|
Η επένδυση μπορεί να
αφορά, μεταξύ άλλων,
ακίνητα, μετοχές,
ομόλογα ή συμμετοχές σε
επιχειρήσεις, με το
ελάχιστο απαιτούμενο
ποσό να ανέρχεται στις
500.000 ευρώ. Η σχετική
υποχρέωση θα πρέπει να
καλυφθεί μέσα σε
διάστημα τριών ετών από
την υποβολή της αίτησης
μεταφοράς φορολογικής
κατοικίας.
Το βασικό πλεονέκτημα
του προγράμματος είναι
ότι οι νέοι φορολογικοί
κάτοικοι Ελλάδας
φορολογούνται για τα
εισοδήματα που αποκτούν
στο εξωτερικό με έναν
σταθερό ετήσιο φόρο
100.000 ευρώ, ανεξάρτητα
από το ύψος των
εισοδημάτων τους. Η
ρύθμιση έχει διάρκεια
έως 15 έτη και
απευθύνεται κυρίως σε
εύπορους ιδιώτες,
επιχειρηματίες και
επενδυτές με σημαντική
διεθνή δραστηριότητα.
Οι non-dom
αυξάνουν το αποτύπωμά
τους στην αγορά
πολυτελών κατοικιών
Η αυξανόμενη
ελκυστικότητα του
προγράμματος
αποτυπώνεται πλέον
ξεκάθαρα στα στοιχεία
της αγοράς.
Σύμφωνα με την ετήσια
έκθεση της Greece
Sotheby’s
International
Realty
για την ελληνική αγορά
πολυτελών κατοικιών, οι
αγοραστές που
εντάσσονται στην
κατηγορία των non-dom
έχουν αυξήσει σημαντικά
τη συμμετοχή τους στις
συναλλαγές.
Το 2024 αντιστοιχούσαν
στο 17% των αγορών
πολυτελών κατοικιών και
στο 14% του συνολικού
όγκου συναλλαγών. Το
2025, τα ποσοστά αυτά
αυξήθηκαν σημαντικά,
καθώς οι non-dom
επενδυτές αντιπροσώπευαν
το 21% του αριθμού των
αγορών και το 29% του
όγκου των συναλλαγών.
Η μεγάλη διαφορά μεταξύ
αριθμού συναλλαγών και
συνολικού όγκου
επενδύσεων αποκαλύπτει
και το προφίλ των
συγκεκριμένων αγοραστών.
Πρόκειται κυρίως για
επενδυτές πολύ υψηλής
οικονομικής επιφάνειας,
οι οποίοι αποκτούν
ακίνητα μεγάλης αξίας,
με χαρακτηριστικά που
ξεπερνούν τον μέσο όρο
της αγοράς.
Η τάση συνεχίστηκε και
κατά το πρώτο εξάμηνο
του 2026, με τους
non-dom
αγοραστές να
αντιστοιχούν στο 14% των
συναλλαγών και στο 10%
του συνολικού όγκου.
Οι Βρετανοί κυριαρχούν
στις αγορές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει η προέλευση
των επενδυτών.
Οι αγοραστές από το
Ηνωμένο Βασίλειο
αποτελούν την κυρίαρχη
ομάδα, καθώς
αντιπροσωπεύουν το 53%
των non-dom
επενδυτών που αγοράζουν
πολυτελείς κατοικίες
στην Ελλάδα.
Ακολουθούν οι επενδυτές
από τις Ηνωμένες
Πολιτείες με ποσοστό
12%, ενώ μικρότερα
μερίδια καταγράφονται
από την Ελβετία, την
Τουρκία, τη Δανία, την
Ιταλία, την Ελλάδα και
τη Γερμανία, με περίπου
6% για κάθε χώρα.
Η ισχυρή παρουσία των
Βρετανών επενδυτών
συνδέεται άμεσα με τις
αλλαγές στο φορολογικό
καθεστώς της Μεγάλης
Βρετανίας. Από τον
Απρίλιο του 2025
καταργήθηκε το
αντίστοιχο πρόγραμμα
non-dom
που ίσχυε στη χώρα, με
αποτέλεσμα αρκετοί
εύποροι φορολογούμενοι
να αναζητήσουν νέες
εναλλακτικές.
Η Ελλάδα αποτέλεσε έναν
από τους βασικούς
προορισμούς αυτής της
μετακίνησης κεφαλαίων,
καθώς συνδυάζει
φορολογικά κίνητρα,
ποιότητα ζωής και ισχυρή
αγορά πολυτελών
ακινήτων.
Η τάση αυτή αποτυπώνεται
και στα στοιχεία της
Sotheby’s,
καθώς η ζήτηση από
Βρετανούς αγοραστές κατά
το πρώτο εξάμηνο του
2026 εμφανίζεται
αυξημένη κατά 60% σε
σχέση με το αντίστοιχο
διάστημα του
προηγούμενου έτους.
Νέος πλούτος και
πρόσθετη επενδυτική
ζήτηση
Σύμφωνα με την αγορά
ακινήτων, η άνοδος των
non-dom
επενδυτών δεν λειτουργεί
ανταγωνιστικά προς άλλες
κατηγορίες αγοραστών,
αλλά δημιουργεί πρόσθετη
ζήτηση.
Η Sotheby’s
χαρακτηρίζει το
συγκεκριμένο τμήμα της
αγοράς ως «νέο πλούτο
θεσμικού χαρακτήρα»,
καθώς αφορά επενδυτές
που στο παρελθόν δεν
είχαν λόγο να
τοποθετηθούν στην
Ελλάδα.
Πρόκειται για κεφάλαια
τα οποία δεν
αντικαθιστούν υπάρχουσα
εγχώρια ζήτηση, αλλά
προστίθενται στην αγορά,
ενισχύοντας την
επενδυτική δραστηριότητα
και ειδικά τον τομέα των
ακινήτων υψηλών
προδιαγραφών.
Παράλληλα, καθοριστικό
ρόλο έχει διαδραματίσει
η αυξανόμενη
αναγνωρισιμότητα του
ελληνικού προγράμματος
στα διεθνή δίκτυα
διαχείρισης πλούτου (wealth
advisors)
και στα family
offices.
Η παρουσία της Ελλάδας
στους κύκλους των
διεθνών συμβούλων
πλούτου ενισχύει την
πιθανότητα περαιτέρω
εισροής κεφαλαίων τα
επόμενα χρόνια, καθώς η
χώρα εξελίσσεται σε έναν
πιο ελκυστικό φορολογικό
και επενδυτικό προορισμό
για άτομα υψηλής καθαρής
αξίας.
Η αγορά πολυτελών
κατοικιών φαίνεται να
αποτελεί έναν από τους
βασικούς ωφελημένους
αυτής της νέας τάσης, με
την Ελλάδα να διεκδικεί
πλέον μεγαλύτερο ρόλο
στον διεθνή ανταγωνισμό
για την προσέλκυση
ιδιωτικών κεφαλαίων.
|