|
Οι οικονομολόγοι του
οίκου επισημαίνουν ότι
οι ΗΠΑ δεν εξελίχθηκαν
σε παγκόσμια δύναμη
επειδή απέφυγαν τις
αδυναμίες που
συναντώνται συνήθως στις
αναδυόμενες οικονομίες,
αλλά επειδή κατάφεραν να
μετατρέψουν αυτές τις
αδυναμίες σε κινητήρια
δύναμη ανάπτυξης. Η χώρα
οικοδομήθηκε μέσα σε ένα
περιβάλλον αβεβαιότητας,
έντονης κερδοσκοπίας και
εύθραυστης
χρηματοδότησης,
στηριζόμενη σε μια βαθιά
πίστη στις μελλοντικές
της δυνατότητες.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε
η πρόσβαση σε κεφάλαια.
Η ανάπτυξη υποδομών, η
αξιοποίηση γης και η
λειτουργία του κράτους
απαιτούσαν σημαντική
χρηματοδότηση, την οποία
η χώρα δυσκολευόταν να
εξασφαλίσει. Οι ΗΠΑ
διέθεταν άφθονη γη αλλά
περιορισμένη ρευστότητα,
μια συνθήκη που
συναντάται συχνά σε
αναπτυσσόμενες
οικονομίες. Παράλληλα,
δεν δίστασαν να
αξιοποιήσουν ξένες
τεχνολογίες και γνώσεις,
ακόμη και μέσω
αντιγραφής βρετανικής
πνευματικής ιδιοκτησίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο
Alexander
Hamilton,
πρώτος υπουργός
Οικονομικών και μία από
τις σημαντικότερες
μορφές της αμερικανικής
ίδρυσης, αντιλήφθηκε ότι
η αξιοπιστία ήταν το
βασικότερο περιουσιακό
στοιχείο της χώρας.
Επιδίωξε να πείσει τις
αγορές ότι το νέο κράτος
μπορούσε να εξυπηρετήσει
τις υποχρεώσεις του, να
εφαρμόσει τους νόμους
και να εισπράξει φόρους.
Για τον Hamilton,
η οικονομική
φερεγγυότητα αποτελούσε
αναγκαία προϋπόθεση της
πολιτικής ανεξαρτησίας.
Η πορεία αυτή μόνο ομαλή
δεν ήταν. Δεν υπήρχε
κεντρική τράπεζα,
σύστημα ασφάλισης
καταθέσεων ή ενιαίο
εθνικό νόμισμα. Οι
συναλλαγές
πραγματοποιούνταν με
ξένα νομίσματα,
τραπεζικά γραμμάτια και
ιδιωτικές υποσχέσεις
πληρωμής, ενώ οι
τραπεζικές χρεοκοπίες
ήταν συχνό φαινόμενο.
Παρόλα αυτά, η ίδια η
αβεβαιότητα που αύξανε
τον κίνδυνο δημιούργησε
και σημαντικές
ευκαιρίες. Η γη
αποτέλεσε τον βασικό
μοχλό πλούτου,
προσελκύοντας
μετανάστες, επενδυτές
και επιχειρηματίες.
Ταυτόχρονα, όμως,
τροφοδότησε φαινόμενα
κερδοσκοπίας, κοινωνικές
εντάσεις, επέκταση της
δουλείας και βίαιη
εκτόπιση των ιθαγενών
πληθυσμών.
Η πραγματική κινητήρια
δύναμη της οικονομικής
ανάπτυξης δεν ήταν οι
ελίτ, αλλά η ευρύτερη
παραγωγική τάξη:
έμποροι, τεχνίτες,
αγρότες, μηχανικοί,
μικροεπιχειρηματίες και
επενδυτές. Η ευρεία
συμμετοχή στην
οικονομική δραστηριότητα
συνέβαλε στη δημιουργία
ενός δυναμικού και
ανταγωνιστικού
περιβάλλοντος.
Κατά τη Morgan
Stanley,
το στοιχείο που τελικά
διαφοροποίησε τις ΗΠΑ
από άλλες μεθοριακές
οικονομίες ήταν η
ικανότητά τους να
προσαρμόζονται. Το
Σύνταγμα εξελίχθηκε, η
πολιτική εξουσία
εναλλασσόταν, η
νομοθεσία επέτρεπε την
επιχειρηματική αποτυχία
και τον νέο ξεκίνημα,
ενώ η οικονομική ισχύς
παρέμεινε σχετικά
διασκορπισμένη.
Ο οίκος θεωρεί ότι αυτή
η ιστορική εμπειρία
προσφέρει χρήσιμα
συμπεράσματα και για το
σήμερα. Παρά την
αντίληψη ότι οι ΗΠΑ του
παρελθόντος
χαρακτηρίζονταν από
ενότητα και σταθερότητα,
η πραγματικότητα ήταν
πολύ πιο σύνθετη:
πολιτικές συγκρούσεις,
αμφισβητούμενη
νομιμοποίηση, οικονομική
αβεβαιότητα και βαθιές
κοινωνικές αντιθέσεις
συνόδευσαν τα πρώτα
βήματα της χώρας.
Το βασικό δίδαγμα,
σύμφωνα με τη
Morgan
Stanley,
είναι ότι οι χώρες δεν
μετατρέπονται σε
ανεπτυγμένες οικονομίες
επειδή αποφεύγουν τις
κρίσεις, αλλά επειδή
ενισχύουν την αξιοπιστία
και τους θεσμούς τους
μέσα από αυτές. Η
πραγματική ωριμότητα δεν
συνδέεται με την απουσία
μεταβλητότητας, αλλά με
την ικανότητα μετατροπής
της σε παράγοντα
ανανέωσης και προόδου.
|