|
Οι εκλογές και η επόμενη
ημέρα της οικονομίας
Μετά την πρόσφατη
επίσκεψή του στην Αθήνα,
την πρώτη έπειτα από
περίπου έναν χρόνο, ο
Christopher
Wood
αναφέρεται και στις
πολιτικές εξελίξεις
ενόψει των επόμενων
εκλογών. Όπως σημειώνει,
οι δημοσκοπήσεις
καταγράφουν προβάδισμα
άνω των 10 ποσοστιαίων
μονάδων για τη Νέα
Δημοκρατία.
Στην ανάλυσή του, ο
αναλυτής αναφέρει ότι το
βασικό ερώτημα αφορά το
αν το κυβερνών κόμμα θα
εξασφαλίσει αυτοδυναμία
ή αν θα χρειαστεί να
σχηματίσει κυβέρνηση
συνεργασίας στην οποία
θα έχει κυρίαρχο ρόλο. Η
πολιτική σταθερότητα
αποτελεί, άλλωστε, έναν
από τους παράγοντες που
συνεκτιμούν οι επενδυτές
όταν αξιολογούν τις
μεσοπρόθεσμες προοπτικές
μιας οικονομίας.
Ο Wood
αποδίδει ιδιαίτερη
σημασία στην πρόοδο που
έχει καταγραφεί κατά την
επταετή περίοδο
διακυβέρνησης, με έμφαση
στη δημοσιονομική
εξυγίανση και στον
ψηφιακό μετασχηματισμό
του κράτους. Κατά την
εκτίμησή του, οι αλλαγές
αυτές έχουν συμβάλει στη
βελτίωση της λειτουργίας
της οικονομίας και στη
διεύρυνση της
φορολογικής βάσης.
Τα δημοσιονομικά
πλεονάσματα και ο ρόλος
της ψηφιοποίησης
Κεντρικό στοιχείο της
ανάλυσης της Jefferies
είναι η διατήρηση των
δημοσιονομικών
πλεονασμάτων. Η Ελλάδα
εμφάνισε πρωτογενή
δημοσιονομική επίδοση
που αντιστοιχούσε σε
πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ
το 2025, ενώ ανάλογη
επίδοση αναμενόταν και
για το 2026, παρά τις
πιέσεις για ενίσχυση των
ενεργειακών επιδοτήσεων
προς τα νοικοκυριά.
Ο
Christopher Wood
αποδίδει μεγάλο μέρος
της βελτίωσης στην
αύξηση των φορολογικών
εσόδων, η οποία
συνδέεται με την
ψηφιοποίηση των
συναλλαγών, την ενίσχυση
των ηλεκτρονικών ελέγχων
και τον περιορισμό των
περιθωρίων φοροδιαφυγής.
Η
συγκεκριμένη εξέλιξη
έχει ιδιαίτερη σημασία
για την ελληνική
οικονομία, καθώς η
δημοσιονομική προσαρμογή
δεν στηρίζεται
αποκλειστικά στη
συγκράτηση των δαπανών,
αλλά και στην ενίσχυση
των εσόδων. Η διεύρυνση
της φορολογικής βάσης
μπορεί να συμβάλει στη
διατήρηση των
πλεονασμάτων, εφόσον
βέβαια δεν ανατραπεί από
επιβράδυνση της
οικονομικής
δραστηριότητας ή από
νέες εξωτερικές πιέσεις.
Η
ανάπτυξη, η μεταποίηση
και οι ξένες επενδύσεις
Πέρα από τη
δημοσιονομική πρόοδο, η
Jefferies επισημαίνει
ότι η ανάπτυξη έχει
επιστρέψει, ενώ η
ελληνική οικονομία
εμφανίζει μεγαλύτερη
διαφοροποίηση σε σχέση
με το παρελθόν.
Παρά την ισχυρή σύνδεση
της χώρας με τον
τουρισμό, ο Wood θεωρεί
ότι η προσαρμογή που
πραγματοποιήθηκε κατά τη
διάρκεια της κρίσης
χρέους έχει δημιουργήσει
συνθήκες που ευνοούν και
άλλους κλάδους. Η
εσωτερική υποτίμηση της
προηγούμενης δεκαετίας,
σε συνδυασμό με την
ύπαρξη καταρτισμένου
εργατικού δυναμικού,
έχει βελτιώσει την
ελκυστικότητα της
Ελλάδας ως προορισμού
για επενδύσεις στη
μεταποίηση.
Ενδεικτική είναι η θέση
της χώρας στη
φαρμακοβιομηχανία. Όπως
αναφέρεται στην έκθεση,
η Ελλάδα αντιστοιχεί
πλέον στο 8% των εσόδων
της ευρωπαϊκής
φαρμακοβιομηχανίας,
στοιχείο που αναδεικνύει
τη σημασία ενός κλάδου
με εξαγωγικό
προσανατολισμό και
δυνατότητες περαιτέρω
ανάπτυξης.
Παράλληλα, η προσέλκυση
άμεσων ξένων επενδύσεων
παραμένει βασικός στόχος
της οικονομικής
πολιτικής. Σύμφωνα με
τον αναλυτή, η Ελλάδα
επιδιώκει να προσελκύσει
όχι μόνο παραγωγικές
επιχειρήσεις, αλλά και
επενδυτικά κεφάλαια και
hedge funds που
εξετάζουν τη μεταφορά
δραστηριοτήτων από το
Λονδίνο και τη Μέση
Ανατολή.
Θετική ένδειξη θεωρείται
και η δυνατότητα των
εγχώριων επιχειρήσεων να
συνεχίσουν τις
επενδυτικές τους
δαπάνες. Η αύξηση των
επιχειρηματικών δανείων
υποδηλώνει ότι υπάρχει
χρηματοδοτική
δραστηριότητα για την
υποστήριξη νέων
επενδύσεων, αν και η
διατήρηση της τάσης θα
εξαρτηθεί από το κόστος
χρήματος και τις
προοπτικές της ζήτησης.
Χρηματιστήριο Αθηνών: Ο
τζίρος, οι νέες
εισαγωγές και οι
τράπεζες
Ιδιαίτερη αναφορά
γίνεται στην πορεία του
Χρηματιστηρίου Αθηνών,
ενόψει και της
προγραμματισμένης
αναβάθμισής του στις
ανεπτυγμένες αγορές από
την MSCI τον Μάιο του
2027, σύμφωνα με το
χρονοδιάγραμμα που
επικαλείται η ανάλυση.
Ο
μέσος ημερήσιος τζίρος
έχει αυξηθεί σημαντικά,
από 64 εκατ. ευρώ το
2020 σε περίπου 355
εκατ. ευρώ το 2026. Η
εξέλιξη αυτή αποτυπώνει
την ενίσχυση της
συναλλακτικής
δραστηριότητας και το
αυξημένο ενδιαφέρον για
την ελληνική αγορά
μετοχών.
Στο
ίδιο πλαίσιο, ο Wood
αναφέρεται στο κύμα νέων
δημόσιων εγγραφών και
εισαγωγών μετοχών
(IPOs), στο οποίο
περιλαμβάνονται και
τρεις εταιρείες από τον
κλάδο της ναυτιλίας.
Όπως επισημαίνει, οι
Έλληνες εφοπλιστές
φαίνεται να αναγνωρίζουν
τα οφέλη που μπορεί να
προσφέρει η παρουσία
τους στην εγχώρια
κεφαλαιαγορά, σε μια
περίοδο κατά την οποία
το ΧΑ αποκτά μεγαλύτερη
δυναμική.
Κυρίαρχη θέση στην αγορά
εξακολουθούν να έχουν οι
τέσσερις μεγάλες
συστημικές τράπεζες. Οι
μετοχές τους έχουν
ενισχυθεί κατά μέσο όρο
465% στην τελευταία
τετραετία, σύμφωνα με τα
στοιχεία που παραθέτει ο
αναλυτής.
Παράλληλα, η πιστωτική
επέκταση διατηρείται σε
ικανοποιητικά επίπεδα,
με τον ετήσιο ρυθμό
αύξησης των δανείων να
ανέρχεται σε 8,7% τον
Αύγουστο. Με βάση αυτή
την εικόνα, η Jefferies
διατηρεί σύσταση
«αγοράς» και για τις
τέσσερις μεγάλες
ελληνικές τράπεζες.
Η
εξέλιξη της πιστωτικής
δραστηριότητας αποτελεί
βασικό παράγοντα για την
αξιολόγηση των
προοπτικών του κλάδου,
καθώς η αύξηση των
δανείων μπορεί να
ενισχύσει τα έσοδα από
τόκους και τις
προμήθειες. Παράλληλα, η
διατήρηση της ποιότητας
του ενεργητικού και η
διαχείριση του κόστους
χρηματοδότησης
παραμένουν κρίσιμες
παράμετροι για τη
μελλοντική κερδοφορία.
ΓΕΚ
ΤΕΡΝΑ: Η επιλογή του
GREED & fear και η
προοπτική μακροπρόθεσμης
ανάπτυξης
Στην ανάλυση ξεχωρίζει
και η αναφορά στη ΓΕΚ
ΤΕΡΝΑ, την οποία ο
Christopher Wood θεωρεί
ελκυστική περίπτωση για
μακροπρόθεσμους
επενδυτές.
Η
επενδυτική έκδοση GREED
& fear είχε
αντικαταστήσει τη μετοχή
της Nvidia με εκείνη της
ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στο
προτεινόμενο
χαρτοφυλάκιό της στις 9
Οκτωβρίου του
προηγούμενου έτους. Ο
Wood σημειώνει ότι η
συγκεκριμένη επιλογή
είχε θετική εξέλιξη, ενώ
προσθέτει ότι η πρόσφατη
επίσκεψή του στην
εταιρεία ενίσχυσε την
άποψή του για τις
μακροπρόθεσμες
προοπτικές της.
Όπως διευκρινίζει, μια
περίοδος σταθεροποίησης
ή ανασύνταξης της
μετοχής δεν θα
αποτελούσε έκπληξη.
Ωστόσο, εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει τη ΓΕΚ
ΤΕΡΝΑ ως εταιρεία με
δυνατότητα σύνθετης και
διαρκούς αύξησης της
αξίας της σε βάθος
χρόνου, μια επενδυτική
προσέγγιση που συνδέεται
με την ικανότητα μιας
επιχείρησης να αυξάνει
σταθερά τα κέρδη και την
αξία της.
Το
δημόσιο χρέος και η
σύγκριση με Γαλλία και
Ιταλία
Παρά τη βελτίωση των
μακροοικονομικών
μεγεθών, το υψηλό
δημόσιο χρέος
εξακολουθεί να αποτελεί
ένα από τα βασικά βάρη
της ελληνικής
οικονομίας. Ο αναλυτής
της Jefferies συνδέει
την πορεία του χρέους με
τις επιπτώσεις της
κρίσης της Ευρωζώνης και
την αναγκαστική
ανακεφαλαιοποίηση του
τραπεζικού συστήματος το
2012.
Ο
λόγος του δημόσιου
χρέους προς το ΑΕΠ
κορυφώθηκε στο 209,4% το
2020. Ωστόσο, σύμφωνα με
τις προβλέψεις του
Διεθνούς Νομισματικού
Ταμείου που επικαλείται
η έκθεση, αναμένεται να
υποχωρήσει στο 136% του
ΑΕΠ έως το τέλος του
2026, με τη
δημοσιονομική επίδοση
και την ονομαστική
ανάπτυξη να συμβάλλουν
στη μείωσή του.
Με
βάση αυτή την πρόβλεψη,
η Ελλάδα αναμένεται να
εμφανίζει χαμηλότερο
λόγο χρέους προς ΑΕΠ από
την Ιταλία, εξέλιξη που
αναδεικνύει τη μεταβολή
της σχετικής
δημοσιονομικής εικόνας
των δύο χωρών.
Η
βελτίωση αποτυπώνεται,
σύμφωνα με τον Wood, και
στις αγορές κρατικών
ομολόγων. Η απόδοση του
ελληνικού δεκαετούς
τίτλου έχει υποχωρήσει
κάτω από τις αντίστοιχες
αποδόσεις της Ιταλίας
και της Γαλλίας. Για τον
αναλυτή, η εξέλιξη αυτή
συνάδει με τη
δημοσιονομική πρόοδο που
έχει σημειώσει η Ελλάδα
και με την αλλαγή της
αντίληψης των επενδυτών
για τον πιστωτικό
κίνδυνο της χώρας.
Η
σύγκριση, πάντως, δεν
εξαρτάται μόνο από τον
λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Οι
αγορές λαμβάνουν υπόψη
και άλλες παραμέτρους,
όπως τη διάρθρωση και τη
μέση διάρκεια του
χρέους, τις
χρηματοδοτικές ανάγκες,
τις προοπτικές ανάπτυξης
και τη σταθερότητα της
δημοσιονομικής
πολιτικής.
Το
βασικό συμπέρασμα της
ανάλυσης της Jefferies
είναι ότι η Ελλάδα έχει
διανύσει σημαντική
απόσταση από την περίοδο
της κρίσης χρέους,
ενισχύοντας τη
δημοσιονομική της θέση,
την επενδυτική
δραστηριότητα και την
παρουσία της στις
διεθνείς αγορές. Ο
Christopher Wood
εξακολουθεί να βλέπει
θετικές προοπτικές για
την ελληνική οικονομία
και το Χρηματιστήριο
Αθηνών, επισημαίνοντας
παράλληλα ότι οι
εξωτερικοί κίνδυνοι
παραμένουν ο
σημαντικότερος
παράγοντας αβεβαιότητας.
|