|
Η αλλαγή στάσης
αντανακλά κυρίως την
επιδείνωση του
μακροοικονομικού
περιβάλλοντος. Η
JP
Morgan
εκτιμά ότι η σύγκρουση
μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν
αυξάνει σημαντικά την
πιθανότητα μιας
παρατεταμένης
ενεργειακής κρίσης, η
οποία θα μπορούσε να
επηρεάσει τόσο τον
πληθωρισμό όσο και την
οικονομική
δραστηριότητα.
Σύμφωνα με την ανάλυση,
το πετρέλαιο ενδέχεται
να διατηρηθεί πάνω από
τα 80 δολάρια ανά βαρέλι
για μεγάλο μέρος του
2026. Σε πιο δυσμενή
σενάρια, ωστόσο, η τιμή
του θα μπορούσε να
κινηθεί ακόμη και προς
τα 125 ή τα 150 δολάρια,
εφόσον υπάρξει σοβαρή
διαταραχή στις ροές
πετρελαίου μέσω των
Στενών του Ορμούζ.
Μια τέτοια εξέλιξη θα
ενίσχυε τον κίνδυνο
στασιμοπληθωρισμού,
πιέζοντας ταυτόχρονα τα
περιθώρια κερδοφορίας
των επιχειρήσεων και τις
αποτιμήσεις των αγορών.
Εκτός των κορυφαίων
επιλογών η Πειραιώς
Στο πλαίσιο αυτής της
αναθεώρησης, η JP
Morgan
αφαιρεί και τη μετοχή
της Τράπεζας Πειραιώς
από τη λίστα των
κορυφαίων επιλογών της
για την περιοχή. Παρά το
γεγονός ότι η μετοχή
εξακολουθεί να
διαπραγματεύεται με
έκπτωση σε σχέση με τις
ευρωπαϊκές τράπεζες, ο
οίκος θεωρεί ότι στο
τρέχον περιβάλλον το
ισοζύγιο κινδύνου και
απόδοσης δεν είναι πλέον
τόσο ελκυστικό.
Η ανάλυση σημειώνει ότι
οι ελληνικές τράπεζες
είναι ιδιαίτερα
ευαίσθητες στις διεθνείς
συνθήκες ρευστότητας και
στη μεταβολή της
επενδυτικής ψυχολογίας.
Σε περιόδους αυξημένης
μεταβλητότητας, οι
μετοχές του κλάδου
τείνουν να επηρεάζονται
περισσότερο από τις
κινήσεις των διεθνών
κεφαλαίων.
Ταυτόχρονα, η JP
Morgan
προβλέπει ενίσχυση του
δολαρίου, κάτι που
μπορεί να λειτουργήσει
ως πρόσθετος παράγοντας
πίεσης για τις αγορές
της περιοχής, καθώς
περιορίζει τις εισροές
κεφαλαίων προς τις
αναδυόμενες οικονομίες.
Μετά το ισχυρό ράλι του
2025
Η συγκυρία για την
ελληνική αγορά είναι
ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς
έρχεται μετά από μια
περίοδο έντονης ανόδου.
Το 2025 οι αναδυόμενες
αγορές σημείωσαν κέρδη
που ξεπέρασαν το 30%,
γεγονός που έχει ήδη
οδηγήσει σε σημαντική
άνοδο των αποτιμήσεων.
Αυτό σημαίνει ότι οι
αγορές έχουν πλέον
μικρότερα περιθώρια
απορρόφησης ενός
αρνητικού σοκ, ειδικά σε
ένα περιβάλλον
γεωπολιτικής έντασης και
αυξημένης ενεργειακής
αβεβαιότητας.
Η JP
Morgan
επισημαίνει επίσης ότι
οι ελληνικές τραπεζικές
μετοχές έχουν εξελιχθεί
σε «crowded
trade»,
δηλαδή σε θέσεις που
κατέχονται σε μεγάλο
βαθμό από διεθνή
χαρτοφυλάκια. Σε
περίπτωση επιδείνωσης
του κλίματος, κάτι
τέτοιο θα μπορούσε να
οδηγήσει σε ταχύτερες
εκροές κεφαλαίων.
Η μετάβαση της Ελλάδας
σε ανεπτυγμένη αγορά
Ένας ακόμη παράγοντας
αβεβαιότητας αφορά τη
διαδικασία αναβάθμισης
της ελληνικής αγοράς σε
καθεστώς ανεπτυγμένης. Η
εξέλιξη αυτή, αν και
θετική μακροπρόθεσμα,
ενδέχεται να προκαλέσει
μεταβατικές
ανακατατάξεις στα
χαρτοφυλάκια.
Ορισμένα funds
που επενδύουν
αποκλειστικά σε
αναδυόμενες αγορές
πιθανόν να μειώσουν την
έκθεσή τους στην Ελλάδα,
γεγονός που μπορεί να
περιορίσει προσωρινά τη
ζήτηση για ελληνικές
μετοχές.
Ο καθοριστικός ρόλος της
ενέργειας
Στην ανάλυση της
JP
Morgan,
η πορεία των τιμών
ενέργειας αποτελεί τον
πιο κρίσιμο παράγοντα
για την εξέλιξη των
αγορών. Οι πιέσεις δεν
περιορίζονται μόνο στο
αργό πετρέλαιο αλλά
επεκτείνονται και στα
διυλισμένα προϊόντα,
όπου οι αυξήσεις είναι
ακόμη πιο έντονες.
Το φυσικό αέριο στην
Ευρώπη έχει σχεδόν
διπλασιαστεί, ενώ
προϊόντα όπως το
diesel
και τα καύσιμα
αεροπορίας έχουν
καταγράψει ακόμη
μεγαλύτερες αυξήσεις. Η
εξέλιξη αυτή ενισχύει
τις πληθωριστικές
πιέσεις και αυξάνει το
λειτουργικό κόστος για
τις επιχειρήσεις.
Η Ευρώπη εμφανίζεται
ιδιαίτερα ευάλωτη, καθώς
μετά τη διακοπή των
ρωσικών ενεργειακών ροών
εξαρτάται σε μεγάλο
βαθμό από εισαγωγές από
τη Μέση Ανατολή. Ένα
παρατεταμένο σοκ
προσφοράς θα μπορούσε
επομένως να επηρεάσει
άμεσα την οικονομία της
ευρωζώνης και κατ’
επέκταση τις αγορές της
περιοχής.
Το προηγούμενο της
κρίσης του 2022
Η JP
Morgan
υπενθυμίζει και την
εμπειρία του 2022, όταν
η ενεργειακή κρίση
προκάλεσε ισχυρή
διόρθωση στις αγορές.
Τότε οι μετοχές των
αναδυόμενων οικονομιών
υποχώρησαν πάνω από 30%,
με τη μεγαλύτερη πίεση
να προέρχεται από τη
συρρίκνωση των
αποτιμήσεων και όχι τόσο
από την πτώση των
εταιρικών κερδών.
Το βασικό συμπέρασμα
είναι ότι σε περιόδους
ενεργειακών σοκ οι
αγορές επηρεάζονται
κυρίως μέσω της
συμπίεσης των
πολλαπλασιαστών
αποτίμησης.
Στο νέο αυτό περιβάλλον,
η JP
Morgan
στρέφεται σε πιο
αμυντική στρατηγική,
αυξάνοντας την έκθεση
στον ενεργειακό κλάδο
και περιορίζοντας τη
συνολική μεταβλητότητα
των χαρτοφυλακίων. Όσον
αφορά την Ελλάδα, η
στάση γίνεται πλέον πιο
επιλεκτική, με την
τράπεζα να αφήνει
ανοιχτό το ενδεχόμενο
επανατοποθέτησης μόνο
εφόσον βελτιωθεί το
ισοζύγιο ρίσκου και
απόδοσης, είτε μέσω
χαμηλότερων αποτιμήσεων
είτε μέσω αποκλιμάκωσης
της γεωπολιτικής
έντασης.

|