|
Ο
Αύγουστος αποτέλεσε
μήνα-ορόσημο για το
έργο.
Στις 5 Αυγούστου η
γαλλική Meridiam
απέκτησε ποσοστό 66%
στην εταιρεία Great Sea
Interconnector,
ενισχύοντας σημαντικά
την κεφαλαιακή βάση του
project και
αναλαμβάνοντας
μεγαλύτερο μέρος του
επενδυτικού κινδύνου.
Την
ίδια ημέρα υπεγράφη και
η τριμερής συμφωνία
μεταξύ ΑΔΜΗΕ, GSI και
Nexans για την
ολοκλήρωση των θαλάσσιων
ερευνών και των
απαιτούμενων εργασιών
στον βυθό.
Η
εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία, καθώς ο ΑΔΜΗΕ
παραμένει στρατηγικός
εταίρος του έργου, ενώ η
είσοδος της Meridiam
δημιουργεί έναν νέο,
ισχυρό πυλώνα
χρηματοδότησης και
επενδυτικής αξιοπιστίας.
Η
γαλλική παρουσία,
μάλιστα, δεν
περιορίζεται στη
Meridiam. Η Nexans έχει
ήδη αναλάβει την
κατασκευή και πόντιση
του καλωδιακού τμήματος
Κρήτης–Κύπρου, με
σύμβαση ύψους περίπου
1,43 δισ. ευρώ.
Το
τεχνικό μέγεθος του
έργου είναι τεράστιο. Το
υποθαλάσσιο καλώδιο θα
έχει μήκος περίπου 900
χιλιομέτρων και θα
πρέπει να ποντιστεί σε
βάθη που σε ορισμένα
σημεία ξεπερνούν τα
3.000 μέτρα.
Έτσι, δύο μεγάλοι
γαλλικοί όμιλοι έχουν
πλέον άμεσο οικονομικό
συμφέρον από την
επιτυχία της
διασύνδεσης.
Η
εξέλιξη αυτή έχει και
πολιτική διάσταση. Ο
επικεφαλής της Meridiam
Thierry Déau έχει
αναφερθεί στη στήριξη
του Εμανουέλ Μακρόν στο
project, ενώ η Nexans
έχει χαρακτηρίσει τη
συμμετοχή της ως μέρος
του «Team France».
Παράλληλα, οι επαφές
μεταξύ Κυριάκου
Μητσοτάκη, Νίκου
Χριστοδουλίδη και
Εμανουέλ Μακρόν δείχνουν
ότι το έργο έχει πλέον
αποκτήσει ακόμη
μεγαλύτερο γεωπολιτικό
βάρος.
Το
κρίσιμο τεστ είναι η
επιστροφή στη θάλασσα
Το
επόμενο πραγματικό τεστ
για τον GSI βρίσκεται
πλέον στη θάλασσα.
Η
ολοκλήρωση των ερευνών
του βυθού αποτελεί την
πρώτη προτεραιότητα της
νέας συνεργασίας
ΑΔΜΗΕ–GSI–Nexans. Εφόσον
δοθεί το απαιτούμενο
«πράσινο φως», η Nexans
μπορεί να ενεργοποιήσει
εκ νέου τις διαδικασίες
για το σκανάρισμα των
θαλάσσιων περιοχών που
απομένουν.
Οι
εργασίες ενδέχεται να
προχωρήσουν μέσα στον
Σεπτέμβριο, με την
έκδοση των απαιτούμενων
NAVTEX να αποτελεί ένα
από τα επόμενα πρακτικά
βήματα.
Παράλληλα, θα πρέπει να
καθοριστεί ποιος θα
αναλάβει τις επιμέρους
ερευνητικές εργασίες, με
την ιταλική NextGeo να
αποτελεί μία από τις
εταιρείες που έχουν
εμπλακεί στο παρελθόν.
Η
ολοκλήρωση των
βυθομετρήσεων είναι
απαραίτητη για την
τελική χάραξη της
όδευσης του καλωδίου.
Και ακριβώς εδώ
βρίσκεται ένα από τα
μεγαλύτερα προβλήματα
του GSI: το τεχνικό έργο
είναι άμεσα συνδεδεμένο
με μια εξαιρετικά
ευαίσθητη γεωπολιτική
πραγματικότητα.
Ο
τουρκικός παράγοντας
παραμένει ο μεγάλος
κίνδυνος
Η
προηγούμενη εμπειρία
απέδειξε ότι οι έρευνες
στη θάλασσα δεν
αποτελούν μια απλή
τεχνική διαδικασία.
Το
καλοκαίρι του 2024, η
παρουσία των ερευνητικών
πλοίων στην περιοχή
νοτίως της Κάσου
προκάλεσε έντονη
τουρκική αντίδραση, με
την παρουσία τουρκικών
πολεμικών πλοίων να
ανεβάζει σημαντικά την
ένταση στις
ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Οι
εργασίες τελικά
ολοκληρώθηκαν έπειτα από
διπλωματικές επαφές,
όμως το συνολικό
χρονοδιάγραμμα του έργου
επηρεάστηκε σημαντικά.
Η
Άγκυρα εξακολουθεί να
αμφισβητεί ελληνικές
αρμοδιότητες σε τμήματα
της περιοχής από την
οποία σχεδιάζεται να
περάσει η διασύνδεση και
διατηρεί τις γνωστές της
θέσεις σχετικά με τις
θαλάσσιες ζώνες.
Αυτό σημαίνει ότι η
επανέναρξη των ερευνών
θα αποτελέσει ένα
ιδιαίτερα κρίσιμο τεστ.
Η
διαφορά αυτή τη φορά
είναι ότι η εξίσωση έχει
αποκτήσει έναν ισχυρό
γαλλικό παράγοντα. Εάν
υπάρξει νέα ένταση, το
ζήτημα δεν θα αφορά
πλέον αποκλειστικά την
Αθήνα και τη Λευκωσία,
αλλά θα αγγίζει άμεσα
δύο μεγάλες γαλλικές
επιχειρήσεις και,
ευρύτερα, ένα project με
ισχυρή γαλλική πολιτική
στήριξη.
Η
Meridiam φυσικά δεν
εξαλείφει τον
γεωπολιτικό κίνδυνο.
Αυξάνει όμως το πολιτικό
και οικονομικό βάρος
οποιασδήποτε νέας
εμπλοκής.
Το
δεύτερο μεγάλο μέτωπο
είναι η Κύπρος
Ακόμη και εάν οι
θαλάσσιες έρευνες
προχωρήσουν χωρίς
προβλήματα, το έργο δεν
έχει ξεπεράσει όλα τα
εμπόδια.
Η
χρηματοδότηση και το
ρυθμιστικό πλαίσιο στην
Κύπρο παραμένουν
κρίσιμα.
Το
συνολικό κόστος του
τμήματος Κρήτης–Κύπρου
υπολογίζεται σήμερα
περίπου στα 1,9 δισ.
ευρώ, ενώ το project
έχει ήδη εξασφαλίσει
ευρωπαϊκή επιχορήγηση
657 εκατ. ευρώ μέσω του
Connecting Europe
Facility.
Παράλληλα, βρίσκεται στο
τραπέζι χρηματοδότηση
έως 1 δισ. ευρώ από την
Ευρωπαϊκή Τράπεζα
Επενδύσεων. Η αξιολόγηση
της ΕΤΕπ θεωρείται
ιδιαίτερα σημαντική,
καθώς μια θετική απόφαση
θα μπορούσε να
λειτουργήσει ως ισχυρή
ψήφος εμπιστοσύνης προς
το έργο και να
διευκολύνει την
προσέλκυση πρόσθετων
ιδιωτικών κεφαλαίων.
Η
Λευκωσία έχει αφήσει
ανοιχτό το ενδεχόμενο
συμμετοχής της στο
μετοχικό σχήμα, αλλά
αναμένει πρώτα τα
αποτελέσματα της δέουσας
επιμέλειας της ΕΤΕπ.
Η
είσοδος της Meridiam
μπορεί να αλλάξει
σημαντικά και αυτή την
εξίσωση. Η παρουσία ενός
μεγάλου ευρωπαϊκού
επενδυτή υποδομών
μειώνει το επενδυτικό
ρίσκο που
αντιλαμβάνονται άλλοι
δυνητικοί χρηματοδότες
και μπορεί να
λειτουργήσει ως
καταλύτης για την είσοδο
πρόσθετων κεφαλαίων.
Στο
παρελθόν είχαν
εξεταστεί, μεταξύ άλλων,
συμμετοχές από την TAQA
και τη Masdar των
Ηνωμένων Αραβικών
Εμιράτων, αλλά και από
την αμερικανική DFC,
χωρίς μέχρι σήμερα να
προκύψει δεσμευτική
συμφωνία.
Εάν
η ΕΤΕπ δώσει θετικό
σήμα, το ενδεχόμενο
διεύρυνσης του
επενδυτικού σχήματος
αποκτά μεγαλύτερη
πιθανότητα.
Και
το ρυθμιστικό πλαίσιο
στην Κύπρο
Παράλληλα με τη
χρηματοδότηση, παραμένει
ανοιχτό και το
ρυθμιστικό σκέλος.
Η
ΡΑΕΚ έχει εγκρίνει προς
ανάκτηση επενδυτικές
δαπάνες ύψους 82 εκατ.
ευρώ, με βάση τα
στοιχεία που είχαν
υποβληθεί έως τις 21
Ιουλίου 2025.
Το
ισχύον πλαίσιο προβλέπει
επιτρεπόμενο έσοδο έως
25 εκατ. ευρώ ετησίως
για την περίοδο
2025–2029, με συνολικό
ανώτατο όριο τα 125
εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, εκκρεμεί η
ρυθμιστική έγκριση της
Σύμβασης Παραχώρησης
προς την εταιρεία GSI,
ενώ ο ΑΔΜΗΕ εξακολουθεί
να αποτελεί τον θεσμικά
αναγνωρισμένο Project
Promoter.
Όλα
αυτά σημαίνουν ότι η
επανεκκίνηση του έργου
δεν εξαρτάται από μία
μόνο απόφαση. Απαιτείται
ταυτόχρονη πρόοδος στο
τεχνικό, χρηματοδοτικό,
ρυθμιστικό και
γεωπολιτικό μέτωπο.
Το
μεγάλο στοίχημα για τον
ΑΔΜΗΕ
Για
τον ΑΔΜΗΕ, η είσοδος της
Meridiam αποτελεί σαφώς
σημαντική εξέλιξη.
Το
project αποκτά έναν
ισχυρό διεθνή επενδυτή,
ενώ η γαλλική συμμετοχή
προσθέτει πολιτικό βάρος
σε ένα έργο που
βρίσκεται στο σημείο
όπου συναντώνται η
ενεργειακή ασφάλεια της
Ευρώπης, οι σχέσεις
Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ
και οι ευρύτερες
γεωπολιτικές ισορροπίες
στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ωστόσο, η πραγματική
αξία της εξέλιξης θα
κριθεί από το εάν η νέα
μετοχική και πολιτική
δυναμική μετατραπεί σε
πραγματική πρόοδο στο
πεδίο.
Ο
Σεπτέμβριος μπορεί
επομένως να αποδειχθεί
καθοριστικός μήνας. Εάν
τα ερευνητικά πλοία
επιστρέψουν στη θάλασσα,
οι εργασίες προχωρήσουν
χωρίς νέα γεωπολιτική
εμπλοκή και παράλληλα
υπάρξει θετική εξέλιξη
από την ΕΤΕπ, ο GSI θα
έχει κάνει ένα
ουσιαστικό βήμα από τη
φάση της αβεβαιότητας
προς την υλοποίηση.
Σε
διαφορετική περίπτωση,
το έργο θα εξακολουθήσει
να βρίσκεται αντιμέτωπο
με τον ίδιο συνδυασμό
κινδύνων που το έχει
κρατήσει πίσω τα
προηγούμενα χρόνια.
Η
είσοδος της Meridiam,
πάντως, αλλάζει ένα
βασικό δεδομένο:
ο Great Sea
Interconnector δεν είναι
πλέον μόνο ένα
ελληνοκυπριακό
ενεργειακό project. Με
τη γαλλική συμμετοχή
αποκτά πλέον σαφέστερη
ευρωπαϊκή διάσταση,
μεγαλύτερο επενδυτικό
βάρος και ακόμη
ισχυρότερη γεωπολιτική
σημασία.
|