|
Όπως επισημαίνει ο Πίτερ
Τέιλορ της
Macquarie
Group,
οι αγορές συχνά επιλύουν
προβλήματα
αποτελεσματικότερα από
όσο αναμένεται. Παρ’ όλα
αυτά, η κατάσταση
εξακολουθεί να
παρουσιάζει σημαντικές
αβεβαιότητες.
Το κλείσιμο των Στενών
του Ορμούζ από το Ιράν
αφαίρεσε προσωρινά
περίπου 13 εκατομμύρια
βαρέλια ημερήσιας
προσφοράς, ποσότητα που
αντιστοιχεί σχεδόν στο
20% της παγκόσμιας
αγοράς. Σύμφωνα με
εκτιμήσεις της
JPMorgan,
από τον Φεβρουάριο έως
τον Αύγουστο χάθηκαν
συνολικά περίπου 1,6
δισεκατομμύρια βαρέλια
εφοδιασμού.
Παρά το μέγεθος της
διαταραχής, οι τιμές του
Brent
δεν ξεπέρασαν τα 115
δολάρια ανά βαρέλι, ενώ
το αμερικανικό
WTI
παρέμεινε κάτω από τα
113 δολάρια.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν
τα υψηλά αποθέματα
πετρελαίου. Η παγκόσμια
οικονομία εισήλθε στην
κρίση με περίπου 407
εκατομμύρια βαρέλια
διαθέσιμων αποθεμάτων,
τα οποία λειτούργησαν ως
σημαντικό «μαξιλάρι» για
την αγορά.
Παράλληλα, η
συντονισμένη αποδέσμευση
περίπου 400 εκατομμυρίων
βαρελιών από τα
στρατηγικά αποθέματα των
χωρών-μελών του Διεθνούς
Οργανισμού Ενέργειας
ενίσχυσε περαιτέρω την
προσφορά. Στην ίδια
κατεύθυνση λειτούργησε
και η απόφαση των
Ηνωμένων Πολιτειών να
χαλαρώσουν τους
περιορισμούς στο ρωσικό
και ιρανικό πετρέλαιο,
αυξάνοντας τη
διαθεσιμότητα αργού στην
αγορά.
Σύμφωνα με τη Νατάσα
Κανέβα της
JPMorgan,
η αγορά κατάφερε
επανειλημμένα να
προσαρμοστεί με τρόπους
που περιόρισαν τις
ανοδικές πιέσεις στις
τιμές. Η ίδια ήταν από
τους λίγους αναλυτές που
είχαν προβλέψει ότι οι
τιμές θα κινούνταν κοντά
στα 100 δολάρια κατά
μέσο όρο την περίοδο της
κρίσης.
Ένας ακόμη απρόβλεπτος
παράγοντας ήταν η
μεταφορά πετρελαίου μέσω
εναλλακτικών διαδρομών.
Δεκάδες δεξαμενόπλοια
φέρονται να
απενεργοποίησαν τα
συστήματα εντοπισμού
τους και να αποχώρησαν
από τον Περσικό Κόλπο,
μεταφέροντας περίπου 2
εκατομμύρια βαρέλια
ημερησίως, συμβάλλοντας
στη μερική αποκατάσταση
της προσφοράς.
Την ίδια στιγμή, η
ζήτηση αποδείχθηκε
αισθητά ασθενέστερη από
τις αρχικές εκτιμήσεις.
Η JPMorgan
υπολογίζει ότι οι
επιπτώσεις του πολέμου
οδήγησαν σε απώλεια
ζήτησης περίπου 800
εκατομμυρίων βαρελιών
στο διάστημα Φεβρουαρίου
– Αυγούστου.
Καθοριστική ήταν η
συμβολή της Κίνας. Η
χώρα αξιοποίησε τα
μεγάλα αποθέματα που
είχε συσσωρεύσει πριν
από τη σύγκρουση, αύξησε
τη χρήση άνθρακα για την
παραγωγή ενέργειας και
επιτάχυνε τη διείσδυση
των ηλεκτρικών οχημάτων.
Σύμφωνα με την
Kpler,
η κινεζική ζήτηση
μειώθηκε κατά 2,6
εκατομμύρια βαρέλια
ημερησίως, ενώ ο Διεθνής
Οργανισμός Ενέργειας
εκτιμά ότι η μετάβαση
στην ηλεκτροκίνηση
αφαιρεί περίπου 1
εκατομμύριο βαρέλια
ημερησίως από την
κατανάλωση πετρελαίου
της χώρας.
Η υποχώρηση της ζήτησης
αποδείχθηκε κρίσιμη για
τη σταθεροποίηση της
αγοράς. Όταν οι
ελλείψεις καλύπτονται
μέσω αποθεμάτων, οι
τιμές συνήθως αυξάνονται
σημαντικά. Αντίθετα,
όταν μειώνεται η
κατανάλωση, οι τιμές
τείνουν να
αποκλιμακώνονται μαζί με
τη ζήτηση.
Παράλληλα, η παραγωγή
πετρελαίου αυξήθηκε
σημαντικά σε χώρες όπως
η Βραζιλία και η
Βενεζουέλα. Οι Ηνωμένες
Πολιτείες λειτούργησαν
επίσης ως βασικός
προμηθευτής για την
κάλυψη ελλείψεων σε
καύσιμα, συμβάλλοντας
στην αποφυγή σοβαρών
προβλημάτων στην
ευρωπαϊκή αγορά
αεροπορικών καυσίμων και
στην αγορά ντίζελ της
Αυστραλίας.
Οι επενδυτές εκτιμούν
πλέον ότι η πρόσθετη
παραγωγή δεν θα
αποσυρθεί άμεσα από την
αγορά ακόμη και μετά την
πλήρη αποκατάσταση της
ναυσιπλοΐας στα Στενά
του Ορμούζ, γεγονός που
ενισχύει τις προσδοκίες
για διατήρηση υψηλής
προσφοράς.
Μάλιστα, αρκετοί
αναλυτές θεωρούν ότι η
παγκόσμια αγορά
ενδέχεται να βρεθεί
σύντομα αντιμέτωπη με
υπερπροσφορά. Οι χώρες
του ΟΠΕΚ που είχαν
περιορίσει την παραγωγή
τους αναμένεται να
αυξήσουν ξανά τις
εξαγωγές τους, ενώ η
Σαουδική Αραβία και τα
Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
εκτιμάται ότι θα
επιταχύνουν την παραγωγή
τους τους επόμενους
μήνες.
Η Capital
Economics
προβλέπει ότι η
μεταπολεμική ανάκαμψη
της Σαουδικής Αραβίας θα
ενισχυθεί σημαντικά από
την αύξηση της παραγωγής
πετρελαίου, ενώ εκτιμά
ότι και τα Ηνωμένα
Αραβικά Εμιράτα θα
κινηθούν επιθετικά προς
την ίδια κατεύθυνση.
Ο Διεθνής Οργανισμός
Ενέργειας εκτιμά ότι το
2027 η παγκόσμια αγορά
ενδέχεται να εμφανίσει
πλεόνασμα περίπου 5
εκατομμυρίων βαρελιών
ημερησίως.
Ωστόσο, οι κίνδυνοι δεν
έχουν εξαλειφθεί. Τα
αποθέματα στο
Cushing
της Οκλαχόμα, που
αποτελεί βασικό κόμβο
αποθήκευσης και
διακίνησης πετρελαίου
στις Ηνωμένες Πολιτείες,
υποχώρησαν πρόσφατα κάτω
από τα 19 εκατομμύρια
βαρέλια, στο χαμηλότερο
επίπεδο από το 2014. Το
συγκεκριμένο επίπεδο
θεωρείται οριακό για την
ομαλή λειτουργία του
δικτύου αγωγών.
Παράλληλα, η πλήρης
επιστροφή του ιρανικού
πετρελαίου στην αγορά
δεν θεωρείται δεδομένη
ούτε άμεση. Όπως
επισημαίνει ο Άλαν
Γκέλντερ της Wood
Mackenzie,
η επίτευξη μιας
πολιτικής συμφωνίας
αποτελεί μόνο το πρώτο
βήμα, καθώς η επαναφορά
της παραγωγής και η
αποκατάσταση των ροών
απαιτούν χρόνο.
Ο ίδιος εκτιμά ότι
περίπου το 90% της
προπολεμικής παραγωγής
θα μπορούσε να έχει
επανέλθει μέσα σε έξι
μήνες, ωστόσο η πλήρης
επιστροφή στην
κανονικότητα ενδέχεται
να χρειαστεί πολύ
μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα.
Ταυτόχρονα, χώρες όπως η
Κίνα αναμένεται να
ξεκινήσουν σταδιακά την
αναπλήρωση των
αποθεμάτων που
κατανάλωσαν κατά τη
διάρκεια της κρίσης,
γεγονός που μπορεί να
επαναφέρει μέρος της
ζήτησης προς τα τέλη του
έτους και κατά τη
διάρκεια του 2027.
Για τον λόγο αυτό,
αρκετοί αναλυτές
εκτιμούν ότι το
μεγαλύτερο μέρος των
θετικών ειδήσεων έχει
ήδη ενσωματωθεί στις
τιμές του πετρελαίου και
ότι τα περιθώρια
περαιτέρω πτώσης είναι
πλέον περιορισμένα.
Παρ’ όλα αυτά, η αγορά
πετρελαίου συνεχίζει να
εκπλήσσει ακόμη και τους
πιο έμπειρους επενδυτές.
Όπως σημειώνει ο Πίτερ
Τέιλορ, το σημαντικότερο
μάθημα για όσους
δραστηριοποιούνται στην
αγορά είναι ένα: η
ευελιξία παραμένει το
σημαντικότερο εργαλείο
διαχείρισης των συνεχών
ανατροπών.
|