περίπου
15% το 2026
και κατά ακόμη
11% το 2027.
Επομένως, η λογική πίσω
από την ανοδική πρόβλεψη
δεν στηρίζεται μόνο στην
αλλαγή της επενδυτικής
κατηγορίας της Ελλάδας,
αλλά και στην προσδοκία
ότι η εταιρική
κερδοφορία θα συνεχίσει
να αυξάνεται με
διψήφιους ρυθμούς.
Η μεγάλη αλλαγή της 21ης
Σεπτεμβρίου
Καθοριστικό παράγοντα
για την επόμενη φάση της
ελληνικής αγοράς
αποτελεί η επικείμενη
αναβάθμιση στις
ανεπτυγμένες αγορές.
Από τις 21
Σεπτεμβρίου 2026,
το Euronext
Athens
θα περάσει στην
κατηγορία των
developed
markets,
γεγονός που αναμένεται
να αλλάξει σταδιακά το
επενδυτικό προφίλ της
ελληνικής αγοράς.
Η αλλαγή δεν σημαίνει
αυτόματα τεράστιες
εισροές κεφαλαίων από
την πρώτη ημέρα.
Δημιουργεί όμως τις
προϋποθέσεις ώστε η
Ελλάδα να ενταχθεί στο
σύμπαν παρακολούθησης
περισσότερων διεθνών
funds,
θεσμικών επενδυτών και
αναλυτών που μέχρι
σήμερα επικεντρώνονται
κυρίως στις ανεπτυγμένες
αγορές.
Παράλληλα, αναμένεται να
αλλάξει και η σύνθεση
των διεθνών δεικτών
στους οποίους θα
συμμετέχουν οι ελληνικές
μετοχές, γεγονός που
μπορεί να επηρεάσει τόσο
τις ροές κεφαλαίων όσο
και τη ρευστότητα.
Η Ελλάδα ξεχωρίζει στις
αναδυόμενες αγορές
Ενδιαφέρον έχει ότι η
νέα πρόβλεψη της
Goldman
εντάσσεται σε μια
ευρύτερη θετική άποψη
για τις αναδυόμενες
αγορές.
Η αμερικανική τράπεζα
διατηρεί τον στόχο της
για τον
MSCI
Emerging
Markets
στις 1.900 μονάδες
στο τέλος του έτους,
επίπεδο που συνεπάγεται
περιθώριο ανόδου περίπου
12%, ενώ σε ορίζοντα 12
μηνών βλέπει τον δείκτη
στις 2.000 μονάδες.
Η Ελλάδα, ωστόσο, έχει
ήδη ξεχωρίσει μέσα σε
αυτό το περιβάλλον, με
την Goldman
να την τοποθετεί στις
αγορές που παρουσιάζουν
ιδιαίτερο επενδυτικό
ενδιαφέρον.
Μπαράζ θετικών εκθέσεων
Η νέα έκθεση της
Goldman
έρχεται να προστεθεί σε
ένα εντυπωσιακό μπαράζ
θετικών τοποθετήσεων
διεθνών επενδυτικών
οίκων για την Ελλάδα με
το ξεκίνημα του
Σεπτεμβρίου.
Η HSBC
έχει επισημάνει ότι το
Euronext
Athens
αποτελεί τη μεγαλύτερη
overweight
επιλογή των funds
τόσο σε παγκόσμιο όσο
και σε ευρωπαϊκό
επίπεδο.
Παράλληλα,
UBS
και
Morgan
Stanley
έχουν αναβαθμίσει τις
εκτιμήσεις τους για τις
ελληνικές τράπεζες, ενώ
και η
Deutsche
Bank
έχει δώσει υψηλότερες
τιμές-στόχους,
υποστηρίζοντας ότι οι
τραπεζικές μετοχές
εξακολουθούν να
προσφέρουν ελκυστικό
περιθώριο ανόδου παρά το
μεγάλο ράλι που έχει
προηγηθεί.
Το ενδιαφέρον είναι ότι
αυτή η θετική στάση των
διεθνών οίκων δεν
αποτελεί φαινόμενο μόνο
των τελευταίων ημερών.
Κατά τη διάρκεια
ολόκληρου του
καλοκαιριού, οι
αναλύσεις για την Ελλάδα
και κυρίως για τον
τραπεζικό κλάδο ήταν
ιδιαίτερα θετικές.
Τώρα αρχίζει η «επόμενη
ημέρα»
Το μεγάλο στοίχημα πλέον
είναι εάν η ελληνική
αγορά μπορεί να
διατηρήσει τη δυναμική
της και μετά την
ολοκλήρωση της
αναβάθμισης.
Η μετάβαση στις
ανεπτυγμένες αγορές
σημαίνει ότι η Ελλάδα θα
πρέπει σταδιακά να
αξιολογείται με
διαφορετικά κριτήρια και
να συγκρίνεται με ένα
πολύ μεγαλύτερο και
διαφορετικό επενδυτικό
σύμπαν.
Ταυτόχρονα, είναι πιθανό
να διευρυνθεί η γκάμα
των ελληνικών εταιρειών
που παρακολουθούν οι
διεθνείς οίκοι. Μέχρι
σήμερα, το μεγαλύτερο
μέρος της διεθνούς
επενδυτικής προσοχής
επικεντρώνεται στις
τράπεζες και σε
ορισμένες μεγάλες
εισηγμένες. Η είσοδος
στις developed
markets
μπορεί να ενισχύσει την
κάλυψη και για εταιρείες
με μικρότερη
κεφαλαιοποίηση και
μεγαλύτερη αναπτυξιακή
δυναμική.
Η Goldman
Sachs,
πάντως, δείχνει ότι προς
το παρόν δεν
θεωρεί το ελληνικό ράλι
εξαντλημένο.
Αντίθετα, ανεβάζοντας
τον στόχο του Γενικού
Δείκτη στις 2.800
μονάδες, ουσιαστικά
εκτιμά ότι η βελτίωση
των θεμελιωδών μεγεθών,
η ισχυρή τραπεζική
κερδοφορία, οι
ελκυστικές αποτιμήσεις
και η αλλαγή κατηγορίας
της ελληνικής αγοράς
μπορούν να στηρίξουν ένα
ακόμη ανοδικό βήμα.
Το ερώτημα πλέον δεν
είναι μόνο εάν η Ελλάδα
μπορεί να φτάσει στις
ανεπτυγμένες αγορές.
Είναι εάν η είσοδος αυτή
θα αποτελέσει και την
αφετηρία για μια
νέα περίοδο αυξημένου
διεθνούς ενδιαφέροντος
και υψηλότερων
αποτιμήσεων για τις
ελληνικές μετοχές.

|