| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 

 

Τρίτη, 24/02/2026

     

 

 

Η Goldman Sachs καταγράφει αυξημένο ενδιαφέρον από επενδυτές σχετικά με το κατά πόσο οι τράπεζες που διαθέτουν υψηλό ποσοστό τοκοφόρων και προσανατολισμένων στη λιανική καταθέσεων ενδέχεται να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες πιέσεις στο κόστος χρηματοδότησης, σε ένα περιβάλλον εντονότερου ανταγωνισμού και πιθανής ανατιμολόγησης προϊόντων λόγω της ταχύτερης υιοθέτησης λύσεων Τεχνητής Νοημοσύνης.

Παρότι ο οίκος εκτιμά ότι σε βάθος χρόνου η αξιοποίηση της ΑΙ θα λειτουργήσει υποστηρικτικά για τον τραπεζικό κλάδο, η συζήτηση έχει γίνει πιο σύνθετη την τελευταία διετία και ιδίως μέσα στο 2026. Η επιτάχυνση των εξελίξεων στα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLMs) ενισχύει τις ανησυχίες ότι νέες, ταχέως αναπτυσσόμενες εφαρμογές θα μπορούσαν να ασκήσουν πιέσεις στη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη κερδοφορία των τραπεζών.

 

Στο πλαίσιο αυτό, η Goldman εστιάζει σε δύο βασικούς κινδύνους για τα τραπεζικά κέρδη: αφενός στη μείωση εσόδων από προμήθειες και αφετέρου σε ενδεχόμενη άνοδο του κόστους χρηματοδότησης μέσω καταθέσεων.

Όσον αφορά τα μη τραπεζικά προϊόντα — όπως η διαχείριση περιουσίας, οι ασφαλιστικές εργασίες και οι χρηματιστηριακές συναλλαγές — ο κίνδυνος πιέσεων στην τιμολόγηση θα μπορούσε να αντισταθμιστεί από αύξηση των όγκων, μέσω πιο συστηματικού και στοχευμένου cross-selling που καθίσταται εφικτό χάρη στην ΑΙ.

Σε ό,τι αφορά τις καταθέσεις, μια πιθανή άνοδος του κόστους χρηματοδότησης θα μπορούσε να περιοριστεί μέσω προσαρμογών στην κλίμακα και το μείγμα των καταθέσεων, αλλά και μέσω σταδιακής μετατόπισης του μοντέλου εσόδων μακριά από υποχρεώσεις μεγαλύτερης διάρκειας. Παράλληλα, οι όποιες τεχνολογικές ανατροπές ενδέχεται να καθυστερήσουν λόγω εποπτικών απαιτήσεων και κανονιστικών εγκρίσεων.

Αναλύοντας τη διάρθρωση των καταθέσεων στην Ευρώπη, η Goldman επισημαίνει ότι οι λογαριασμοί όψεως των ιδιωτών εξυπηρετούν κυρίως συναλλακτικές ανάγκες και διατηρούν χαμηλά υπόλοιπα, περιορίζοντας το όφελος από υψηλότερα επιτόκια. Στον τρέχοντα κύκλο επιτοκίων δεν έχουν παρατηρηθεί σημαντικές μετακινήσεις λογαριασμών. Οι πελάτες που επιδιώκουν υψηλότερες αποδόσεις έχουν ήδη στραφεί σε προθεσμιακές καταθέσεις, οι οποίες προσφέρουν εξ αρχής υψηλότερα επιτόκια. Ως εκ τούτου, οι λογαριασμοί ταμιευτηρίου άμεσης πρόσβασης εμφανίζονται περισσότερο εκτεθειμένοι. Στις μεγάλες επιχειρήσεις, η χρήση τοκοφόρων λογαριασμών είναι ήδη διαδεδομένη, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια περαιτέρω αύξησης του κόστους.

Εφόσον το κόστος καταθέσεων κινηθεί ανταγωνιστικά σε υψηλότερα επίπεδα, οι τράπεζες μπορούν να αντιδράσουν είτε διευρύνοντας τα πιστωτικά περιθώρια είτε περιορίζοντας την εξάρτηση από ακριβότερες πηγές χρηματοδότησης, είτε συνδυάζοντας και τις δύο στρατηγικές. Σε καθαρούς όρους, κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν αυστηρότερες χρηματοοικονομικές συνθήκες. Δεδομένης της μεγαλύτερης εξάρτησης της Ευρώπης από τον τραπεζικό δανεισμό — σε αντίθεση με τις ΗΠΑ όπου κυριαρχούν οι κεφαλαιαγορές — μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επιβαρύνει την ανάπτυξη και να πυροδοτήσει εποπτική παρέμβαση απέναντι σε τεχνολογικές «ανατροπές».

Κομβικό ρόλο διαδραματίζει ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις (LDR). Τράπεζες με υψηλό LDR και αυξημένη εξάρτηση από λιανικές αποταμιεύσεις έχουν μεγαλύτερη ανάγκη διατήρησης αυτής της χρηματοδότησης και συνεπώς ενδέχεται να αναγκαστούν να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις εάν ο ανταγωνισμός ενταθεί. Αντιθέτως, ιδρύματα με χαμηλότερο LDR διαθέτουν μεγαλύτερη ευελιξία να απορροφήσουν πιέσεις.

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η Goldman Sachs εκτιμά ότι αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης στο κόστος των τοκοφόρων λογαριασμών λιανικής θα οδηγούσε σε μέση μείωση 3% στα προ φόρων κέρδη των τραπεζών που καλύπτει, με επίπτωση 0,7 ποσοστιαίων μονάδων στο ROTE.

Γεωγραφικά, μεγαλύτερη έκθεση εντοπίζεται σε τράπεζες της Γαλλίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου, του Λουξεμβούργου και του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ οι ελβετικές τράπεζες εμφανίζουν επίσης ευαισθησία, με επιμέρους διαφοροποιήσεις. Αντίθετα, οι τράπεζες της Σκανδιναβίας, της Ισπανίας και της Ελλάδας εμφανίζονται πιο θωρακισμένες. Ειδικά στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος των καταθέσεων αφορά λογαριασμούς όψεως ή χαμηλού επιτοκίου — τις λεγόμενες «βασικές καταθέσεις» — με περιορισμένη συμμετοχή προθεσμιακών προϊόντων υψηλότερης απόδοσης.

Παρότι θεωρητικά θα μπορούσε να υπάρξει διαταραχή από την εμφάνιση λογαριασμών υψηλής απόδοσης άμεσης πρόσβασης, ήδη υπάρχουν εναλλακτικές όπως οι προθεσμιακές καταθέσεις, χωρίς ωστόσο να έχει καταγραφεί σημαντική μετατόπιση κεφαλαίων. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Goldman, ενδεχόμενη αύξηση 25 μονάδων βάσης στο κόστος λιανικών τοκοφόρων καταθέσεων θα είχε σχεδόν μηδενική επίδραση στα προ φόρων κέρδη των ελληνικών τραπεζών και μόλις 0,1% επίπτωση στο ROTE.

Ο οίκος εξετάζει επίσης ένα σενάριο μείωσης 5% στα έσοδα από προμήθειες με βάση τα στοιχεία του 2025 και αξιολογεί την επίδραση στην απόδοση ιδίων κεφαλαίων. Οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται σε τράπεζες της Ελβετίας και της Ιταλίας, λόγω της υψηλής συμμετοχής δραστηριοτήτων διαχείρισης περιουσίας και ασφαλίσεων στα έσοδά τους. Η εκτιμώμενη αρνητική επίδραση στο ROTE ανέρχεται σε 2,2% για τις ελβετικές και 1% για τις ιταλικές τράπεζες.

Στις περισσότερες άλλες αγορές, η επίπτωση κυμαίνεται μεταξύ 0,2 και 0,8 ποσοστιαίων μονάδων, ενώ για τις ελληνικές τράπεζες περιορίζεται περίπου στο 0,4%, επιβεβαιώνοντας το συγκριτικό τους πλεονέκτημα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

                   

                        

 

 

Greek Finance Forum Team

 

 

Σχόλια Αναγνωστών

 

 
 

 

 

 

 

 

 

 

 
   

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2024 Greek Finance Forum