|
Σε ακραίες περιπτώσεις
αδυναμίας αποπληρωμής,
τα funds
που έχουν χορηγήσει τα
δάνεια καταλήγουν
ουσιαστικά να
αναλαμβάνουν τον έλεγχο
της εταιρείας. Με αυτόν
τον τρόπο ο δανειστής
μετατρέπεται σε
ιδιοκτήτη της
επιχείρησης,
διαγράφοντας συχνά μέρος
ή ακόμη και το σύνολο
των οφειλών με
αντάλλαγμα μετοχικό
κεφάλαιο. Αν και η
μετατροπή χρέους σε
μετοχές μπορεί να
βοηθήσει στην ανάκτηση
μεγαλύτερου μέρους της
επένδυσης, τα
funds
άμεσου δανεισμού
προτιμούν συνήθως
σταθερά έσοδα από τόκους
παρά την ανάληψη της
διαχείρισης
επιχειρήσεων.
Εξετάζοντας μοχλευμένες
εξαγορές που
χρηματοδοτήθηκαν από
ιδιωτικά δάνεια υψηλής
εξασφάλισης από το 2017
και μετά, οι αναλυτές
της Goldman
Sachs
διαπίστωσαν ότι περίπου
38 δισ. δολάρια σε
δάνεια προς 150
εταιρείες κατέληξαν
προβληματικά. Από αυτές
τις περιπτώσεις,
τέσσερις επιχειρήσεις
οδηγήθηκαν σε χρεοκοπία
ή ρευστοποίηση, ενώ για
τις υπόλοιπες 146 τα
funds
προχώρησαν σε ανταλλαγή
του χρέους με μετοχική
συμμετοχή.
Ωστόσο, καθώς το
συνολικό μέγεθος της
αγοράς ιδιωτικών
πιστώσεων στην Ευρώπη
δεν είναι σαφώς
καταγεγραμμένο, είναι
δύσκολο να εξαχθούν
ασφαλή συμπεράσματα για
το αν πρόκειται για
εκτεταμένο κύμα
αθετήσεων πληρωμών. Παρ’
όλα αυτά, οι αναλυτές
της Goldman
Sachs,
Patrick
Badaro
και Juliana
Hadas,
επισημαίνουν ότι λόγω
της περιορισμένης
διαφάνειας της αγοράς,
τα επίσημα ποσοστά
αθέτησης της τάξης του
2% πιθανόν να
υποεκτιμούν τις πιέσεις
που υπάρχουν στο
παρασκήνιο.
Παράλληλα, τα ίδια τα
funds
δεν έχουν ιδιαίτερο
κίνητρο να
δημοσιοποιήσουν τυχόν
προβλήματα στα
χαρτοφυλάκιά τους,
ειδικά σε μια περίοδο
που ο κλάδος δέχεται
πιέσεις από αυξημένες
αναλήψεις ιδιωτών
επενδυτών και από
ανησυχίες για τις
επιπτώσεις της τεχνητής
νοημοσύνης στον τομέα
του λογισμικού, στον
οποίο τα private
credit
funds
έχουν σημαντική έκθεση.
Σύμφωνα με τη μελέτη της
Goldman,
ο μεγαλύτερος αριθμός
προβληματικών δανείων
–24 συνολικά– χορηγήθηκε
το 2017, σε μια περίοδο
εξαιρετικά χαμηλού
κόστους χρηματοδότησης.
Πολλές από τις εταιρείες
που δανείστηκαν τότε
αντιμετώπισαν στη
συνέχεια πιέσεις λόγω
της πανδημίας, της
ανόδου του πληθωρισμού
και της απότομης αύξησης
των επιτοκίων.
Από το 2023 και μετά,
περισσότερες από 100
επιχειρήσεις πέρασαν υπό
τον έλεγχο των δανειστών
τους, καθώς το αυξημένο
κόστος δανεισμού
επιβάρυνε σημαντικά τα
οικονομικά τους. Μεταξύ
των εταιρειών που
προχώρησαν σε ανταλλαγές
χρέους με μετοχές
συγκαταλέγονται, σύμφωνα
με το Bloomberg,
ο βρετανικός οίκος
δημοπρασιών
Bonhams,
ο προμηθευτής
τηλεπικοινωνιακού
εξοπλισμού
Netceed,
το ιταλικό brand
αθλητικών ειδών
Dainese
και η γαλλική εταιρεία
ακτινολογικών κέντρων
Oradianse.
Συνολικά, η
Goldman
Sachs
εκτιμά ότι τα δεδομένα
υποδηλώνουν
«συγκεντρωμένες εστίες
πίεσης», κυρίως σε
μικρότερες επιχειρήσεις
και σε κλάδους με έντονη
κυκλικότητα, χωρίς
ωστόσο να προμηνύουν
προς το παρόν μια
γενικευμένη συστημική
κρίση.
Αντίθετα, ο δανεισμός
προς μεγαλύτερες και
ποιοτικότερες εταιρείες,
που δραστηριοποιούνται
σε λιγότερο κυκλικούς
τομείς, φαίνεται να
παρέχει μεγαλύτερη
προστασία απέναντι στον
κίνδυνο αθετήσεων.
|