|
Η 31η έκδοση της μελέτης
εξετάζει περισσότερες
από 200 κατηγορίες
περιουσιακών στοιχείων
και επενδυτικές
στρατηγικές, με ορίζοντα
10 έως 15 ετών. Το
βασικό μήνυμα είναι ότι
οι επενδυτικές
δυνατότητες
διευρύνονται, αλλά
ταυτόχρονα αυξάνεται η
ανάγκη για σωστή
κατανομή κεφαλαίων και
ουσιαστική διαφοροποίηση
των χαρτοφυλακίων.
Οι γεωπολιτικές
εντάσεις, οι
δημοσιονομικές
ανισορροπίες και οι
πιθανές νέες
πληθωριστικές πιέσεις
εξακολουθούν να
αποτελούν σημαντικές
πηγές αβεβαιότητας.
Επομένως, η βελτίωση των
μακροπρόθεσμων
προοπτικών δεν σημαίνει
ότι οι αγορές θα
κινηθούν χωρίς
αναταράξεις.
Οι τρεις μεγάλες αλλαγές
που διαμορφώνουν το νέο
οικονομικό περιβάλλον
Η JPMorgan
ξεχωρίζει τρεις
διαρθρωτικές τάσεις που
αναμένεται να επηρεάσουν
καθοριστικά την πορεία
της παγκόσμιας
οικονομίας και των
αγορών κατά την επόμενη
δεκαετία.
Η πρώτη είναι η ενίσχυση
του οικονομικού
εθνικισμού. Όλο και
περισσότερα κράτη
επιδιώκουν να
περιορίσουν τις
εξαρτήσεις τους από το
εξωτερικό, ενισχύοντας
την εγχώρια παραγωγή,
τις κρίσιμες υποδομές
και την οικονομική τους
αυτονομία. Η
συγκεκριμένη κατεύθυνση
δημιουργεί σημαντικές
ανάγκες για νέες
επενδύσεις, αλλά
ενδέχεται να συνοδευτεί
από υψηλότερο κόστος
παραγωγής, μειωμένη
οικονομική
αποτελεσματικότητα και
μεγαλύτερη αβεβαιότητα
ως προς την εξέλιξη του
πληθωρισμού.
Η δεύτερη αλλαγή
συνδέεται με την
ταχύτητα ενσωμάτωσης των
νέων τεχνολογιών στην
οικονομία, με την
τεχνητή νοημοσύνη να
βρίσκεται στην πρώτη
γραμμή. Η αξιοποίησή της
από τις επιχειρήσεις
μπορεί να μεταβάλει τις
παραγωγικές διαδικασίες,
να περιορίσει το
λειτουργικό κόστος και
να ενισχύσει την
παραγωγικότητα,
δημιουργώντας νέες πηγές
ανάπτυξης.
Η τρίτη αφορά τις
διεθνείς κεφαλαιακές
ροές. Η JPMorgan
εκτιμά ότι ενδέχεται να
αλλάξει σταδιακά ο
τρόπος με τον οποίο
κατανέμονται οι
αποταμιεύσεις μεταξύ των
χωρών. Οικονομίες που
μέχρι σήμερα διοχέτευαν
σημαντικό μέρος των
κεφαλαίων τους στις
διεθνείς αγορές μπορεί
να επιλέξουν να
χρηματοδοτήσουν
περισσότερο τις δικές
τους επιχειρήσεις και
υποδομές. Μια τέτοια
εξέλιξη θα μπορούσε να
μεταβάλει τις ισορροπίες
στη διεθνή επενδυτική
σκηνή.
Το στοίχημα των 15 τρισ.
δολαρίων και η επίδραση
της τεχνητής νοημοσύνης
Η μεγαλύτερη κινητήρια
δύναμη του νέου
επενδυτικού κύκλου
αναμένεται να είναι ο
τεχνολογικός
μετασχηματισμός. Η
JPMorgan
υπολογίζει ότι μέχρι το
2040 θα πραγματοποιηθεί
ένα συνολικό κύμα
επιχειρηματικών
επενδύσεων ύψους 15
τρισ. δολαρίων, στο
οποίο η τεχνητή
νοημοσύνη θα έχει
πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η επίδραση αυτών των
επενδύσεων δεν θα
περιοριστεί στους
κλάδους που αναπτύσσουν
άμεσα τις νέες
τεχνολογίες. Η
ενσωμάτωση της AI
σε ένα ευρύ φάσμα
επιχειρηματικών
δραστηριοτήτων εκτιμάται
ότι θα βελτιώσει την
αποδοτικότητα και θα
προσθέσει περίπου 0,2
ποσοστιαίες μονάδες στις
μακροπρόθεσμες
προβλέψεις της
JPMorgan
για την παγκόσμια
ανάπτυξη.
Παράλληλα, η τεχνολογική
πρόοδος μπορεί να
λειτουργήσει
αντισταθμιστικά απέναντι
σε ένα από τα
σημαντικότερα
διαρθρωτικά προβλήματα
των ανεπτυγμένων
οικονομιών: τη γήρανση
του πληθυσμού και την
επιβράδυνση της αύξησης
του εργατικού δυναμικού.
Η μεγαλύτερη
παραγωγικότητα μπορεί να
επιτρέψει στις
οικονομίες να
διατηρήσουν υψηλότερους
ρυθμούς ανάπτυξης ακόμη
και όταν η προσφορά
εργασίας περιορίζεται.
Ωστόσο, τα οφέλη δεν
αναμένεται να
κατανεμηθούν ισότιμα. Οι
επιχειρήσεις που θα
καταφέρουν να
ενσωματώσουν
αποτελεσματικότερα την
τεχνητή νοημοσύνη στις
λειτουργίες τους
ενδέχεται να αποκτήσουν
σημαντικό ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα και να
αποκομίσουν μεγαλύτερο
μερίδιο από την αύξηση
της παραγωγικότητας.
Αυτό μπορεί να ενισχύσει
τις διαφορές μεταξύ
επιχειρήσεων και κλάδων,
αλλά και τις υφιστάμενες
οικονομικές ανισότητες.
Αμερικανικές μετοχές:
Ανεβαίνει στο 7,5% η
μακροπρόθεσμη εκτίμηση
απόδοσης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει η αναθεώρηση
των προβλέψεων για τις
αμερικανικές μετοχές
μεγάλης κεφαλαιοποίησης.
Η JPMorgan
εκτιμά πλέον ότι μπορούν
να προσφέρουν μέση
ετήσια απόδοση 7,5% σε
μακροπρόθεσμο ορίζοντα,
αυξάνοντας την
προηγούμενη πρόβλεψή της
κατά 0,8 ποσοστιαίες
μονάδες.
Η αναθεώρηση στηρίζεται
κυρίως στην
ανθεκτικότητα της
εταιρικής κερδοφορίας
στις ΗΠΑ. Τα περιθώρια
κέρδους των αμερικανικών
επιχειρήσεων
διατηρούνται πάνω από το
15%, επίπεδο που
δημιουργεί ευνοϊκές
προϋποθέσεις για τη
συνέχιση της ισχυρής
κερδοφορίας.
Η τράπεζα θεωρεί ότι η
ευρύτερη αξιοποίηση της
τεχνητής νοημοσύνης
μπορεί να ενισχύσει
περαιτέρω την
αποδοτικότητα των
επιχειρήσεων και να
διευρύνει τα οφέλη πέρα
από τον στενό
τεχνολογικό κλάδο.
Αξιοσημείωτη είναι και η
μεταβολή των εκτιμήσεων
για τις αναδυόμενες
αγορές. Για πρώτη φορά,
οι προβλεπόμενες
μακροπρόθεσμες αποδόσεις
των μετοχών στις
ανεπτυγμένες οικονομίες
εμφανίζονται υψηλότερες
από εκείνες των
αναδυόμενων αγορών. Για
τη δεύτερη κατηγορία, η
JPMorgan
περιορίζει την εκτίμηση
της ετήσιας απόδοσης στο
7%.
Ένας από τους λόγους
είναι η υψηλή συμμετοχή
κυκλικών τεχνολογικών
επιχειρήσεων στους
χρηματιστηριακούς
δείκτες των αναδυόμενων
αγορών, με ιδιαίτερη
έμφαση στους παραγωγούς
ημιαγωγών. Τα περιθώρια
κέρδους σε αυτούς τους
κλάδους βρίσκονται
σήμερα σε εξαιρετικά
υψηλά επίπεδα, γεγονός
που δημιουργεί τον
κίνδυνο εξομάλυνσής τους
τα επόμενα χρόνια. Η
πιθανότητα αυτή
περιορίζει τις
προσδοκίες για τη
μελλοντική κερδοφορία
και, κατ' επέκταση, για
τις αποδόσεις των
συγκεκριμένων αγορών.
Ομόλογα: Επιστρέφουν οι
ελκυστικές αποδόσεις
μετά από δύο δεκαετίες
Θεαματική είναι η
βελτίωση των
μακροπρόθεσμων
προοπτικών και στην
αγορά ομολόγων. Η
JPMorgan
προβλέπει πλέον ότι τα
παγκόσμια ομόλογα
μπορούν να προσφέρουν
μέση ετήσια απόδοση
5,3%, την υψηλότερη
εκτίμηση που έχει
καταγράψει η τράπεζα για
τη συγκεκριμένη
κατηγορία τα τελευταία
20 χρόνια.
Η βασική αιτία βρίσκεται
στην αλλαγή των συνθηκών
που διαμορφώθηκαν τα
προηγούμενα χρόνια. Η
άνοδος των επιτοκίων και
των αποδόσεων τόσο στα
κρατικά όσο και στα
εταιρικά ομόλογα έχει
δημιουργήσει μια σαφώς
καλύτερη αφετηρία για
όσους επενδύουν με
μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Η εικόνα διαφέρει
σημαντικά από εκείνη που
επικρατούσε μετά τη
διεθνή χρηματοπιστωτική
κρίση, όταν τα επιτόκια
βρίσκονταν για μεγάλο
διάστημα κοντά στο μηδέν
και οι νέες τοποθετήσεις
σε ομόλογα προσέφεραν
περιορισμένες αποδόσεις.
Σήμερα, οι υψηλότερες
αρχικές αποδόσεις
βελτιώνουν τις
προοπτικές της
συγκεκριμένης κατηγορίας
περιουσιακών στοιχείων,
ενώ τα ομόλογα
εξακολουθούν να έχουν
σημαντικό ρόλο στη
διαφοροποίηση ενός
χαρτοφυλακίου. Ειδικά σε
περιόδους οικονομικής
επιβράδυνσης, μπορούν να
λειτουργήσουν ως
αντίβαρο στις
διακυμάνσεις των
μετοχών.
Hedge
funds
και υποδομές ενισχύουν
τη θέση τους στα
χαρτοφυλάκια
Σημαντικές αλλαγές
καταγράφονται και στις
εκτιμήσεις για τις
εναλλακτικές επενδύσεις.
Η JPMorgan
θεωρεί ότι η
συγκεκριμένη κατηγορία
μπορεί να αποκτήσει
μεγαλύτερη βαρύτητα στη
μακροπρόθεσμη κατανομή
κεφαλαίων, ιδιαίτερα σε
ένα περιβάλλον όπου οι
παραδοσιακές αγορές
επηρεάζονται από
περισσότερους και
διαφορετικούς παράγοντες
κινδύνου.
Η μεγαλύτερη ανοδική
αναθεώρηση αφορά τα
διαφοροποιημένα
hedge
funds.
Η προβλεπόμενη ετήσια
απόδοσή τους αυξάνεται
κατά 1,4 ποσοστιαίες
μονάδες και
διαμορφώνεται πλέον στο
6,7%, αποτελώντας τη
σημαντικότερη θετική
αναπροσαρμογή μεταξύ των
βασικών επενδυτικών
κατηγοριών που εξετάζει
η έκθεση.
Η βελτίωση των
προοπτικών συνδέεται με
τη δυνατότητα ορισμένων
στρατηγικών να
αξιοποιούν τις συνθήκες
υψηλότερων επιτοκίων,
αλλά και τις ευκαιρίες
που δημιουργούνται για
ενεργητική διαχείριση σε
ένα πιο σύνθετο
οικονομικό περιβάλλον.
Θετικές παραμένουν οι
εκτιμήσεις και για τις
επενδύσεις σε πραγματικά
περιουσιακά στοιχεία.
Για τις παγκόσμιες
υποδομές προβλέπεται
μέση ετήσια απόδοση
7,1%, ενώ για τις
επενδύσεις στον τομέα
των μεταφορών η
αντίστοιχη εκτίμηση
φτάνει το 8,1%.
Οι συγκεκριμένοι τομείς
μπορούν να επωφεληθούν
από τις αυξημένες
ανάγκες εκσυγχρονισμού
και επέκτασης των
υποδομών, ενώ εμφανίζουν
χαρακτηριστικά που τους
επιτρέπουν να
ανταποκρίνονται καλύτερα
σε περιόδους
πληθωριστικών πιέσεων.
Παρά ταύτα, η
JPMorgan
επισημαίνει ότι οι
αποδόσεις μπορεί να
παρουσιάζουν μεγάλες
αποκλίσεις μεταξύ των
επιμέρους διαχειριστών.
Η επιλογή της κατάλληλης
στρατηγικής και η
αξιολόγηση της ποιότητας
των επενδυτικών επιλογών
παραμένουν, επομένως,
καθοριστικοί παράγοντες.
Το Bitcoin
αποκτά θέση στη
μακροπρόθεσμη επενδυτική
ανάλυση
Για πρώτη φορά, η
JPMorgan
εντάσσει στην έκθεσή της
εκτιμήσεις για τις
μακροπρόθεσμες αποδόσεις
του Bitcoin,
παρουσιάζοντας ένα εύρος
πιθανών επιδόσεων για το
δημοφιλέστερο ψηφιακό
περιουσιακό στοιχείο.
Η συμπερίληψή του
αποτελεί ένδειξη ότι τα
κρυπτονομίσματα έχουν
πλέον αποκτήσει θέση
στην ευρύτερη συζήτηση
για τη διαμόρφωση των
επενδυτικών
χαρτοφυλακίων. Ωστόσο, η
τράπεζα ξεκαθαρίζει ότι
το Bitcoin
δεν έχει ακόμη
ενσωματωθεί στα βασικά
μοντέλα κατανομής
κεφαλαίων που
χρησιμοποιεί.
Οι λόγοι σχετίζονται
κυρίως με την έντονη
μεταβλητότητά του και
την αστάθεια της
συσχέτισής του με τις
υπόλοιπες κατηγορίες
περιουσιακών στοιχείων.
Τα χαρακτηριστικά αυτά
δυσκολεύουν την
αξιολόγηση του ρόλου που
μπορεί να διαδραματίσει
σε ένα παραδοσιακό
διαφοροποιημένο
χαρτοφυλάκιο.
Χαρτοφυλάκιο 60/40:
Ανεβαίνει στο 7% η
αναμενόμενη ετήσια
απόδοση
Η βελτίωση των
προοπτικών δεν αφορά
μόνο τις επιμέρους
κατηγορίες επενδύσεων,
αλλά και τα συνολικά
χαρτοφυλάκια.
Η JPMorgan
αναθεωρεί προς τα πάνω
την εκτίμησή της για την
απόδοση της κλασικής
στρατηγικής κατανομής
60/40, η οποία
περιλαμβάνει 60% μετοχές
και 40% ομόλογα. Η
προβλεπόμενη
μακροπρόθεσμη ετήσια
απόδοση διαμορφώνεται
πλέον στο 7%, από 6,4%
στην προηγούμενη έκθεση.
Ακόμη υψηλότερη είναι η
εκτίμηση για ένα
διαφοροποιημένο
χαρτοφυλάκιο που
ενσωματώνει και
εναλλακτικές επενδύσεις
σε ποσοστό 30%. Σε αυτή
την περίπτωση, η
αναμενόμενη ετήσια
απόδοση φτάνει το 7,5%.
Η αναθεώρηση αναδεικνύει
τη σημασία που αποκτά η
διεύρυνση των
επενδυτικών επιλογών σε
ένα περιβάλλον αυξημένης
αβεβαιότητας. Οι
επενδυτές δεν έχουν
πλέον να αντιμετωπίσουν
μόνο τον κίνδυνο μιας
οικονομικής ύφεσης, αλλά
και την πιθανότητα
επαναλαμβανόμενων
πληθωριστικών
αναταράξεων,
γεωπολιτικών κρίσεων και
μεταβολών στις διεθνείς
κεφαλαιακές ροές.
Το κεντρικό συμπέρασμα
της JPMorgan
είναι ότι ο επόμενος
μακροχρόνιος επενδυτικός
κύκλος μπορεί να
προσφέρει υψηλότερες
αποδόσεις σε ένα
ευρύτερο φάσμα
περιουσιακών στοιχείων.
Η τεχνητή νοημοσύνη και
οι επενδύσεις στις
υποδομές αναμένεται να
διαδραματίσουν
καθοριστικό ρόλο, ενώ η
μεγαλύτερη σημασία της
διαφοροποίησης θα
αποτελέσει βασικό
στοιχείο για τη
διαχείριση των κινδύνων
και την αξιοποίηση των
νέων ευκαιριών.
|