|
Οι αποταμιεύσεις δεν
επαρκούν για μια «άνετη»
σύνταξη
Για έναν Αμερικανό που
πλησιάζει στη σύνταξη,
το ποσό που θεωρείται
αναγκαίο για μια σχετικά
άνετη οικονομική ζωή
υπολογίζεται κατά μέσο
όρο περίπου στα
1,2–1,4 εκατ. δολάρια.
Η πραγματικότητα, όμως,
απέχει σημαντικά από
αυτό το επίπεδο.
|
Ηλικία
|
Μέση
αποταμίευση
|
Διάμεση
αποταμίευση
|
|
56–64 ετών
|
~$540.000
|
~$185.000
|
|
65–74 ετών
|
~$610.000
|
~$200.000
|
|
Εκτιμώμενη
ανάγκη για
σύνταξη
|
$1,2–1,4 εκατ.
|
—
|
Η εικόνα γίνεται ακόμη
πιο ανησυχητική όταν
χρησιμοποιείται η
διάμεση τιμή αντί για
τον μέσο όρο.
Η μεγάλη απόσταση μεταξύ
των δύο μεγεθών δείχνει
ότι ένα σχετικά μικρό
ποσοστό νοικοκυριών με
πολύ υψηλές
αποταμιεύσεις ανεβάζει
σημαντικά τον μέσο όρο.
Για μεγάλο μέρος του
πληθυσμού, το διαθέσιμο
κεφάλαιο κατά τη
συνταξιοδότηση είναι
πολύ χαμηλότερο.
Αυτό δημιουργεί ένα
διπλό πρόβλημα.
Από τη μία πλευρά,
εκατομμύρια άνθρωποι
ενδέχεται να χρειαστεί
να περιορίσουν σημαντικά
την κατανάλωσή τους μετά
τη συνταξιοδότηση ή να
παραμείνουν περισσότερο
στην αγορά εργασίας.
Από την άλλη, ο
χρηματοπιστωτικός κλάδος
βρίσκεται αντιμέτωπος με
μια αγορά στην οποία η
ανάγκη για
συνταξιοδοτικό σχεδιασμό
αυξάνεται, αλλά η
διαθέσιμη οικονομική
βάση πολλών νοικοκυριών
παραμένει περιορισμένη.
Το δεύτερο πρόβλημα: οι
μικρές επιχειρήσεις
Το πρόβλημα της
συνταξιοδότησης δεν
περιορίζεται στις
προσωπικές
αποταμιεύσεις.
Η JPMorgan
έχει επισημάνει και έναν
δεύτερο κίνδυνο:
εκατομμύρια μικρές
επιχειρήσεις δεν
διαθέτουν σαφές σχέδιο
διαδοχής όταν οι
ιδιοκτήτες τους
αποχωρήσουν.
Σύμφωνα με στοιχεία της
Gallup
που επικαλείται η
ανάλυση, περίπου
27% των επιχειρήσεων που
λειτουργούν από έναν
μόνο ιδιοκτήτη
σχεδιάζουν να κλείσουν
όταν αυτός
συνταξιοδοτηθεί,
ενώ ένα επιπλέον
40% δεν γνωρίζει τι θα
συμβεί.
Το μέγεθος του ζητήματος
είναι ιδιαίτερα
σημαντικό, καθώς οι
επιχειρήσεις ενός
ιδιοκτήτη υπολογίζονται
σε περίπου 30
εκατομμύρια.
Έτσι, το κύμα
συνταξιοδοτήσεων της
γενιάς των baby
boomers
μπορεί να έχει συνέπειες
πολύ πέρα από το
συνταξιοδοτικό σύστημα.
Ένα πλήγμα για την «Main
Street»
Εάν ένα σημαντικό μέρος
αυτών των επιχειρήσεων
κλείσει αντί να
μεταβιβαστεί ή να
πουληθεί, θα μειωθεί όχι
μόνο ο αριθμός των
επιχειρήσεων αλλά και η
οικονομική δραστηριότητα
που αυτές δημιουργούν.
Μικρές επιχειρήσεις που
σήμερα αγοράζουν πρώτες
ύλες, χρησιμοποιούν
υπηρεσίες,
πραγματοποιούν
επενδύσεις και
απασχολούν εργαζομένους
μπορεί να πάψουν να
λειτουργούν.
Οι μεγαλύτερες ιδιωτικές
επιχειρήσεις με
εργαζομένους έχουν
περισσότερες πιθανότητες
να πουληθούν ή να
περάσουν στην επόμενη
γενιά. Αυτό όμως μπορεί
να οδηγήσει σε περαιτέρω
συγκέντρωση περιουσίας
και επιχειρηματικών
κεφαλαίων.
Το αποτέλεσμα είναι ένας
συνδυασμός δύο τάσεων:
από τη μία, εκατομμύρια
νοικοκυριά πλησιάζουν
στη σύνταξη χωρίς
επαρκές κεφάλαιο και,
από την άλλη, σημαντικός
αριθμός μικρών
επιχειρήσεων βρίσκεται
αντιμέτωπος με το
ερώτημα της διαδοχής.
Ένα πρόβλημα που ξεπερνά
τις αγορές
Η προειδοποίηση του
Dimon
αφορά επομένως κάτι
μεγαλύτερο από τη
χρηματιστηριακή αγορά ή
τις τραπεζικές
υπηρεσίες.
Εάν οι αποταμιεύσεις των
νοικοκυριών δεν επαρκούν
για τη συνταξιοδότηση,
οι οικονομικές συνέπειες
μπορούν να εμφανιστούν
σε πολλαπλά επίπεδα:
χαμηλότερη κατανάλωση,
μεγαλύτερη ανάγκη για
εργασία σε μεγαλύτερες
ηλικίες, αυξημένη
εξάρτηση από δημόσιες
παροχές και μεγαλύτερη
πίεση στις οικογένειες.
Παράλληλα, η μαζική
αποχώρηση ιδιοκτητών
μικρών επιχειρήσεων
χωρίς σχέδιο διαδοχής
μπορεί να δημιουργήσει
ένα δεύτερο κύμα
αναδιάρθρωσης στην
αμερικανική οικονομία.
Για τον Dimon,
η πρόκληση δεν είναι
επομένως μόνο πώς θα
ανταποκριθούν οι αγορές
στις επόμενες
οικονομικές αναταράξεις.
Είναι και το κατά πόσο η
αμερικανική οικονομία
μπορεί να διαχειριστεί
ομαλά μια ιστορική
μεταβολή στη σύνθεση του
εργατικού δυναμικού, της
επιχειρηματικότητας και
του πλούτου.
Η συνταξιοδότηση, με
άλλα λόγια, εξελίσσεται
από προσωπικό οικονομικό
ζήτημα σε
μακροοικονομική πρόκληση,
με επιπτώσεις που μπορεί
να φανούν σταδιακά αλλά
να διαρκέσουν για πολλά
χρόνια.
|