|
Τα
εταιρικά κέρδη απέναντι
στους γεωπολιτικούς
κινδύνους
Οι συγκρούσεις στην
Ανατολική Ευρώπη και στη
Μέση Ανατολή δημιουργούν
κινδύνους για τις
διεθνείς εφοδιαστικές
αλυσίδες, τις
ενεργειακές μεταφορές
και την ασφάλεια του
εμπορίου. Οι εξελίξεις
αυτές επηρεάζουν άμεσα
τις τιμές του
πετρελαίου, το κόστος
μεταφοράς και τα
ασφάλιστρα κινδύνου.
Παράλληλα, οι
περιορισμοί στις
εξαγωγές τεχνολογίας, η
συγκέντρωση της
παραγωγής ημιαγωγών στην
Ανατολική Ασία και οι
μεταβαλλόμενες
δασμολογικές πολιτικές
αυξάνουν το λειτουργικό
και κανονιστικό κόστος
για τις πολυεθνικές
επιχειρήσεις.
Στην Ευρώπη, οι
πολιτικές εξελίξεις μετά
τις εκλογικές
αναμετρήσεις εντείνουν
την αβεβαιότητα γύρω από
τη φορολογία, τις
βιομηχανικές επιδοτήσεις
και τη δημοσιονομική
πολιτική. Χαρακτηριστική
είναι η περίπτωση της
Γαλλίας, όπου η πολιτική
αβεβαιότητα και οι
δημοσιονομικές ανησυχίες
έχουν ενισχύσει τις
πιέσεις στην αγορά
κρατικού χρέους.
Το περιθώριο απόδοσης
μεταξύ των γαλλικών
δεκαετών ομολόγων και
των αντίστοιχων
γερμανικών τίτλων έχει
κινηθεί, σύμφωνα με την
ανάλυση, στην περιοχή
των 135-150 μονάδων
βάσης, αντανακλώντας την
αυξημένη αποζημίωση που
απαιτούν οι επενδυτές
για να αναλάβουν τον
συγκεκριμένο κίνδυνο.
Οι υψηλές αποδόσεις των
κρατικών ομολόγων
αυξάνουν το κόστος
αναχρηματοδότησης των
επιχειρήσεων και το
προεξοφλητικό επιτόκιο
που χρησιμοποιείται στα
μοντέλα αποτίμησης των
μελλοντικών ταμειακών
ροών. Ταυτόχρονα, οι
πιέσεις στο κόστος
εργασίας, στις μεταφορές
και στις πρώτες ύλες
μπορούν να περιορίσουν
τα περιθώρια κέρδους,
ιδιαίτερα για τις
εταιρείες που δεν
διαθέτουν ισχυρή
τιμολογιακή δύναμη.
Γιατί η κερδοφορία
μπορεί να στηρίξει τις
αποτιμήσεις
Το βασικό επιχείρημα των
αισιόδοξων επενδυτών
είναι ότι η αύξηση των
εταιρικών κερδών μπορεί
να αντισταθμίσει ένα
μέρος της αρνητικής
επίδρασης από την άνοδο
των επιτοκίων και των
ασφαλίστρων κινδύνου.
Όταν τα καθαρά κέρδη και
οι ταμειακές ροές
αυξάνονται με υψηλούς
ρυθμούς, ενισχύεται η
οικονομική αξία των
επιχειρήσεων. Αυτό
μπορεί να περιορίσει την
επίδραση της συμπίεσης
των πολλαπλασιαστών
αποτίμησης, ακόμη και σε
ένα περιβάλλον αυξημένης
αβεβαιότητας.
Για παράδειγμα, η άνοδος
του προεξοφλητικού
επιτοκίου από το 8% στο
9,5% μπορεί, ανάλογα με
τη διάρκεια και το
προφίλ των προβλεπόμενων
ταμειακών ροών, να
μειώσει σημαντικά την
παρούσα αξία μιας
επιχείρησης. Εάν, όμως,
οι μελλοντικές ταμειακές
ροές αυξάνονται
ταυτόχρονα με πολύ
υψηλούς ρυθμούς, η
συνολική επίδραση στην
αποτίμηση μπορεί να
παραμείνει θετική.
Η σχέση αυτή δεν
λειτουργεί αυτόματα για
όλες τις μετοχές. Η
επίδραση εξαρτάται από
τη διάρκεια των
ταμειακών ροών, το
κόστος κεφαλαίου, το
ύψος του δανεισμού και
την αξιοπιστία των
προβλέψεων κερδοφορίας.
Ωστόσο, εξηγεί γιατί η
ισχυρή αύξηση των κερδών
μπορεί να επιτρέψει στις
αγορές να απορροφήσουν
μέρος των
μακροοικονομικών
πιέσεων.
Τρίτο διαδοχικό τρίμηνο
με αύξηση κερδών άνω του
25%
Τα στοιχεία της
FactSet
ενισχύουν το επιχείρημα
ότι η εταιρική
κερδοφορία παραμένει
ισχυρή.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις που
παρατίθενται, η αύξηση
των κερδών του S&P
500 για το τρίτο τρίμηνο
ενδέχεται να ξεπεράσει
το 35%, εφόσον
επιβεβαιωθεί το ιστορικό
των θετικών εκπλήξεων
στα αποτελέσματα.
Εάν επαληθευτεί η
πρόβλεψη, θα πρόκειται
για το τρίτο συνεχόμενο
τρίμηνο κατά το οποίο η
ετήσια αύξηση των κερδών
του δείκτη υπερβαίνει το
25%.
Για το σύνολο του έτους,
οι προβλέψεις των
αναλυτών που
συγκεντρώνει η
FactSet
τοποθετούν την αύξηση
των κερδών του S&P
500 στην περιοχή του
32,4%-33%.
Στην πρώτη γραμμή της
ανάπτυξης βρίσκονται οι
κλάδοι της τεχνολογίας,
της ενέργειας και των
υπηρεσιών επικοινωνίας.
Ειδικά στον κλάδο της
πληροφορικής, τα
περιθώρια καθαρού
κέρδους αναφέρονται στο
32,3%, αντανακλώντας τα
οφέλη από την
επιχειρησιακή
αποδοτικότητα και την
ισχυρή τιμολογιακή
δύναμη.
Τα συνολικά καθαρά
περιθώρια κέρδους των
αμερικανικών
επιχειρήσεων παραμένουν,
σύμφωνα με την ανάλυση,
πάνω από τον μέσο όρο
της τελευταίας
πενταετίας.
Η
τεχνητή νοημοσύνη
ενισχύει την κερδοφορία
Ένας από τους βασικούς
παράγοντες που στηρίζουν
τις προβλέψεις για την
κερδοφορία είναι η
συγκέντρωση μεγάλου
μέρους των κερδών σε
τεχνολογικούς ομίλους
υψηλής κεφαλαιοποίησης.
Οι εταιρείες αυτές
επωφελούνται από την
αυξανόμενη ζήτηση για
υποδομές τεχνητής
νοημοσύνης, την
αυτοματοποίηση
επιχειρησιακών
διαδικασιών και την
ενσωμάτωση νέων
τεχνολογιών στην
παραγωγή και στις
υπηρεσίες.
Η επίδραση δεν
περιορίζεται μόνο στην
αύξηση των εσόδων. Η
αυτοματοποίηση μπορεί να
περιορίσει το
λειτουργικό κόστος και
να βελτιώσει την
παραγωγικότητα,
ενισχύοντας τα περιθώρια
κέρδους.
Ωστόσο, η συγκέντρωση
της κερδοφορίας σε
λίγους μεγάλους ομίλους
δημιουργεί και μια
αδυναμία: εάν οι
προσδοκίες για την
AI
αποδειχθούν υπερβολικές
ή οι επενδυτικές δαπάνες
δεν μετατραπούν σε
αντίστοιχα έσοδα, οι
επιπτώσεις στον συνολικό
δείκτη θα μπορούσαν να
είναι δυσανάλογα
μεγάλες.
Το
P/E δεν βρίσκεται πάνω
από τον ιστορικό μέσο
όρο
Παρά την ισχυρή άνοδο
των μετοχών, οι
αποτιμήσεις του S&P
500 δεν εμφανίζονται
ακραίες όταν εξετάζονται
σε συνδυασμό με τις
προβλέψεις κερδοφορίας.
Ο προθεσμιακός δείκτης
P/E,
με βάση τα εκτιμώμενα
κέρδη των επόμενων 12
μηνών, διαμορφώνεται στο
19,1, σύμφωνα με τα
στοιχεία που
παρατίθενται. Το επίπεδο
αυτό συμπίπτει με τον
μέσο όρο της τελευταίας
δεκαετίας, επίσης στο
19,1, και βρίσκεται
χαμηλότερα από τον μέσο
όρο της τελευταίας
πενταετίας, που
ανέρχεται στο 19,8.
Η εξέλιξη εξηγείται από
το γεγονός ότι, εφόσον
τα κέρδη αυξάνονται
ταχύτερα από τις τιμές
των μετοχών, ο
προθεσμιακός
πολλαπλασιαστής
αποτίμησης μπορεί να
υποχωρεί ακόμη και όταν
ο δείκτης καταγράφει
άνοδο.
Αυτό, πάντως, δεν
σημαίνει ότι η αγορά
είναι απαλλαγμένη από
κινδύνους. Οι ιστορικοί
μέσοι όροι δεν αποτελούν
εγγύηση για τη
μελλοντική πορεία των
αποτιμήσεων, ενώ η
διατήρηση υψηλών
πολλαπλασιαστών
προϋποθέτει ότι οι
προβλέψεις κερδοφορίας
θα επιβεβαιωθούν.
Οι πιέσεις στο ιδιωτικό
χρέος αποτελούν πρόσθετο
κίνδυνο
Πέρα από τις μετοχές, η
αβεβαιότητα επεκτείνεται
και στην αγορά ιδιωτικής
πίστης, όπου οι πιέσεις
στους ισολογισμούς
επιχειρήσεων και
εμπορικών ακινήτων
ενδέχεται να οδηγήσουν
σε αυστηρότερους όρους
χρηματοδότησης.
Σύμφωνα με στοιχεία της
Fitch
Ratings
που αναφέρονται στην
ανάλυση, το ποσοστό
αθέτησης πληρωμών στην
αμερικανική αγορά
ιδιωτικής πίστης, ύψους
περίπου 1,7 τρισ.
δολαρίων, έφτασε το 6,3%
σε κυλιόμενη βάση 12
μηνών. Σε ορισμένες
κατηγορίες δανείων προς
μεσαίες επιχειρήσεις, τα
ποσοστά αθέτησης είχαν
κινηθεί ακόμη υψηλότερα
νωρίτερα μέσα στο έτος.
Η εξέλιξη αυτή
υπογραμμίζει ότι οι
υψηλές αποδόσεις και το
ακριβότερο χρήμα δεν
επηρεάζουν όλες τις
επιχειρήσεις με τον ίδιο
τρόπο. Εταιρείες με
ισχυρές ταμειακές ροές
και περιορισμένο
δανεισμό βρίσκονται σε
διαφορετική θέση από
εκείνες που χρειάζονται
συχνή αναχρηματοδότηση ή
εμφανίζουν αδύναμη
κερδοφορία.
Επομένως, η
ανθεκτικότητα του
S&P
500 δεν συνεπάγεται ότι
το σύνολο της εταιρικής
οικονομίας βρίσκεται σε
εξίσου ισχυρή κατάσταση.
Το σενάριο των 8.000
μονάδων και οι
προϋποθέσεις του
Η προοπτική των 8.000
μονάδων έως το τέλος του
έτους στηρίζεται σε δύο
βασικές παραδοχές: κέρδη
ανά μετοχή τουλάχιστον
420 δολαρίων και δείκτη
P/E
περίπου 19 φορές.
Με αυτά τα δεδομένα, η
ισχυρή κερδοφορία θα
μπορούσε να αποτελέσει
τον βασικό μηχανισμό που
θα διατηρήσει την
ανοδική τάση, ακόμη και
αν οι γεωπολιτικές
εντάσεις, οι εμπορικές
ανακατατάξεις και οι
διακυμάνσεις στις
αποδόσεις των ομολόγων
προκαλούν βραχυπρόθεσμες
διορθώσεις.
Το κρίσιμο σημείο είναι
η εκτέλεση των εταιρικών
προβλέψεων. Εάν τα κέρδη
επιβεβαιωθούν ή
ξεπεράσουν τις
εκτιμήσεις, η αγορά θα
έχει ένα ισχυρό
θεμελιώδες στήριγμα.
Εάν, αντίθετα, η αύξηση
των κερδών επιβραδυνθεί
ή οι πιέσεις στο κόστος
αρχίσουν να περιορίζουν
τα περιθώρια, η συμπίεση
των πολλαπλασιαστών θα
μπορούσε να έχει
μεγαλύτερη επίδραση στις
τιμές.
Το βασικό επιχείρημα
υπέρ της ανόδου του
S&P
500 παραμένει η
κερδοφορία. Οι
γεωπολιτικοί κίνδυνοι
και τα υψηλά επιτόκια
μπορούν να προκαλέσουν
αναταράξεις, αλλά η
διατήρηση ισχυρής
αύξησης των εταιρικών
κερδών θα είναι ο
καθοριστικός παράγοντας
για το κατά πόσο ο
δείκτης μπορεί να
κινηθεί προς τις 8.000
μονάδες.
|