|
Όπως
επισημαίνει, ένα από τα
βασικά πλεονεκτήματα της
ελληνικής αγοράς είναι
το ευνοϊκό
μακροοικονομικό
περιβάλλον. Η ανάπτυξη
του ΑΕΠ αναμένεται να
είναι η υψηλότερη στην
Ευρωζώνη τόσο το 2025
όσο και το 2026, με την
ελληνική οικονομία να
εκτιμάται ότι θα
αναπτυχθεί πάνω από το
2% στη διετία, και
συγκεκριμένα στο 2,2% το
2025. Αντίθετα, για τη
ζώνη του ευρώ η JP
Morgan προβλέπει ρυθμούς
ανάπτυξης 1,5% το 2025
και 1,3% το 2026.
Σε
επίπεδο μακροοικονομικών
μεγεθών, η τράπεζα
εκτιμά ότι ο πληθωρισμός
στην Ελλάδα θα
διαμορφωθεί στο 2,3%
φέτος, το πρωτογενές
πλεόνασμα στο 3,4% του
ΑΕΠ, το έλλειμμα του
ισοζυγίου τρεχουσών
συναλλαγών στο 6,4%, ενώ
ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ
αναμένεται να υποχωρήσει
στο 142%.
Παρά το
εντυπωσιακό ράλι των
τελευταίων ετών, οι
αποτιμήσεις των
ελληνικών μετοχών
παραμένουν ελκυστικές,
σύμφωνα με την JP
Morgan. Από τις αρχές
του 2025, η ελληνική
αγορά έχει καταγράψει
άνοδο περίπου 75%, την
υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή
Ένωση και σαφώς πάνω από
την Ισπανία, η οποία
ακολουθεί με κέρδη της
τάξης του 60% την ίδια
περίοδο.
Ο
εκτιμώμενος δείκτης P/E
για τους επόμενους 12
μήνες διαμορφώνεται στο
10x, το χαμηλότερο
επίπεδο τόσο στην
Ευρωζώνη όσο και στην
Ευρώπη συνολικά, με το
discount έναντι της
Ευρωζώνης να φτάνει το
28%. Σε όρους τιμής προς
λογιστική αξία (P/B), η
ελληνική αγορά
διαπραγματεύεται στο
1,5x, με discount
περίπου 10%. Η αύξηση
των κερδών ανά μετοχή
εκτιμάται στο 5% το
2025, ενώ για το 2026
προβλέπεται επιτάχυνση
στο 11% και για το 2027
στο 10%. Η μερισματική
απόδοση υπολογίζεται
κοντά στο 3%.
Παρά τα
παραπάνω, η JP Morgan
συνεχίζει να
αντιμετωπίζει αρνητικά
την προοπτική
αναβάθμισης του Χ.Α.
στις ανεπτυγμένες
αγορές, υποστηρίζοντας
ότι ενδέχεται να
οδηγήσει σε εκροές άνω
των 500 εκατ. ευρώ και
σε υποχώρηση του
επενδυτικού
ενδιαφέροντος, δεδομένου
του πολύ μικρού βάρους
της Ελλάδας στον MSCI
Europe (μόλις 0,36%).
Υπό αυτό το πρίσμα, θα
ανέμενε κανείς μια πιο
συντηρητική στάση από
την τράπεζα, ειδικά
καθώς η αλλαγή
κατηγορίας θεωρείται
πλέον σχεδόν βέβαιη
εντός του 2026. Κάτι
τέτοιο, ωστόσο, δεν έχει
συμβεί, σε αντίθεση με
τη HSBC, η οποία στις
αρχές του 2026
υποβάθμισε τη στάση της
για την Ελλάδα σε
underweight,
επικαλούμενη μεταξύ
άλλων την επικείμενη
αναβάθμιση.
Υπενθυμίζεται ότι ο FTSE
έχει προγραμματίσει την
αναβάθμιση της Ελλάδας
για τον Σεπτέμβριο, η
MSCI έχει ξεκινήσει
σχετική διαβούλευση με
στόχο – εφόσον υπάρξει
θετική απόφαση – την
υλοποίηση τον Αύγουστο,
ο S&P Dow Jones έχει
προτείνει αναβάθμιση
επίσης για τον
Σεπτέμβριο, ενώ και ο
STOXX διατηρεί τη χώρα
σε λίστα παρακολούθησης,
με πιθανή απόφαση τον
Απρίλιο.
Σε ό,τι
αφορά τη συνολική
επενδυτική στρατηγική
της, η JP Morgan
επαναβεβαιώνει τη θέση
overweight στις μετοχές
της Ευρωζώνης, την οποία
διατηρεί από το τέταρτο
τρίμηνο του 2025. Εκτιμά
ότι, παρά τη
βραχυπρόθεσμη διόρθωση
των τελευταίων ημερών,
το ανοδικό περιθώριο δεν
έχει εξαντληθεί.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται
στον αναμενόμενο
αντίκτυπο των
δημοσιονομικών κινήτρων
στη Γερμανία, ο οποίος
αναμένεται να γίνει πιο
αισθητός, προσφέροντας
στήριξη στις ευρωπαϊκές
αγορές. Παράλληλα, η
βελτίωση του πλούτου και
της οικονομικής
δραστηριότητας στην Κίνα
εκτιμάται ότι θα
ωφελήσει επιλεγμένους
ευρωπαϊκούς κλάδους,
πέραν της εξόρυξης.
Επιπλέον, οι μειώσεις
επιτοκίων από την ΕΚΤ
από το 2025 και μετά
αναμένεται να ενισχύσουν
την πιστωτική ώθηση, ενώ
η εταιρική κερδοφορία
στην Ευρωζώνη, που
υστέρησε τα τελευταία
τρία χρόνια, προβλέπεται
να επιταχυνθεί το 2026.
Η JP Morgan θεωρεί
επίσης πιθανό το
ενδεχόμενο μιας
εκεχειρίας μεταξύ Ρωσίας
και Ουκρανίας εντός των
επόμενων 1-2 τριμήνων,
εξέλιξη που θα μπορούσε
να στηρίξει τόσο τις
τιμές ενέργειας όσο και
το επενδυτικό κλίμα.
Τέλος, η
αμερικανική τράπεζα
διατηρεί overweight
στάση στις αναδυόμενες
αγορές έναντι των
ανεπτυγμένων. Μετά από
μακρά περίοδο
επιφυλακτικότητας, η JP
Morgan έγινε θετική για
τις αναδυόμενες αγορές
το 2025 και εκτιμά ότι
το ευνοϊκό περιβάλλον θα
συνεχιστεί. Οι βασικοί
καταλύτες περιλαμβάνουν
τη μείωση των εμπορικών
εντάσεων, τις πιο
ισχυρές συναλλαγματικές
ισοτιμίες, τη χαλάρωση
της νομισματικής
πολιτικής και την
αυξημένη πολιτική
στήριξη στην Κίνα. Όπως
χαρακτηριστικά
σημειώνει, «οι
αναδυόμενες αγορές
παραμένουν φθηνές,
υπο-επενδεδυμένες και οι
εισροές κεφαλαίων
επιταχύνονται».


|