|
Σύμφωνα με την
HSBC,
οι ΗΠΑ αναμένεται να
καταγράψουν φέτος
δημοσιονομικό έλλειμμα
τουλάχιστον 6% του ΑΕΠ,
η Γερμανία έχει ήδη
ξεκινήσει αυξημένο
δανεισμό για τη
χρηματοδότηση του
πακέτου υποδομών ύψους
500 δισ. ευρώ, ενώ η
Ιαπωνία εξετάζει
σημαντικές φορολογικές
ελαφρύνσεις. Στη Γαλλία,
παρά την προσωρινή
ανακούφιση που έφερε η
έγκριση του
προϋπολογισμού του 2026,
οι πολιτικές
παραχωρήσεις
συνεπάγονται περαιτέρω
δημοσιονομική
επιδείνωση.
Η εικόνα αυτή
καταδεικνύει ότι τα
δημόσια οικονομικά των
ανεπτυγμένων χωρών
βρίσκονται σε σαφώς
χειρότερη θέση σε σχέση
με το παρελθόν, την ώρα
που η αποτελεσματικότητα
της δημοσιονομικής
επέκτασης ως εργαλείου
βιώσιμης ανάπτυξης
αμφισβητείται όλο και
περισσότερο, με τις
πρόσφατες μελέτες να
είναι μάλλον
αποθαρρυντικές.
Ταυτόχρονα, οι κεντρικές
τράπεζες δεν λειτουργούν
υποστηρικτικά για τις
κυβερνήσεις, καθώς το
κόστος δανεισμού
αυξάνεται ταχύτατα. Στη
Γαλλία, το κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους
έχει διπλασιαστεί μέσα
σε πέντε χρόνια, ενώ
στην Ιαπωνία οι πληρωμές
τόκων ενδέχεται να
προσεγγίσουν το 2% του
ΑΕΠ. Παρότι οι
κυβερνήσεις στρέφονται
στην έκδοση
βραχυπρόθεσμων τίτλων
για να περιορίσουν τις
πιέσεις, αυτό αυξάνει
τον κίνδυνο
αναχρηματοδότησης του
χρέους, όπως
προειδοποιεί ο
Balboni.
Παράλληλα, ο υψηλότερος
και πιο ασταθής
πληθωρισμός καθιστά τις
κεντρικές τράπεζες
ιδιαίτερα επιφυλακτικές
ως προς τις μειώσεις
επιτοκίων ή την
επαναφορά της ποσοτικής
χαλάρωσης. Η περίοδος
των «χαμηλών επιτοκίων
για μεγάλο διάστημα»
έχει πλέον λήξει, ενώ ο
έλεγχος των
μακροπρόθεσμων αποδόσεων
παραμένει περιορισμένος.
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, η
HSBC
εκτιμά ότι, με τα
σημερινά επίπεδα
επιτοκίων, οι ΗΠΑ θα
χρειαστούν δημοσιονομική
προσαρμογή άνω του 4%
του ΑΕΠ απλώς για να
σταθεροποιήσουν το
δημόσιο χρέος τους.
Αντίστοιχα, η Γαλλία
απαιτεί μέτρα ύψους 3%
του ΑΕΠ, ενώ η Γερμανία
και το Ηνωμένο Βασίλειο
περίπου 2%.
Ιστορικά, τέτοιου
μεγέθους δημοσιονομικές
εξυγιάνσεις είναι
σπάνιες. Από το 1990, η
HSBC
εντοπίζει μόλις οκτώ
περιπτώσεις προσαρμογής
άνω του 4% του ΑΕΠ σε
πενταετία και 15
περιπτώσεις άνω του 3%.
Οι περίοδοι αυτές είτε
υποστηρίχθηκαν από
εξαιρετικά υψηλούς
ρυθμούς ανάπτυξης είτε
συνοδεύτηκαν από έντονη
ύφεση, όπως συνέβη σε
χώρες όπως η Ιταλία και
η Ισπανία μετά την
παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση.
Χωρίς ουσιαστική
επιτάχυνση της
ανάπτυξης, αρκετές χώρες
ενδέχεται να βρεθούν
αντιμέτωπες με ιδιαίτερα
σκληρές δημοσιονομικές
δοκιμασίες.
Όπως καταλήγει ο
Balboni,
οι προκλήσεις αυτές θα
πρέπει να
αντιμετωπιστούν σε ένα
ιδιαίτερα δυσμενές
πολιτικό περιβάλλον,
καθώς το 2027
προγραμματίζονται
κρίσιμες εκλογικές
αναμετρήσεις σε ΗΠΑ
(ενδιάμεσες), Ισπανία,
Ιταλία και Γαλλία.





|