|
Η
χρηματιστηριακή εικόνα,
ιδίως στον
S&P 500, δείχνει
ότι τομείς όπως η
ενέργεια, τα βασικά
υλικά, η βιομηχανία και
οι κοινωφελείς
επιχειρήσεις έχουν
κινηθεί καλύτερα από τον
γενικό δείκτη. Αντίθετα,
κλάδοι που θεωρούνται
«asset-light», όπως η
τεχνολογία και η
διακριτική κατανάλωση,
υστερούν συγκριτικά.
Ωστόσο,
η ιστορική εμπειρία δεν
επιβεβαιώνει εύκολα την
άποψη ότι οι εταιρείες
χαμηλής έντασης παγίων
είναι εγγενώς πιο
ευάλωτες. Ο
οικονομολόγος
W. Brian Arthur,
στο βιβλίο του
Increasing Returns and
the New World of
Business, εξηγεί
ότι οι επιχειρήσεις που
επεξεργάζονται
πληροφορία —και όχι
φυσικούς πόρους— μπορούν
να απολαμβάνουν
αυξανόμενες αποδόσεις
κλίμακας και ισχυρά
ανταγωνιστικά
πλεονεκτήματα.
Τα
χαρακτηριστικά αυτά
είναι γνωστά: υψηλό
αρχικό κόστος ανάπτυξης,
αλλά εξαιρετικά χαμηλό
οριακό κόστος· ισχυρά
δικτυακά αποτελέσματα,
όπου η αξία του
προϊόντος ενισχύεται όσο
αυξάνονται οι χρήστες·
και σημαντικό κόστος
αλλαγής παρόχου
(switching costs) για
τον πελάτη. Αυτοί οι
παράγοντες προσέδωσαν
στις εταιρείες
λογισμικού αξιοσημείωτη
ανθεκτικότητα.
Τι
διαφοροποιείται σήμερα;
Η τεχνητή νοημοσύνη
ενδέχεται να συμπιέσει
δραστικά το κόστος
ανάπτυξης —για
παράδειγμα μέσω
αυτοματοποιημένου
προγραμματισμού— ενώ
παράλληλα να μειώσει το
κόστος μετάβασης για
τους χρήστες. Αν στο
μέλλον οι επιχειρήσεις
και οι εργαζόμενοι
στηρίζονται σε γενικού
σκοπού ψηφιακούς βοηθούς
αντί για εξειδικευμένες
πλατφόρμες, τότε το
«κλείδωμα» σε
συγκεκριμένα
οικοσυστήματα μπορεί να
αποδυναμωθεί.
Σε ένα
τέτοιο περιβάλλον, οι
υφιστάμενες πλατφόρμες
ενδέχεται να μη χάσουν
άμεσα από κάποιον
ανταγωνιστή, αλλά να
υποχωρήσουν σταδιακά
λόγω μειωμένης χρήσης. Η
πτώση των switching
costs θα μπορούσε επίσης
να καταστήσει τα
δικτυακά αποτελέσματα
ευκολότερα
αναπαραγώγιμα,
περιορίζοντας τα εμπόδια
εισόδου για νέους
παίκτες.
Ίσως,
επομένως, η ουσία να μην
βρίσκεται στη διάκριση
asset-heavy έναντι
asset-light, αλλά στη
διαφοροποίηση μεταξύ
επιχειρήσεων που
επεξεργάζονται φυσικούς
πόρους και εκείνων που
επεξεργάζονται
πληροφορία.
Οι
εταιρείες που
δραστηριοποιούνται σε
τομείς όπως η ενέργεια,
οι πρώτες ύλες, οι
μεταφορές ή η φιλοξενία
δεν προστατεύονται μόνο
λόγω των ακριβών παγίων
τους. Η προστασία τους
απορρέει και από
ρυθμιστικά εμπόδια,
απαιτητικές
αδειοδοτήσεις,
συσσωρευμένη τεχνογνωσία
και από το γεγονός ότι
καλύπτουν βασικές
φυσικές ανάγκες που δεν
μπορούν να ψηφιοποιηθούν
πλήρως.
Ακόμη
και μοντέλα που
χαρακτηρίζονται
asset-light —όπως
ορισμένες αλυσίδες
ξενοδοχείων ή εταιρείες
logistics— λειτουργούν
σε πεδία όπου η φυσική
παρουσία και η
μετακίνηση αγαθών και
ανθρώπων παραμένουν
απαραίτητες. Οι
μετακινήσεις, η
κατανάλωση ενέργειας και
οι βασικές υπηρεσίες θα
συνεχίσουν να
υφίστανται, ανεξαρτήτως
τεχνολογικής προόδου.
Εν
τέλει, το «Halo effect»
δεν σηματοδοτεί απλώς
μια επιστροφή στη βαριά
βιομηχανία. Αντανακλά
μια αναζήτηση
σταθερότητας σε ένα
περιβάλλον όπου η
πληροφορία —που μέχρι
πρόσφατα αποτελούσε το
κατεξοχήν θεμέλιο υψηλής
κερδοφορίας— γίνεται πιο
ρευστή και λιγότερο
προστατευμένη.
Η αγορά,
επομένως, δεν επενδύει
απλώς σε εργοστάσια ή
δίκτυα υποδομών·
επενδύει σε
δραστηριότητες που
δύσκολα υποκαθίστανται
από αλγοριθμικά
συστήματα.
|