|
Η
Moody’s εκτιμά ότι το
συνολικό οικονομικό
αποτύπωμα για τις
τέσσερις τράπεζες —
Eurobank, Εθνική
Τράπεζα, Πειραιώς και
Alpha Bank — ανέρχεται
σε περίπου 700 εκατ.
ευρώ. Το ποσό αυτό
περιλαμβάνει περίπου 500
εκατ. ευρώ από απώλεια
μελλοντικών τόκων σε
χαρτοφυλάκιο στεγαστικών
δανείων ύψους 16,5 δισ.
ευρώ με ορίζοντα
20ετίας, καθώς και
περίπου 200 εκατ. ευρώ
από αναδρομικές
επιστροφές
υπερπληρωμένων τόκων.
Ο
οίκος υπογραμμίζει ότι η
επίπτωση αυτή είναι
διαχειρίσιμη και δεν
μεταβάλλει την εκτίμησή
του για την πιστοληπτική
ικανότητα ή την
κερδοφορία των ελληνικών
τραπεζών. Τα 500 εκατ.
ευρώ της απώλειας
μελλοντικών εσόδων
αναμένεται να
απορροφηθούν μέσω του
μηχανισμού «Ηρακλής»,
χωρίς να επηρεαστεί η
εξυπηρέτηση των κρατικά
εγγυημένων senior
ομολόγων, ενώ τα
υπόλοιπα 200 εκατ. ευρώ
θα επιμεριστούν περίπου
ισομερώς μεταξύ τραπεζών
και servicers, χωρίς
δημοσιονομική επιβάρυνση
για το Δημόσιο.
Η
Moody’s εκτιμά ότι οι
τράπεζες θα προχωρήσουν
σε πρόσθετες εφάπαξ
προβλέψεις στο γ’
τρίμηνο του 2026, ώστε
να καλύψουν το σχετικό
κόστος. Ωστόσο, η
συνολική επίπτωση
θεωρείται περιορισμένη
σε σχέση με την ισχυρή
προ προβλέψεων
κερδοφορία, η οποία
ξεπέρασε τα 6,5 δισ.
ευρώ το 2025, και μπορεί
να απορροφηθεί από
υφιστάμενα κεφαλαιακά
«μαξιλάρια».
Παράλληλα, ο δείκτης
CET1 των τραπεζών, που
διαμορφώθηκε μεταξύ 13%
και 17% στο α’ τρίμηνο
του 2026, παρέχει,
σύμφωνα με τη Moody’s,
επαρκές περιθώριο
απορρόφησης μιας τέτοιας
επιβάρυνσης.
Ο
οίκος επισημαίνει τρεις
βασικούς παράγοντες που
περιορίζουν τον
αντίκτυπο. Πρώτον,
μεγάλο μέρος των δανείων
που είχαν ενταχθεί στον
Νόμο Κατσέλη έχει ήδη
μεταβιβαστεί μέσω
τιτλοποιήσεων στο
πλαίσιο του προγράμματος
«Ηρακλής», με αποτέλεσμα
η άμεση έκθεση των
τραπεζών να είναι
περιορισμένη. Δεύτερον,
η έκθεση που παραμένει
συνδέεται κυρίως με
senior ομόλογα που
φέρουν κρατική εγγύηση,
ενώ ο μεγαλύτερος
πιστωτικός κίνδυνος έχει
μεταφερθεί σε mezzanine
και junior τίτλους που
κατέχουν τρίτοι
επενδυτές. Τρίτον, η
αναδρομική ευθύνη των
τραπεζών περιορίζεται
χρονικά στην περίοδο από
τον Αύγουστο του 2010
έως την ημερομηνία
τιτλοποίησης των
δανείων.
Την
ίδια στιγμή, η Moody’s
εντοπίζει τρεις
παράγοντες κινδύνου που
θα παρακολουθεί. Πρώτον,
πιθανές δικαστικές
προσφυγές για την
επιστροφή ποσών σε
δανειολήπτες. Δεύτερον,
το ενδεχόμενο επέκτασης
του ζητήματος σε άλλες
κατηγορίες ρυθμίσεων,
όπως ο εξωδικαστικός
μηχανισμός. Τρίτον,
πιθανή αναθεώρηση του
εύρους κόστους, το οποίο
εκτιμάται από την
κυβέρνηση στα 700 εκατ.
ευρώ, αλλά από
ορισμένους φορείς της
αγοράς μπορεί να φθάνει
έως και 1,3 δισ. ευρώ.
Η
Moody’s καταλήγει ότι
κανένας από αυτούς τους
κινδύνους δεν
ενσωματώνεται στο βασικό
της σενάριο,
σημειώνοντας ωστόσο ότι
ενδεχόμενη υλοποίησή
τους θα μπορούσε να
οδηγήσει σε επανεξέταση
της αξιολόγησης των
ελληνικών τραπεζών.
|