| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Τρίτη, 03/11/2026

 

Μια δεύτερη ευκαιρία για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων δανείων, ακόμη και όταν έχει ήδη ξεκινήσει η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, προβλέπει το νέο νομοσχέδιο για τους servicers. Η βασική προϋπόθεση είναι να μην έχει ολοκληρωθεί πλειστηριασμός με κατακύρωση του ακινήτου. Με αυτόν τον τρόπο, ο οφειλέτης αποκτά τη δυνατότητα να επανέλθει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, ακόμη και αν προηγούμενες προσπάθειες ρύθμισης απέτυχαν.

Η νέα διαδικασία συνοδεύεται από συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, αυστηρές προθεσμίες απάντησης και κυρώσεις σε περίπτωση καθυστέρησης. Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόβλεψη ότι, εφόσον ο πιστωτής δεν απαντήσει μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή πλήρους φακέλου, σταματά ο εκτοκισμός της οφειλής και αναστέλλονται οι εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.

 

Το νομοσχέδιο δεν περιορίζεται, επομένως, στην αναμόρφωση επιμέρους πτυχών της σχέσης δανειοληπτών και servicers. Εισάγει ένα νέο πλαίσιο διμερούς διαπραγμάτευσης, στο οποίο η καθυστέρηση του πιστωτή έχει πλέον συγκεκριμένες συνέπειες.

Ρύθμιση ακόμη και όταν έχει ξεκινήσει η αναγκαστική εκτέλεση

Κομβική είναι η διάταξη του άρθρου 19, η οποία επεκτείνει τη δυνατότητα υποβολής αίτησης σε οφειλές που βρίσκονται ήδη σε οποιοδήποτε στάδιο αναγκαστικής εκτέλεσης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί πλειστηριασμός που να έχει καταλήξει σε κατακύρωση.

Η δυνατότητα αυτή αφορά οφειλές προς τράπεζες, servicers, πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα υπό ειδική εκκαθάριση, καθώς και υποκαταστήματα αλλοδαπών τραπεζών. Παράλληλα, επιτρέπει να επανεκκινήσουν διαδικασίες για υποθέσεις στις οποίες είχαν προηγηθεί ανεπιτυχείς προσπάθειες ρύθμισης μέσω του Κώδικα Δεοντολογίας.

Υπάρχουν, πάντως, εξαιρέσεις. Από το νέο πλαίσιο δεν καλύπτονται, μεταξύ άλλων, οφειλές μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων, κοινοπρακτικά δάνεια, καθώς και περιπτώσεις στις οποίες έχει ήδη εφαρμοστεί η ειδική διαδικασία του άρθρου 182 του ν. 5193/2025. Η τελευταία αφορά την υποχρέωση του πιστωτή να έχει υποβάλει έγγραφη πρόταση ρύθμισης τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τον πλειστηριασμό.

Στελέχη της αγοράς των servicers εκτιμούν ότι η διεύρυνση των δυνατοτήτων ρύθμισης μπορεί να οδηγήσει σε ένα άτυπο μορατόριουμ πλειστηριασμών. Εφόσον ο νόμος ενεργοποιηθεί τον Φεβρουάριο, όπως εκτιμάται, και συνυπολογιστούν οι νέες προθεσμίες, η επίδραση στη ροή των πλειστηριασμών ενδέχεται να επεκταθεί έως το καλοκαίρι του 2027.

Ακόμη και παλαιά καταγγελμένα δάνεια στο νέο πλαίσιο

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές είναι ότι η νέα διαδικασία δεν διατηρεί τον περιορισμό που ισχύει στον σημερινό Κώδικα Δεοντολογίας για απαιτήσεις από συμβάσεις οι οποίες είχαν καταγγελθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2015.

Για τις ήδη καταγγελμένες συμβάσεις που δεν βρίσκονται σε ενεργή ρύθμιση προβλέπεται ειδική ενημέρωση των οφειλετών μέσα σε τρεις μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου. Με αυτόν τον τρόπο, υποθέσεις που παρέμεναν για χρόνια χωρίς συμφωνία μπορούν να αποκτήσουν νέα δυνατότητα διαπραγμάτευσης.

Για δάνεια με καθυστέρηση άνω των 90 ημερών, ο πιστωτής θα πρέπει να ενημερώνει τον οφειλέτη, το αργότερο μέσα σε 60 ημέρες, ότι μπορεί να υπαχθεί στη νέα διμερή διαδικασία. Από την πλευρά του, ο δανειολήπτης θα διαθέτει δύο μήνες για να καταθέσει αίτηση, συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα οικονομικά και περιουσιακά στοιχεία.

Τρεις μήνες για απάντηση από τράπεζα ή servicer

Από τη στιγμή που θα υποβληθεί πλήρης φάκελος, αρχίζει να μετρά η προθεσμία των τριών μηνών μέσα στην οποία ο πιστωτής οφείλει να απαντήσει.

Η απάντηση μπορεί να περιλαμβάνει πρόταση ρύθμισης, η οποία θα πρέπει να είναι κατάλληλη και βιώσιμη, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική δυνατότητα αποπληρωμής και την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη. Εναλλακτικά, ο πιστωτής μπορεί να απορρίψει το αίτημα, αλλά θα πρέπει να αιτιολογήσει την απόφασή του και να αναφέρει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να επανεξετάσει την υπόθεση.

Εφόσον το επιτρέπουν τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης, μπορεί να υποβληθούν έως δύο εναλλακτικές προτάσεις ρύθμισης. Η πρόταση είναι δυνατόν να προβλέπει προκαταβολή έως και 15% του ανεξόφλητου κεφαλαίου.

Το συγκεκριμένο ποσοστό, ωστόσο, δεν είναι υποχρεωτικό σε κάθε περίπτωση. Μπορεί να μειωθεί ή ακόμη και να μηδενιστεί όταν τεκμηριώνονται σοβαρή οικονομική δυσχέρεια, κοινωνικά κριτήρια ή προβλήματα υγείας.

Εάν οι δύο πλευρές δεν καταλήξουν σε κοινά αποδεκτή λύση, μπορεί να εξεταστεί και μια διαφορετική μορφή οριστικής διευθέτησης της οφειλής. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει ακόμη και μεταβολή της κυριότητας εξασφαλίσεων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, αλλά μόνο εφόσον συναινεί ο οφειλέτης.

Το τρίμηνο της καθυστέρησης και το πάγωμα των τόκων

Η πιο ουσιαστική αλλαγή για τους δανειολήπτες αφορά τις συνέπειες που προβλέπονται όταν ο πιστωτής δεν τηρεί την προθεσμία απάντησης.

Εάν παρέλθουν τρεις μήνες από την υποβολή πλήρους αίτησης χωρίς να έχει δοθεί απάντηση, η υπόθεση χαρακτηρίζεται αυτομάτως εκπρόθεσμη στην ψηφιακή πλατφόρμα. Από εκείνο το σημείο σταματά ο εκτοκισμός της οφειλής, ενώ αναστέλλεται και η κεφαλαιοποίηση των τόκων μέχρι να απαντήσει ο πιστωτής.

Παράλληλα, η παράβαση διαβιβάζεται αυτομάτως στην Τράπεζα της Ελλάδος. Στην περίπτωση αυτή ενεργοποιείται και η απαγόρευση έναρξης νέων μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά και η αναστολή των διαδικασιών που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.

Πρόκειται για μια σημαντική μεταβολή, καθώς η αδράνεια του servicer δεν θα παραμένει πλέον χωρίς συνέπειες για την οφειλή και τη διαδικασία εκτέλεσης.

Έξι μήνες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας

Μετά την παραλαβή της πρότασης, ο οφειλέτης θα έχει προθεσμία ενός μήνα για να την αποδεχθεί, να την απορρίψει ή να καταθέσει αιτιολογημένη αντιπρόταση.

Η συνολική διαδικασία διαπραγμάτευσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες. Όλες οι κρίσιμες ενέργειες, από την αρχική αίτηση μέχρι την πρόταση, την αντιπρόταση, την απόρριψη ή την τελική συμφωνία, θα καταγράφονται στην ψηφιακή πλατφόρμα της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.

Η ηλεκτρονική καταγραφή αποσκοπεί στην παρακολούθηση των προθεσμιών και στον έλεγχο της συμμόρφωσης των πιστωτών με τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το νέο πλαίσιο.

Πότε προστατεύεται η κύρια κατοικία

Η προστασία της κύριας κατοικίας αποτελεί ένα ακόμη βασικό στοιχείο της νέας διαδικασίας. Από τη στιγμή που ο οφειλέτης υποβάλει πλήρη αίτηση και όσο διαρκεί η διαπραγμάτευση, ο πιστωτής δεν μπορεί να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση επί της κύριας κατοικίας.

Παράλληλα, δεν επιτρέπεται να λάβει ασφαλιστικά μέτρα, να εγγράψει υποθήκη ή να μετατρέψει υφιστάμενη προσημείωση σε υποθήκη.

Η προστασία, ωστόσο, δεν είναι απεριόριστη ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο αναβολής ενός πλειστηριασμού την τελευταία στιγμή. Εάν η αίτηση υποβληθεί μέσα στο τελευταίο τρίμηνο πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία του πλειστηριασμού, δεν αναστέλλεται η διαδικασία.

Με άλλα λόγια, το νέο πλαίσιο δίνει στους οφειλέτες τη δυνατότητα να επανεκκινήσουν τη διαπραγμάτευση ακόμη και σε προχωρημένο στάδιο, αλλά απαιτεί να κινηθούν εγκαίρως. Η πλήρης αίτηση, η τήρηση των προθεσμιών και η προσκόμιση των οικονομικών και περιουσιακών στοιχείων αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις για να ενεργοποιηθούν οι προβλεπόμενες δικλίδες προστασίας.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum