|
Η συνολική αξία των
συμφωνιών που έχουν
ανακοινωθεί από την αρχή
του 2026 έχει ήδη
ξεπεράσει το αντίστοιχο
σύνολο του 2025,
φθάνοντας τα 53 δισ.
ευρώ. Στο ποσό αυτό
περιλαμβάνεται και η
συναλλαγή
UniCredit-Commerzbank,
ενώ η καταγραφή αφορά
συμφωνίες αξίας
τουλάχιστον 100 εκατ.
ευρώ.
Παράλληλα, συμφωνίες που
βρίσκονται σε
εκκρεμότητα ή
εξετάζονται φθάνουν
συνολικά τα 39 δισ.
ευρώ. Σε αυτές
περιλαμβάνεται και η
πιθανή εξαγορά της
Banca
Monte
dei
Paschi
από την Intesa
Sanpaolo,
η χρηματιστηριακή αξία
της οποίας διαμορφώνεται
σήμερα κοντά στα 34 δισ.
ευρώ.
Εφόσον προχωρήσουν οι
συγκεκριμένες κινήσεις,
η συνολική αξία των
συναλλαγών θα μπορούσε
να επιστρέψει σε επίπεδα
που είχαν να καταγραφούν
από τις αρχές της
δεκαετίας του 2010.
Αλλάζουν τα κίνητρα πίσω
από τις τραπεζικές
εξαγορές
Η λογική των τραπεζικών
συγχωνεύσεων στην Ευρώπη
έχει αλλάξει σημαντικά
σε σχέση με το παρελθόν.
Μετά τη χρηματοπιστωτική
κρίση, οι περισσότερες
συμφωνίες είχαν ως
βασικό στόχο την
εξυγίανση προβληματικών
ισολογισμών. Ακολούθησε
ένα κύμα εξαγορών, στο
οποίο ισχυρότερες
εγχώριες τράπεζες
απορροφούσαν
ασθενέστερους
ανταγωνιστές.
Σήμερα, το περιβάλλον
είναι διαφορετικό. Η
κερδοφορία και η
κεφαλαιακή επάρκεια των
ευρωπαϊκών τραπεζών
έχουν ενισχυθεί, με
αποτέλεσμα η
εξοικονόμηση κόστους να
μην αποτελεί πλέον από
μόνη της επαρκή λόγο για
μια μεγάλη εξαγορά.
Οι τράπεζες αναζητούν
πλέον μεγαλύτερη κλίμακα
δραστηριοτήτων, ενίσχυση
της καταθετικής τους
βάσης και διαφοροποίηση
των εσόδων τους, με
μεγαλύτερη συμμετοχή
προμηθειών και άλλων
δραστηριοτήτων πέρα από
την παραδοσιακή
τραπεζική. Παράλληλα, η
ανάγκη να περιοριστεί η
απόσταση από τους
μεγάλους αμερικανικούς
τραπεζικούς ομίλους
εξακολουθεί να αποτελεί
σημαντικό κίνητρο.
Ένας ακόμη παράγοντας
είναι η αύξηση των
πάγιων λειτουργικών
δαπανών. Οι επενδύσεις
στην τεχνολογία, την
τεχνητή νοημοσύνη και τη
συμμόρφωση με το
κανονιστικό πλαίσιο, σε
συνδυασμό με το
αυξανόμενο κόστος
προσωπικού, απαιτούν
ολοένα μεγαλύτερους
πόρους.
Κατά συνέπεια, η
διατήρηση μιας σχετικά
μικρής κλίμακας
δραστηριοτήτων γίνεται
ακριβότερη, ακόμη και
για τράπεζες που
εμφανίζουν υψηλή
κερδοφορία. Η μεγαλύτερη
συγκέντρωση μπορεί
επομένως να προσφέρει
όχι μόνο οικονομίες
κλίμακας, αλλά και τη
δυνατότητα
χρηματοδότησης των
απαραίτητων επενδύσεων.
Οι εγχώριες συμφωνίες
κυριαρχούν, αλλά οι
διασυνοριακές αποκτούν
ενδιαφέρον
Η υπόθεση
UniCredit-Commerzbank
παραμένει η πλέον
χαρακτηριστική συμφωνία
του νέου κύματος
εξαγορών και θα μπορούσε
να αποτελέσει τη
σημαντικότερη
διασυνοριακή εξαγορά
ευρωπαϊκής τράπεζας μετά
τη χρηματοπιστωτική
κρίση.
Η UniCredit
ακολούθησε σταδιακή
στρατηγική ενίσχυσης της
συμμετοχής της στη
γερμανική τράπεζα, αντί
να προχωρήσει εξαρχής σε
μια κλασική δημόσια
πρόταση εξαγοράς. Πλέον
θεωρείται ότι έχει
αποκτήσει ουσιαστικό
έλεγχο, παρότι η
συμμετοχή της στις
μετοχές διαμορφώνεται
περίπου στο 50%.
Επιπλέον, η Γερμανία δεν
αποτελεί εντελώς άγνωστη
αγορά για την
UniCredit.
Ο ιταλικός όμιλος
διαθέτει ήδη σημαντική
παρουσία στη χώρα μέσω
της θυγατρικής του
HVB,
γεγονός που διευκολύνει
τη στρατηγική προσέγγιση
της συγκεκριμένης
συναλλαγής.
Η συμφωνία έχει
συναντήσει σημαντικές
αντιδράσεις, τόσο σε
πολιτικό επίπεδο όσο και
από πλευράς
ενδιαφερόμενων μετόχων
και άλλων φορέων.
Ωστόσο, οι πιθανότητες
υλοποίησής της φαίνεται
να αυξάνονται. Η εξέλιξή
της έχει αναδείξει πόσο
δύσκολη παραμένει η
πραγματοποίηση μεγάλων
διασυνοριακών εξαγορών
στην Ευρώπη.
Παράλληλα, αποτελεί
πλέον την πιο ουσιαστική
δοκιμασία για το κατά
πόσο η Ευρώπη είναι
πραγματικά έτοιμη να
προχωρήσει σε μια
ευρύτερη τραπεζική
ενοποίηση πέρα από τα
εθνικά σύνορα.
Οι εγχώριες συναλλαγές
εξακολουθούν να
αποτελούν τον κανόνα,
ωστόσο έχουν καταγραφεί
και αρκετές
διασυνοριακές κινήσεις.
Μεταξύ αυτών
περιλαμβάνονται η
εξαγορά της πορτογαλικής
Novo
Banco
από την BPCE,
η εξαγορά της
Santander
Bank
Polska
από την Erste
Bank,
καθώς και η απόκτηση της
IKB
από την Crédit
Agricole,
με στόχο την ενίσχυση
της παρουσίας της στη
γερμανική αγορά.
Ορισμένοι τραπεζικοί
όμιλοι κοιτούν πλέον και
εκτός Ευρώπης.
Χαρακτηριστική είναι η
περίπτωση της
Santander,
η οποία εξαγόρασε την
αμερικανική
Webster
Financial
Corporation
έναντι 12,5 δισ.
δολαρίων.
Παρά τη σημασία αυτών
των συναλλαγών, η
ING
επισημαίνει ότι δεν έχει
ακόμη διαμορφωθεί ένα
ευρύ κύμα διασυνοριακών
συγχωνεύσεων. Πολλές από
τις συμφωνίες αφορούν
αγορές στις οποίες οι
αγοραστές διαθέτουν ήδη
παρουσία ή επιχειρήσεις
που συμπληρώνουν
υφιστάμενες
δραστηριότητές τους.
Η Ιταλία στο επίκεντρο
του νέου κύματος
Η Ιταλία έχει εξελιχθεί
σε μία από τις πιο
δραστήριες αγορές
τραπεζικών εξαγορών και
συγχωνεύσεων στην
Ευρώπη, με την
Banca
Monte
dei
Paschi
(MPS)
να βρίσκεται στο
επίκεντρο των εξελίξεων.
Η MPS
ολοκλήρωσε το 2025 την
εξαγορά της
Mediobanca,
ενώ μέσα στο 2026
προσέγγισε την
Banco
BPM
και την Banca
Generali,
εξετάζοντας το
ενδεχόμενο συγχώνευσης.
Η κίνηση αυτή αποτέλεσε
ουσιαστικά μια
προσπάθεια αντίδρασης
στην εχθρική πρόταση
εξαγοράς που είχε
καταθέσει η
Intesa
Sanpaolo
για την ίδια την
MPS.
Ωστόσο, το σχέδιο της
MPS
φαίνεται πλέον λιγότερο
πιθανό να προχωρήσει.
Βασικοί μέτοχοι έχουν
εκφράσει αντιρρήσεις για
ορισμένες πτυχές των
σχεδίων συγχώνευσης, ενώ
έχουν ταχθεί υπέρ της
πρότασης της
Intesa
Sanpaolo.
Σημαντική εξέλιξη
αποτελεί και η έγκριση
της Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας για την
απόκτηση ελέγχου της
MPS,
ένα ουσιαστικό βήμα στην
προσπάθεια ολοκλήρωσης
της συναλλαγής, η οποία
αποτιμάται περίπου στα
34 δισ. ευρώ.
Στο ίδιο πλαίσιο
εντάσσεται και η
συγχώνευση της
BPER
με την Popolare
di
Sondrio,
που πραγματοποιήθηκε
νωρίτερα μέσα στη
χρονιά, ενισχύοντας
περαιτέρω την τάση
συγκέντρωσης του
ιταλικού τραπεζικού
συστήματος.
Γιατί όμως η Ιταλία
εμφανίζει τόσο έντονη
κινητικότητα;
Η βασική εξήγηση
βρίσκεται στον
κατακερματισμό της
αγοράς. Παρά το κύμα
συγχωνεύσεων που έχει
ήδη προηγηθεί,
εξακολουθούν να υπάρχουν
σημαντικά περιθώρια για
περαιτέρω συγκέντρωση
και αξιοποίηση
συνεργειών. Η εγχώρια
αγορά προσφέρει ακόμη
δυνατότητες περιορισμού
του λειτουργικού
κόστους, ενώ το μέγεθος
της ιταλικής οικονομίας
δημιουργεί ευκαιρίες για
διεύρυνση των τραπεζικών
εργασιών και
διαφοροποίηση των
εσόδων.
Η ING
εκτιμά ότι οι
συγκεκριμένοι παράγοντες
θα συνεχίσουν να
τροφοδοτούν τις εξαγορές
και συγχωνεύσεις στην
Ιταλία και το 2027,
ακόμη και αν οι πιο
προφανείς συνδυασμοί
μεταξύ τραπεζών αρχίζουν
σταδιακά να
περιορίζονται.
Δεν είναι πλέον μόνο
θέμα μεγέθους
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό
του νέου κύματος
εξαγορών είναι ότι οι
τράπεζες δεν επιδιώκουν
απλώς να αυξήσουν το
ενεργητικό τους και το
μερίδιο αγοράς τους.
Δίνουν πλέον μεγαλύτερη
έμφαση στα έσοδα από
προμήθειες, στην
ανάπτυξη δραστηριοτήτων
με χαμηλότερες
κεφαλαιακές απαιτήσεις
και στη διεύρυνση της
παρουσίας τους σε τομείς
όπως η διαχείριση
περιουσίας, η διαχείριση
κεφαλαίων, οι πληρωμές,
οι υπηρεσίες
συναλλάγματος και οι
ασφαλιστικές εργασίες.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
εξαγορά της
Evelyn
Partners
από τη NatWest
Group.
Η συμφωνία δημιούργησε
τη μεγαλύτερη
δραστηριότητα
Private
Banking
και Wealth
Management
στο Ηνωμένο Βασίλειο,
ενώ παράλληλα αύξησε
κατά 20% τα έσοδα της
NatWest
από προμήθειες.
Αντίστοιχα, η εξαγορά
της AXA
Investment
Managers
από την BNP
Paribas
το 2025 δημιούργησε έναν
διαχειριστή κεφαλαίων με
υπό διαχείριση
περιουσιακά στοιχεία
ύψους 1,5 τρισ. ευρώ. Η
γαλλική τράπεζα
επιδιώκει με αυτόν τον
τρόπο να ενισχύσει τη
θέση της απέναντι στους
μεγάλους αμερικανικούς
ομίλους διαχείρισης
κεφαλαίων και να αυξήσει
τα επαναλαμβανόμενα
έσοδα από προμήθειες.
Στη Γερμανία, παράλληλα,
δημοσιεύματα ανέφεραν
ότι η Deutsche
Bank
και η DWS
εξετάζουν το ενδεχόμενο
απόκτησης μειοψηφικής
συμμετοχής στην
ασφαλιστική εταιρεία
ζωής Frankfurter
Leben.
Εφόσον προχωρήσει η
κίνηση, θα σηματοδοτήσει
την επιστροφή της
Deutsche
Bank
στον κλάδο ασφάλισης
ζωής μετά από
περισσότερο από μία
δεκαετία.
Μπορούν οι συγχωνεύσεις
να βελτιώσουν την
τραπεζική κερδοφορία;
Το κρίσιμο ερώτημα είναι
κατά πόσο η μεγαλύτερη
συγκέντρωση του
τραπεζικού κλάδου οδηγεί
πράγματι σε καλύτερες
επιδόσεις.
Η απάντηση δεν είναι
απόλυτη, ωστόσο τα
διαθέσιμα στοιχεία
δείχνουν προς αυτή την
κατεύθυνση. Οι
μεγαλύτερες τράπεζες δεν
αξιοποιούν πάντοτε με
τον καλύτερο τρόπο τα
κεφάλαιά τους, όμως οι
αγορές με υψηλότερο
βαθμό συγκέντρωσης
τείνουν γενικά να
εμφανίζουν μεγαλύτερη
σταθερότητα και, σε
ορισμένες περιπτώσεις,
υψηλότερη κερδοφορία.
Η ΕΚΤ τάσσεται υπέρ της
περαιτέρω ενοποίησης
όπου υπάρχουν οι
κατάλληλες προϋποθέσεις,
καθώς θεωρεί ότι η
μεγαλύτερη διαφοροποίηση
δραστηριοτήτων και οι
οικονομίες κλίμακας
μπορούν να ενισχύσουν
την αποδοτικότητα του
τραπεζικού συστήματος.
Υπάρχει, ωστόσο, και η
αντίθετη πλευρά. Μια
συγχώνευση μπορεί να
οδηγήσει σε μείωση της
κεφαλαιακής βάσης, κάτι
που δεν είναι απαραίτητα
θετικό. Οι τράπεζες με
ισχυρότερη κεφαλαιακή
επάρκεια συνήθως
απολαμβάνουν χαμηλότερο
κόστος χρηματοδότησης
και έχουν μεγαλύτερα
περιθώρια να
διοχετεύσουν κεφάλαια
στην πραγματική
οικονομία.
Το τελικό αποτέλεσμα
εξαρτάται επομένως από
την ισορροπία ανάμεσα
στις μακροπρόθεσμες
συνέργειες που μπορεί να
προκύψουν και στο αρχικό
κόστος της συναλλαγής,
την πολυπλοκότητα της
εκτέλεσης και τις
δυσκολίες ενοποίησης των
δύο οργανισμών.
Τα στοιχεία της ΕΚΤ
δείχνουν ότι υπάρχει
συσχέτιση ανάμεσα στον
βαθμό συγκέντρωσης των
τραπεζικών αγορών και
την κερδοφορία τους.
Όπως προκύπτει από τη
σχετική ανάλυση για το
2025, στις χώρες όπου η
συγκέντρωση είναι
υψηλότερη, όπως αυτή
αποτυπώνεται μέσω του
δείκτη Herfindahl-Hirschman,
τα καθαρά περιθώρια
επιτοκίου των τραπεζών
τείνουν να είναι επίσης
υψηλότερα.
Παρά τη συγκεκριμένη
σχέση, τα καθαρά
περιθώρια επιτοκίου των
ευρωπαϊκών τραπεζών
εξακολουθούν να
υπολείπονται σημαντικά
των αντίστοιχων
αμερικανικών, όπου
κινούνται συνήθως στην
περιοχή του 3% με 4%.
Αντίστοιχη εικόνα
προκύπτει και από τη
σχέση μεταξύ
συγκέντρωσης της αγοράς
και κόστους πιστωτικού
κινδύνου. Στις χώρες με
μεγαλύτερη συγκέντρωση,
το κόστος κινδύνου
τείνει να είναι
χαμηλότερο.
Η συσχέτιση δεν είναι
ιδιαίτερα ισχυρή και
υπάρχουν αρκετές
εξαιρέσεις, επομένως δεν
μπορεί να θεωρηθεί ότι η
μεγαλύτερη συγκέντρωση
προκαλεί αυτομάτως
μείωση των πιστωτικών
ζημιών. Ωστόσο, τα
στοιχεία δείχνουν ότι
ένα πιο συγκεντρωμένο
τραπεζικό σύστημα μπορεί
να συνδέεται με καλύτερη
ποιότητα ενεργητικού και
χαμηλότερο κόστος
κινδύνου.
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία
διευκολύνει τις
συμφωνίες, αλλά
εξακολουθούν να υπάρχουν
εμπόδια
Η δημιουργία της
Ευρωπαϊκής Τραπεζικής
Ένωσης έχει διευκολύνει
σημαντικά την αξιολόγηση
και την υλοποίηση
τραπεζικών συμφωνιών. Η
ΕΚΤ έχει αναλάβει τον
ενιαίο εποπτικό ρόλο για
τις μεγάλες τράπεζες, οι
κανόνες κεφαλαιακής
επάρκειας έχουν γίνει
πιο ομοιόμορφοι και το
πλαίσιο για την
εξυγίανση προβληματικών
τραπεζών είναι πλέον
σαφέστερο σε σχέση με
πριν από μία δεκαετία.
Ωστόσο, όπως έχει
επισημανθεί και στην
έκθεση Ντράγκι, η
Τραπεζική Ένωση
παραμένει ανολοκλήρωτη,
με αποτέλεσμα οι
ευρωπαϊκές τράπεζες να
εξακολουθούν να
εμφανίζουν χαμηλότερη
κερδοφορία σε σχέση με
τους αμερικανικούς
ανταγωνιστές τους.
Το επόμενο διάστημα
αναμένεται να υπάρξουν
σημαντικές εξελίξεις. Η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
σχεδιάζει να παρουσιάσει
ένα ευρύ πακέτο
μεταρρυθμίσεων για τον
τραπεζικό κλάδο κατά το
πρώτο τρίμηνο του 2027.
Οι προτάσεις θα αφορούν
τη διαχείριση κεφαλαίων
και ρευστότητας σε
διασυνοριακούς
τραπεζικούς ομίλους, την
ασφάλιση καταθέσεων,
τους εποπτικούς κανόνες
και άλλες πτυχές της
λειτουργίας του
ευρωπαϊκού τραπεζικού
συστήματος.
Για τις εξαγορές και
συγχωνεύσεις, ιδιαίτερη
σημασία έχουν οι
προτάσεις που θα
επιτρέπουν στους
τραπεζικούς ομίλους να
κατανέμουν με μεγαλύτερη
ευελιξία τα κεφάλαια και
τη ρευστότητά τους
μεταξύ διαφορετικών
θυγατρικών και χωρών.
Στόχος είναι επίσης να
υπάρξει πιο ομοιόμορφη
αντιμετώπιση των
ενδοομιλικών εκθέσεων.
Πρόκειται, ωστόσο, ακόμη
για προτάσεις και όχι
για συμφωνημένες
αλλαγές, επομένως το
τελικό περιεχόμενο και
το χρονοδιάγραμμα
εφαρμογής τους
παραμένουν αβέβαια.
Ένα από τα σημαντικότερα
προβλήματα που
επιχειρείται να
αντιμετωπιστεί είναι ο
περιορισμός στη μεταφορά
κεφαλαίων και
ρευστότητας μεταξύ
μητρικών τραπεζών και
θυγατρικών τους. Σύμφωνα
με την AFME,
οι υφιστάμενοι κανόνες
απομόνωσης κεφαλαίων και
ρευστότητας σε εθνικό
επίπεδο έχουν ως
αποτέλεσμα περίπου 225
δισ. ευρώ κεφαλαίων και
250 δισ. ευρώ
ρευστότητας να
παραμένουν δεσμευμένα
μέσα σε θυγατρικές
εταιρείες, χωρίς να
μπορούν να μετακινηθούν
ελεύθερα εντός του ίδιου
τραπεζικού ομίλου.
Η χαλάρωση αυτών των
περιορισμών θα μπορούσε
να διευκολύνει σημαντικά
τη λειτουργία των
διασυνοριακών τραπεζικών
ομίλων και να
δημιουργήσει καλύτερες
προϋποθέσεις για νέες
εξαγορές.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή προωθεί νέα
πρόταση για την
αντικατάσταση του
Ευρωπαϊκού Συστήματος
Ασφάλισης Καταθέσεων (EDIS).
Μια τέτοια αλλαγή θα
μπορούσε να περιορίσει
τα κίνητρα των εθνικών
αρχών να διατηρούν
κεφάλαια και ρευστότητα
εντός των συνόρων τους,
διευκολύνοντας έτσι τις
διασυνοριακές
συναλλαγές.
Σημαντική είναι και η
μεταρρύθμιση του
πλαισίου διαχείρισης
τραπεζικών κρίσεων (CMDI),
η οποία εγκρίθηκε μέσα
στο 2026. Οι νέοι
κανόνες αναμένεται να
διευκολύνουν τη
διαχείριση τραπεζών που
αντιμετωπίζουν σοβαρά
προβλήματα, κάτι που
ενδεχομένως θα μπορούσε
να καταστήσει ευκολότερη
και τη διαδικασία
ενοποίησης του κλάδου.
Ένα ακόμη εργαλείο είναι
ο λεγόμενος «Δανέζικος
Συμβιβασμός» (Danish
Compromise),
ο οποίος έχει
ενσωματωθεί στον
κανονισμό CRR3.
Επιτρέπει στις τράπεζες,
υπό συγκεκριμένες
προϋποθέσεις, να
υπολογίζουν με
συντελεστές στάθμισης
κινδύνου ορισμένες
ασφαλιστικές θυγατρικές
τους, αντί να αφαιρούν
την αξία των συμμετοχών
αυτών από τα εποπτικά
τους κεφάλαια.
Η σχετική προσέγγιση
διευκρινίστηκε από την
Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών
(EBA)
τον Ιανουάριο του 2026,
ενώ τράπεζες όπως η
UniCredit
έχουν ήδη λάβει έγκριση
για την εφαρμογή της
στις ασφαλιστικές
θυγατρικές τους.
Η εξέλιξη αυτή βελτιώνει
την οικονομική
ελκυστικότητα της
συνεργασίας τραπεζών και
ασφαλιστικών εταιρειών
και θα μπορούσε να
ενισχύσει περαιτέρω τις
σχετικές εξαγορές και
συγχωνεύσεις.
Από την άλλη πλευρά, οι
εθνικές ρυθμιστικές
αρχές και οι πολιτικές
παρεμβάσεις εξακολουθούν
σε αρκετές περιπτώσεις
να δημιουργούν εμπόδια,
αυξάνοντας το κόστος και
την αβεβαιότητα των
συναλλαγών.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
προσπάθεια της
BBVA
να εξαγοράσει τη
Sabadell.
Η διαδικασία διήρκεσε
539 ημέρες, από την
ανακοίνωση της πρότασης
τον Μάιο του 2024 μέχρι
την αποτυχία της τον
Οκτώβριο του 2025.
Το βασικό συμπέρασμα της
ING
είναι ότι οι ευρωπαϊκές
εποπτικές αρχές
επιδιώκουν να ενισχύσουν
την ανταγωνιστικότητα
των τραπεζών και θεωρούν
την περαιτέρω
συγκέντρωση ένα από τα
εργαλεία για την
επίτευξη αυτού του
στόχου. Ωστόσο, οι
κανονιστικές αλλαγές
μπορούν να διευκολύνουν
τη διαδικασία, δεν
αρκούν όμως από μόνες
τους για να εξασφαλίσουν
την πραγματοποίηση μιας
συμφωνίας.
Γιατί το 2027 αναμένεται
να παραμείνει χρονιά
έντονης κινητικότητας
Οι προοπτικές για το
2027 παραμένουν
υποστηρικτικές για νέες
τραπεζικές εξαγορές. Η
κερδοφορία των
ευρωπαϊκών τραπεζών
διατηρείται σε
ικανοποιητικά επίπεδα
μέσα στο 2026, ενώ η
κεφαλαιακή τους επάρκεια
παραμένει ισχυρή.
Παρά τις προκλήσεις που
δημιουργούν οι
γεωπολιτικές εξελίξεις,
ο πληθωρισμός και η
πορεία των επιτοκίων, η
ING
εξακολουθεί να αναμένει
υψηλή δραστηριότητα στον
τομέα των εξαγορών και
συγχωνεύσεων.
Βεβαίως, οι διοικήσεις
των τραπεζών θα πρέπει
να σταθμίσουν προσεκτικά
τις επιλογές τους. Σε
ένα περιβάλλον λιγότερο
φιλικό προς τις αγορές,
θα κληθούν να
αποφασίσουν αν θα
διατηρήσουν μεγαλύτερα
κεφαλαιακά αποθέματα
ασφαλείας, αν θα
προχωρήσουν σε διανομές
προς τους μετόχους ή αν
θα διαθέσουν κεφάλαια
για νέες εξαγορές.
Οι περισσότερες
συμφωνίες αναμένεται και
πάλι να είναι εγχώριες.
Η Ιταλία παραμένει η
αγορά με τις μεγαλύτερες
πιθανότητες νέων
κινήσεων, χωρίς να
αποκλείονται εξελίξεις
και σε άλλες ευρωπαϊκές
χώρες.
Στις σκανδιναβικές
αγορές αναμένεται
μεγαλύτερη κινητικότητα
μέσω συνεργασιών και
συμφωνιών που θα
επικεντρώνονται στην
τεχνολογία και τη
διαχείριση περιουσίας.
Στην Ισπανία και την
Πορτογαλία, όπου η
τραπεζική συγκέντρωση
είναι ήδη αρκετά υψηλή,
οι πιθανότερες κινήσεις
αφορούν μικρότερες
συμπληρωματικές
εξαγορές.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι
ψηφιακές τράπεζες και οι
νεότεροι τραπεζικοί
όμιλοι κερδίζουν
σταδιακά έδαφος, ενώ ο
ανταγωνισμός για την
προσέλκυση καταθέσεων
παραμένει έντονος. Αυτό
θα μπορούσε να οδηγήσει
σε περισσότερες
συμφωνίες και
στρατηγικές συνεργασίες.
Στις χώρες της
Benelux,
δηλαδή στο Βέλγιο, την
Ολλανδία και το
Λουξεμβούργο, ενδέχεται
επίσης να προκύψουν
ευκαιρίες, καθώς
περιορίζεται σταδιακά η
κρατική συμμετοχή σε
ορισμένους τραπεζικούς
ομίλους και αυξάνεται η
διάθεση για ανάπτυξη
μέσω εξαγορών.
Η διασυνοριακή
δραστηριότητα θα
μπορούσε επίσης να
παραμείνει αυξημένη.
Ωστόσο, για την
ING,
η πραγματική δοκιμασία
θα είναι η ολοκλήρωση
της συμφωνίας
UniCredit-Commerzbank
και κυρίως όσα θα
ακολουθήσουν μετά την
εξαγορά.
Η ενσωμάτωση δύο μεγάλων
τραπεζικών οργανισμών
είναι μια διαδικασία που
μπορεί να απαιτήσει
αρκετά χρόνια, ενώ η
επιτυχία της θα
αποτελέσει σημαντικό
προηγούμενο για το
μέλλον της ευρωπαϊκής
τραπεζικής ενοποίησης.
Παράλληλα, το
κανονιστικό περιβάλλον
αναμένεται να γίνει
σταδιακά πιο
υποστηρικτικό για τις
διασυνοριακές συμφωνίες
από το 2027 και μετά.
Οι εξαγορές ήρθαν για να
μείνουν
Η δραστηριότητα των
τραπεζικών εξαγορών και
συγχωνεύσεων στην Ευρώπη
έχει ανακάμψει τα
τελευταία χρόνια και η
ING
εκτιμά ότι θα συνεχιστεί
με έντονους ρυθμούς και
το 2027. Δεν αναμένει,
ωστόσο, μια απότομη και
γενικευμένη έκρηξη
συμφωνιών, αλλά μια
σταδιακή συνέχιση της
τάσης συγκέντρωσης.
Για τους επενδυτές σε
μετοχές, η τοποθέτηση σε
τράπεζες που ενδέχεται
να αποτελέσουν στόχους
εξαγοράς έχει
αναγκαστικά κερδοσκοπικό
χαρακτήρα. Για τους
ομολογιούχους, η πιο
άμεση δυνατότητα
αξιοποίησης μιας τέτοιας
εξέλιξης είναι η κατοχή
ομολόγων της τράπεζας
που αποτελεί τον στόχο
της εξαγοράς. Ωστόσο,
ούτε εδώ υπάρχει εγγύηση
θετικού αποτελέσματος,
καθώς η μεγαλύτερη
κλίμακα δεν σημαίνει
απαραίτητα καλύτερη
πιστοληπτική αξιολόγηση
μετά από μια συγχώνευση
ή εξαγορά.
Η ING
δεν θεωρεί ότι επίκειται
άμεσα μια ριζική αλλαγή
στον ευρωπαϊκό τραπεζικό
χάρτη, καθώς
εξακολουθούν να υπάρχουν
σημαντικά εμπόδια,
κυρίως στις
διασυνοριακές
συναλλαγές. Ωστόσο, η
γενικότερη κατεύθυνση
είναι σαφής.
Οι μεγαλύτεροι
τραπεζικοί όμιλοι συχνά
εμφανίζουν καλύτερες
επιδόσεις από τους
μικρότερους, ενώ οι
ευρωπαϊκές εποπτικές
αρχές αναγνωρίζουν όλο
και περισσότερο τα οφέλη
που μπορεί να προκύψουν
από ένα βαθύτερα
ενοποιημένο τραπεζικό
σύστημα.
Οι ευρωπαϊκές τραπεζικές
αγορές εξακολουθούν να
είναι κατακερματισμένες,
τόσο μεταξύ των
κρατών-μελών όσο και σε
σύγκριση με την ενιαία
αμερικανική αγορά. Αυτό
δημιουργεί σημαντικές
ευκαιρίες για νέες
κινήσεις, αλλά
ταυτόχρονα διατηρεί
εμπόδια που θα χρειαστεί
χρόνος για να
ξεπεραστούν.
Το 2027 αναμένεται,
επομένως, να είναι ακόμη
μία ενδιαφέρουσα χρονιά
για τον ευρωπαϊκό
τραπεζικό κλάδο, με τις
εξαγορές και τις
συγχωνεύσεις να
αποτελούν έναν από τους
βασικούς παράγοντες που
θα διαμορφώσουν τις
εξελίξεις.
Πηγή: ING
|