|
Η METLEN
μπορεί να καλύψει το
σύνολο των ευρωπαϊκών
αναγκών
Η METLEN
σχεδιάζει να ξεκινήσει
από το επόμενο έτος
παραγωγή περίπου
50 τόνων γαλλίου ετησίως.
Πρόκειται για ποσότητα
ιδιαίτερα σημαντική για
την ευρωπαϊκή αγορά,
καθώς σύμφωνα με την
εταιρεία επαρκεί για να
καλύψει ολόκληρη
την ετήσια ζήτηση της
Ευρώπης για το
συγκεκριμένο μέταλλο.
Ωστόσο, το κρίσιμο
ερώτημα δεν είναι πλέον
εάν η Ευρώπη μπορεί να
αποκτήσει εγχώρια
παραγωγή, αλλά εάν θα
επιλέξει να την
αγοράσει.
Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος
επισημαίνει ότι οι
ευρωπαϊκές επιχειρήσεις
εξακολουθούν να
προτιμούν το φθηνότερο
γάλλιο από την Κίνα,
παρά το γεγονός ότι η
ευρωπαϊκή παραγωγή
προσφέρει ένα σημαντικό
στρατηγικό πλεονέκτημα:
περιορίζει την εξάρτηση
από έναν προμηθευτή που
έχει ήδη χρησιμοποιήσει
τις εξαγωγές κρίσιμων
μετάλλων ως εργαλείο
γεωπολιτικής πίεσης.
«Εάν δεν έχουμε στο
τραπέζι μια καλά
οργανωμένη ευρωπαϊκή
ζήτηση», η παραγωγή θα
κατευθυνθεί εκτός
Ευρώπης, προς αγοραστές
στις ΗΠΑ και την
Ιαπωνία, προειδοποιεί.
Ήδη η πρώτη ποσότητα
κατευθύνεται στις ΗΠΑ
Το πρόβλημα δεν είναι
θεωρητικό.
Περίπου το ένα
τέταρτο της
προβλεπόμενης ετήσιας
παραγωγής των 50 τόνων
έχει ήδη συμφωνηθεί να
πωληθεί σε αμερικανική
εταιρεία τεχνολογίας,
της οποίας η ταυτότητα
δεν έχει δημοσιοποιηθεί.
Παράλληλα, βρίσκονται σε
εξέλιξη συζητήσεις για
δύο ακόμη πιθανές
συμφωνίες με αγοραστές
εκτός Ευρώπης.
Έτσι, η Ευρώπη βρίσκεται
μπροστά σε ένα ιδιαίτερα
παράδοξο σενάριο: μπορεί
να διαθέτει παραγωγή που
θεωρητικά καλύπτει το
σύνολο των αναγκών της,
αλλά να αναγκάζεται να
εισάγει γάλλιο επειδή οι
ευρωπαϊκές βιομηχανίες
δεν έχουν οργανώσει
εγκαίρως τη ζήτηση και
τη χρηματοδότηση της
εγχώριας παραγωγής.
Γιατί το γάλλιο είναι
τόσο στρατηγικό
Το γάλλιο δεν αποτελεί
ένα απλό βιομηχανικό
μέταλλο.
Χρησιμοποιείται σε
ραντάρ,
συστήματα καθοδήγησης
πυραύλων, δορυφόρους,
ασύρματες επικοινωνίες
και ημιαγωγούς,
ενώ έχει αυξανόμενη
σημασία σε τεχνολογίες
υψηλών επιδόσεων.
Η στρατηγική του σημασία
ενισχύεται ακόμη
περισσότερο από την
εκρηκτική ανάπτυξη της
τεχνητής νοημοσύνης,
καθώς τα προηγμένα
συστήματα υπολογιστών
και τα κέντρα δεδομένων
απαιτούν ολοένα
περισσότερους ημιαγωγούς
και εξειδικευμένα υλικά.
Επομένως, η
διαθεσιμότητα γαλλίου
συνδέεται πλέον όχι μόνο
με τη βιομηχανική
παραγωγή, αλλά και με
την τεχνολογική,
ενεργειακή και αμυντική
αυτονομία της Ευρώπης.
Η Κίνα παραμένει
κυρίαρχη
Το μεγαλύτερο πρόβλημα
για την Ευρώπη είναι η
εξάρτησή της από την
Κίνα.
Το Πεκίνο διαθέτει
κυρίαρχη θέση στην
παγκόσμια παραγωγή και
επεξεργασία γαλλίου και
έχει εντάξει τις
εξαγωγές κρίσιμων πρώτων
υλών στο ευρύτερο
γεωπολιτικό και εμπορικό
του οπλοστάσιο.
Οι εξαγωγές εξακολουθούν
να πραγματοποιούνται,
όμως οι αγοραστές
χρειάζονται πλέον
ειδικές άδειες για την
προμήθεια συγκεκριμένων
υλικών, μεταξύ των
οποίων και το γάλλιο.
Η εξέλιξη αυτή έχει
περιορίσει την προσφορά
και έχει συμβάλει στην
άνοδο των τιμών,
αυξάνοντας παράλληλα τον
κίνδυνο για τις δυτικές
βιομηχανίες που
εξαρτώνται από την Κίνα.
Η Ευρώπη δεν
αντιμετωπίζει, άλλωστε,
μόνο το πρόβλημα του
γαλλίου. Ανάλογες
ανησυχίες υπάρχουν για
τις σπάνιες
γαίες, το λίθιο
και μια σειρά άλλων
κρίσιμων ορυκτών που
είναι απαραίτητα για την
πράσινη μετάβαση, την
άμυνα και τις
τεχνολογίες αιχμής.
Το παράδοξο της
ευρωπαϊκής αγοράς
Εδώ βρίσκεται και η
βασική αντίφαση που
επισημαίνει η
METLEN.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση
επιδιώκει να μειώσει την
εξάρτησή της από την
Κίνα και πιέζει την
ελληνική εταιρεία να
διαθέσει μέρος της
παραγωγής της στην
ευρωπαϊκή αγορά.
Ταυτόχρονα, όμως, οι
ευρωπαϊκές επιχειρήσεις
εμφανίζονται διστακτικές
να πληρώσουν υψηλότερη
τιμή για το ευρωπαϊκό
γάλλιο, όταν μπορούν να
αγοράσουν φθηνότερα από
την Κίνα.
Αυτό δημιουργεί έναν
φαύλο κύκλο.
Εάν οι ευρωπαϊκές
εταιρείες δεν είναι
πρόθυμες να αγοράσουν
την παραγωγή, οι
παραγωγοί δεν έχουν λόγο
να δεσμεύσουν την
ποσότητα στην ευρωπαϊκή
αγορά. Και εάν η
παραγωγή κατευθυνθεί σε
ΗΠΑ και Ιαπωνία, η
Ευρώπη θα συνεχίσει να
εξαρτάται από εισαγωγές.
Η κατάσταση αυτή
αναδεικνύει ένα ευρύτερο
πρόβλημα της ευρωπαϊκής
βιομηχανικής πολιτικής:
η στρατηγική
αυτονομία έχει κόστος
και δεν μπορεί να
επιτευχθεί μόνο με
κανονισμούς και στόχους
παραγωγής. Χρειάζεται
και πραγματική ζήτηση
από την ίδια την
ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Κόστος κάτω από 300
δολάρια, τιμή πάνω από
3.000
Η METLEN
υποστηρίζει ότι διαθέτει
σημαντικό πλεονέκτημα
κόστους.
Το κόστος παραγωγής
γαλλίου για τον όμιλο
βρίσκεται κάτω
από τα 300 δολάρια ανά
κιλό, ενώ η
τρέχουσα τιμή στην
ευρωπαϊκή αγορά ξεπερνά
τα 3.000 δολάρια
ανά κιλό.
Η διαφορά είναι τεράστια
και δείχνει το περιθώριο
που μπορεί να υπάρχει
για την ευρωπαϊκή
παραγωγή, αλλά
ταυτόχρονα αναδεικνύει
και το πρόβλημα της
κινεζικής
ανταγωνιστικότητας.
Οι παραγωγοί εκτός Κίνας
αντιμετωπίζουν εδώ και
χρόνια δυσκολίες στο να
ανταγωνιστούν τις
χαμηλές τιμές κινεζικών
προϊόντων, ενώ η
πιθανότητα μιας απότομης
αύξησης της κινεζικής
προσφοράς που θα
οδηγούσε σε κατάρρευση
των τιμών λειτουργεί
αποτρεπτικά για νέες
επενδύσεις στον κλάδο.
Η METLEN
θέλει να ρίξει το κόστος
στα 100 δολάρια
Η ελληνική εταιρεία,
πάντως, δεν επαναπαύεται
στη σημερινή της
ανταγωνιστικότητα.
Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος
έχει δηλώσει ότι η
METLEN
εργάζεται εντατικά με
στόχο να περιορίσει το
κόστος παραγωγής γαλλίου
ακόμη και στα
100 δολάρια ανά κιλό.
Ένα τέτοιο επίπεδο θα
έδινε στην εταιρεία πολύ
μεγαλύτερο περιθώριο να
αντιμετωπίσει
οποιαδήποτε μεταβολή
στις διεθνείς τιμές και
να ανταγωνιστεί ακόμη
πιο αποτελεσματικά τους
Κινέζους παραγωγούς.
Ο ίδιος εμφανίζεται
μάλιστα ιδιαίτερα
επιθετικός απέναντι στον
κίνδυνο μιας ενδεχόμενης
πλημμυρίδας της αγοράς
από φθηνό κινεζικό
γάλλιο, υποστηρίζοντας
ουσιαστικά ότι η
METLEN
επιδιώκει να έχει τόσο
χαμηλό κόστος ώστε να
μπορεί να επιβιώσει
ακόμη και σε ένα
περιβάλλον ακραίου
ανταγωνισμού.
Το πραγματικό στοίχημα
για την Ευρώπη
Η υπόθεση του γαλλίου
αποτυπώνει σε
μικρογραφία το
μεγαλύτερο πρόβλημα της
ευρωπαϊκής βιομηχανικής
πολιτικής.
Η Ευρώπη θέλει να
μειώσει την εξάρτησή της
από την Κίνα, να
ενισχύσει την αμυντική
και τεχνολογική της
αυτονομία και να
δημιουργήσει νέες
αλυσίδες εφοδιασμού για
κρίσιμες πρώτες ύλες.
Όμως, για να γίνει αυτό,
χρειάζεται να είναι
διατεθειμένη να πληρώσει
το τίμημα.
Στην περίπτωση της
METLEN,
η παραγωγική δυνατότητα
υπάρχει, η πρώτη ύλη
είναι στρατηγικής
σημασίας και η παραγωγή
μπορεί θεωρητικά να
καλύψει ολόκληρη την
ευρωπαϊκή ζήτηση. Αυτό
που λείπει είναι η
οργανωμένη
ευρωπαϊκή ζήτηση
και η βούληση των
βιομηχανιών να στηρίξουν
μια ασφαλέστερη αλλά
ενδεχομένως ακριβότερη
αλυσίδα εφοδιασμού.
Εάν αυτό δεν συμβεί,
υπάρχει ο κίνδυνος η
Ευρώπη να καταλήξει να
παράγει το γάλλιο που
χρειάζεται ολόκληρος ο
κόσμος, αλλά να μην το
αγοράζει η ίδια.
|