|
Η αγορά γνώρισε
εκρηκτική ανάπτυξη μετά
την παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση
του 2008, όταν οι
αυστηρότεροι κανονισμοί
περιόρισαν τη δυνατότητα
των τραπεζών να χορηγούν
δάνεια υψηλότερου
κινδύνου. Μεγάλοι
επενδυτικοί όμιλοι
εκμεταλλεύθηκαν το κενό
αυτό, δημιουργώντας έναν
νέο, δυναμικά
αναπτυσσόμενο τομέα
χρηματοδότησης.
Μέχρι πρόσφατα, το
private
credit
θεωρούνταν από τις πιο
σταθερές και αποδοτικές
δραστηριότητες στη
Wall
Street.
Τώρα όμως αρχίζουν να
εμφανίζονται οι πρώτες
ενδείξεις πίεσης.
Πιέσεις από αιτήματα
εξαγορών επενδυτών
Ένα χαρακτηριστικό
παράδειγμα προήλθε από
fund
της Cliffwater,
συνολικού ύψους 33 δισ.
δολαρίων. Οι επενδυτές
ζήτησαν να αποσύρουν
περίπου το 14% των
κεφαλαίων τους μέσα σε
ένα τρίμηνο, ωστόσο το
fund
κατάφερε να καλύψει
μόλις το μισό των
αιτημάτων. Οι υπόλοιποι
επενδυτές θα πρέπει να
περιμένουν έναν επόμενο
κύκλο εξαγορών για να
λάβουν τα χρήματά τους.
Η δυσκολία αυτή
οφείλεται στο γεγονός
ότι τα περισσότερα
private
credit
funds
επιτρέπουν περιορισμένες
εξαγορές, συνήθως έως
περίπου 5% των κεφαλαίων
ανά τρίμηνο, λόγω της
χαμηλής ρευστότητας των
επενδύσεών τους.
Παρόμοια φαινόμενα
καταγράφηκαν και σε άλλα
μεγάλα επενδυτικά
σχήματα. Ένα fund
της Blackstone
εμφάνισε για πρώτη φορά
καθαρές εκροές, ενώ ένα
fund
της Blue
Owl
επέτρεψε εξαγορές έως
και 15%, σημαντικά
υψηλότερες από το
συνηθισμένο όριο.
Αντίθετα, μεγάλοι όμιλοι
όπως η BlackRock
και η Morgan
Stanley
διατήρησαν το όριο
εξαγορών στο 5%.
Ορισμένοι αναλυτές
παρομοιάζουν τη σημερινή
κατάσταση με μια αργή
«διαρροή» κεφαλαίων,
παρόμοια με τις πιέσεις
που είχαν εμφανιστεί στα
επενδυτικά κεφάλαια
ακινήτων το 2022.
Η στροφή προς τους
μικροεπενδυτές
Για πολλά χρόνια η
χρηματοδότηση των
private
credit
funds
προερχόταν κυρίως από
θεσμικούς επενδυτές.
Ωστόσο, τα τελευταία
χρόνια ο κλάδος στράφηκε
όλο και περισσότερο προς
ιδιώτες επενδυτές.
Το ποσοστό συμμετοχής
μικροεπενδυτών στα
συγκεκριμένα
funds
αυξήθηκε από 5,5% το
2020 σε 16,6% το 2024. Η
εξέλιξη αυτή ενίσχυσε
σημαντικά την ανάπτυξη
της αγοράς, αλλά τώρα
ενδέχεται να δημιουργεί
νέους κινδύνους.
Οι ιδιώτες επενδυτές
τείνουν να αντιδρούν
ταχύτερα σε αρνητικές
ειδήσεις και είναι πιο
πιθανό να ζητήσουν την
επιστροφή των κεφαλαίων
τους. Η ανησυχία
εντάθηκε μετά από
ορισμένες πτωχεύσεις
επιχειρήσεων που είχαν
χρηματοδοτηθεί μέσω
private
credit,
αλλά και λόγω αμφιβολιών
για την πραγματική
αποτίμηση αρκετών
δανείων.
Παράλληλα, οι μετοχές
εταιρειών του κλάδου
έχουν υποχωρήσει έως και
40% από την αρχή του
έτους, ενώ οι αποδόσεις
σε ομόλογα CLO
–τα οποία βασίζονται σε
εταιρικά δάνεια–
παρουσιάζουν πτωτική
τάση. Την ίδια στιγμή,
μεγάλες τράπεζες
επανεξετάζουν την έκθεσή
τους στον κλάδο.
Τα δάνεια που έχουν
χορηγήσει αμερικανικές
τράπεζες προς μη
τραπεζικά
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα, στα οποία
περιλαμβάνονται τα
private
credit
funds,
ανέρχονται πλέον σε
περίπου 1,2 τρισ.
δολάρια, σχεδόν
τριπλάσια σε σχέση με
πριν από μία δεκαετία.
Συγκρίσεις με την
περίοδο πριν από την
κρίση του 2008
Ορισμένοι επενδυτές
εντοπίζουν ομοιότητες με
τις πρώτες ενδείξεις της
χρηματοπιστωτικής κρίσης
του 2008. Το βασικό
ζήτημα είναι ότι μεγάλο
μέρος της αγοράς
private
credit
χαρακτηρίζεται από
περιορισμένη διαφάνεια
και χαμηλή ρευστότητα,
γεγονός που καθιστά
δύσκολη την ακριβή
αποτίμηση των δανείων.
Το μοτίβο θυμίζει –αν
και σε μικρότερη
κλίμακα– την περίοδο
πριν από την κρίση των
στεγαστικών δανείων
υψηλού κινδύνου το 2007,
όταν ορισμένα
funds
άρχισαν να περιορίζουν
τις εξαγορές επενδυτών.
Παρόλα αυτά, η αγορά
private
credit
είναι σημαντικά
μικρότερη. Υπολογίζεται
περίπου στα 2 τρισ.
δολάρια, ενώ πριν από
την κρίση του 2008 τα
mortgage-backed
securities
είχαν φθάσει τα 7,2
τρισ. δολάρια.
Ένας πιθανός κίνδυνος
που εξελίσσεται σταδιακά
Οι περισσότεροι αναλυτές
εκτιμούν ότι ο κλάδος
του private
credit
δεν είναι αρκετά μεγάλος
ώστε να προκαλέσει μόνος
του μια νέα παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση.
Ωστόσο, οι πιέσεις
μπορεί να ενταθούν
σταδιακά. Αν οι εκροές
επενδυτών συνεχιστούν
και τα προβληματικά
δάνεια αυξηθούν, η αγορά
αυτή θα μπορούσε να
μετατραπεί από έναν
σχετικά αθέατο τομέα
χρηματοδότησης σε έναν
από τους επόμενους
σημαντικούς παράγοντες
κινδύνου για το διεθνές
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
|