|
Στα
ύψη τα περιθώρια για το
ντίζελ
Η Goldman
Sachs
εκτιμά πλέον ότι το
περιθώριο μεταξύ της
τιμής του ντίζελ και του
Brent
—το λεγόμενο
diesel
crack
spread—
θα διαμορφωθεί κατά μέσο
όρο το επόμενο έτος στα
63 δολάρια ανά
βαρέλι στις ΗΠΑ
και στα 49
δολάρια στην Ευρωπαϊκή
Ένωση.
Οι νέες εκτιμήσεις είναι
υπερδιπλάσιες από τις
προηγούμενες, οι οποίες
βρίσκονταν στα
27 δολάρια για τις ΗΠΑ
και στα 19
δολάρια για την Ευρώπη.
Η εξέλιξη αυτή
αποτυπώνει το μέγεθος
της πίεσης που δέχεται η
αγορά των πετρελαϊκών
προϊόντων. Η προσφορά
περιορίζεται την ώρα που
τα αποθέματα μειώνονται,
παρά το γεγονός ότι η
ζήτηση εμφανίζεται κάπως
ασθενέστερη.
Παράλληλα, οι διακοπές
λειτουργίας διυλιστηρίων
βρίσκονται περίπου
60% πάνω από τα
φυσιολογικά εποχικά
επίπεδα,
εντείνοντας τον κίνδυνο
περαιτέρω στενότητας.
Η
αγορά καυσίμων
αποσυνδέεται από το αργό
Το ιδιαίτερο
χαρακτηριστικό της
σημερινής αγοράς είναι
ότι οι τιμές των
διυλισμένων προϊόντων
αυξάνονται πολύ ταχύτερα
από την τιμή του αργού
πετρελαίου.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί
συνθήκες μιας ευρύτερης
κρίσης στην αγορά
καυσίμων, με τη βενζίνη
και κυρίως το ντίζελ να
παρουσιάζουν πολύ
μεγαλύτερη δυναμική από
το ίδιο το crude.
Στην αγορά
futures,
το Brent
έχει ενισχυθεί σχεδόν
50% από την αρχή
του έτους,
κινούμενο κοντά στα
91 δολάρια το
βαρέλι, καθώς η
νέα ένταση στη Μέση
Ανατολή αυξάνει τους
κινδύνους για την
παγκόσμια προσφορά.
Την ίδια στιγμή, τα
ευρωπαϊκά futures
του ντίζελ έχουν
υπερδιπλασιαστεί,
καταδεικνύοντας πόσο
διαφορετικά αντιδρά η
αγορά των προϊόντων σε
σχέση με το αργό.
Νέα
πίεση από τη Ρωσία και
τον χειμώνα
Η κατάσταση στην αγορά
αναμένεται να παραμείνει
δύσκολη τους επόμενους
μήνες.
Η Ρωσία έχει επεκτείνει
έως τον Σεπτέμβριο την
απαγόρευση εξαγωγών
ντίζελ, περιορίζοντας
περαιτέρω μια σημαντική
πηγή διεθνών προμηθειών.
Παράλληλα, η ζήτηση στη
Βραζιλία,
η οποία αποτελεί τον
δεύτερο μεγαλύτερο
εισαγωγέα στον κόσμο,
αναμένεται να αυξηθεί.
Στην εξίσωση προστίθεται
και ο χειμώνας στο
Βόρειο Ημισφαίριο, ο
οποίος παραδοσιακά
ενισχύει τη ζήτηση για
ντίζελ και άλλα προϊόντα
που χρησιμοποιούνται για
θέρμανση.
Μέση Ανατολή: Ανακάμπτει
το crude, όχι όμως τα
προϊόντα
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική
είναι η εικόνα από τον
Περσικό Κόλπο.
Σύμφωνα με τους αναλυτές
της Goldman
Sachs,
οι εξαγωγές αργού
πετρελαίου από την
περιοχή αναμένεται να
έχουν επανέλθει στο
70%-80% των
προπολεμικών επιπέδων.
Ωστόσο, η ανάκαμψη στις
αποστολές διυλισμένων
προϊόντων είναι πολύ πιο
αργή και βρίσκεται μόλις
στο 40%
των προπολεμικών
επιπέδων.
Η διαφορά αυτή
καταδεικνύει ότι το
πρόβλημα δεν αφορά μόνο
την παραγωγή ή τη
διακίνηση αργού, αλλά
κυρίως τη δυνατότητα
λειτουργίας και
τροφοδοσίας των
διυλιστηρίων.
Η Goldman
Sachs
εκτιμά ότι για να
αποκατασταθεί πλήρως η
αγορά απαιτείται
ευρύτερη
γεωπολιτική αποκλιμάκωση.
Η
«τριπλή απειλή» για τα
διυλιστήρια
Την ίδια εικόνα
περιγράφουν και κορυφαία
στελέχη της πετρελαϊκής
βιομηχανίας.
Ο CEO
της Shell,
Wael
Sawan,
έχει επισημάνει ότι η
αγορά διυλισμένων
προϊόντων βρίσκεται
αντιμέτωπη με μια
«τριπλή απειλή»: τις
επιθέσεις σε ρωσικά
διυλιστήρια, τους
κινδύνους για τη
ναυτιλία στον Περσικό
Κόλπο και την κατάσταση
στην Ερυθρά Θάλασσα.
Από την πλευρά του, ο
CEO
της
TotalEnergies,
Patrick
Pouyanne,
σημείωσε ότι ορισμένα
φορτία αργού
εξακολουθούν να περνούν
από το Στενό του
Ορμούζ, ωστόσο
η εικόνα είναι
διαφορετική για τα
διυλισμένα προϊόντα, τα
οποία ουσιαστικά δεν
διακινούνται μέσω της
κρίσιμης θαλάσσιας οδού.
Το
κρίσιμο στοίχημα για την
αγορά
Το βασικό ερώτημα πλέον
είναι εάν η παγκόσμια
αγορά θα μπορέσει να
αυξήσει αρκετά γρήγορα
την παραγωγή διυλισμένων
προϊόντων ώστε να
καλύψει τα κενά που
δημιουργούν οι πολεμικές
συγκρούσεις και οι
διακοπές λειτουργίας
διυλιστηρίων.
Η Goldman
Sachs
ουσιαστικά προειδοποιεί
ότι η αγορά μπαίνει σε
μια περίοδο όπου το
diesel
crack
μπορεί να παραμείνει
εξαιρετικά υψηλό, καθώς
η προσφορά προϊόντων
είναι πολύ πιο ευάλωτη
από την προσφορά αργού.
Για τις ευρωπαϊκές
εταιρείες διύλισης, η
εξέλιξη αυτή είναι
ιδιαίτερα σημαντική,
καθώς ένα περιβάλλον
υψηλών περιθωρίων
διύλισης μπορεί να
ενισχύσει σημαντικά την
κερδοφορία τους. Ωστόσο,
την ίδια στιγμή, οι
υψηλές τιμές των
καυσίμων αυξάνουν το
κόστος για καταναλωτές,
μεταφορές και
επιχειρήσεις,
δημιουργώντας νέες
πληθωριστικές πιέσεις
στην ευρωπαϊκή
οικονομία.
|