|
Το νέο τοπίο δεν αφορά
μόνο το κόστος. Αφορά
συνολικά το πώς θα
εισέρχονται, θα
εκτελωνίζονται, θα
αποθηκεύονται και θα
διανέμονται εκατομμύρια
προϊόντα προς τους
Ευρωπαίους καταναλωτές.
Από τα 3 στα 5 ευρώ το
κόστος μιας μικρής
αποστολής
Το Συμβούλιο της Ε.Ε.
έχει θέσει ως ορόσημο
τον Νοέμβριο του 2026
για την εφαρμογή της
νέας χρέωσης, αν και το
τελικό ύψος, οι
προϋποθέσεις και ο
μηχανισμός είσπραξης δεν
έχουν ακόμη
οριστικοποιηθεί.
Η αρχική πρόταση
προβλέπει ότι το τέλος
θα επιβαρύνει την
πλατφόρμα ή τον έμπορο.
Ωστόσο, στην πράξη δεν
μπορεί να αποκλειστεί η
μετακύλιση του κόστους
στον καταναλωτή μέσω
υψηλότερων τιμών.
Παράλληλα, από την 1η
Νοεμβρίου 2026 θα γίνει
υποχρεωτική η αναγραφή
αναγνωριστικών κωδικών
προϊόντων στις
τελωνειακές δηλώσεις για
εισαγωγές χαμηλής αξίας.
Η αλλαγή αυτή αυξάνει
σημαντικά τις απαιτήσεις
πληροφόρησης για τις
πλατφόρμες και τους
πωλητές τους.
Για τη Shein
και την Temu
αυτό σημαίνει
περισσότερα δεδομένα ανά
προϊόν, αυξημένη
ιχνηλασιμότητα και
λιγότερα περιθώρια για
ασαφείς ή ελλιπείς
δηλώσεις. Για τις
τελωνειακές αρχές,
αντίστοιχα, σημαίνει
καλύτερη δυνατότητα
εντοπισμού επικίνδυνων,
παραποιημένων ή
λανθασμένα δηλωμένων
προϊόντων.
Η αλλαγή επομένως είναι
βαθύτερη από μια απλή
νέα χρέωση. Η Ευρώπη
επιχειρεί να μετατρέψει
ένα μοντέλο βασισμένο σε
δισεκατομμύρια μικρές
αποστολές σε ένα σύστημα
με μεγαλύτερο έλεγχο της
αλυσίδας εφοδιασμού.
Η Ιταλία έδειξε πώς
μπορεί να αλλάξει η
διαδρομή των προϊόντων
Το πρόσφατο παράδειγμα
της Ιταλίας αποτελεί
χαρακτηριστική ένδειξη
για το τι μπορεί να
συμβεί όταν επιβάλλονται
διαφορετικές χρεώσεις σε
εθνικό επίπεδο.
Η Ρώμη επέβαλε από τις
αρχές του 2026 τέλος 2
ευρώ στα δέματα αξίας
έως 150 ευρώ που έφθαναν
απευθείας από χώρες
εκτός Ε.Ε. Το μέτρο
σχεδιάστηκε με στόχο να
αποφέρει 122,5 εκατ.
ευρώ το 2026 και περίπου
245 εκατ. ευρώ ετησίως
τα επόμενα δύο χρόνια.
Η αγορά, ωστόσο,
αντέδρασε αλλάζοντας τις
διαδρομές εισόδου.
Τα δέματα χαμηλής αξίας
που έφθαναν απευθείας
στην Ιταλία από τρίτες
χώρες μειώθηκαν κατά 36%
το πρώτο εικοσαήμερο του
Ιανουαρίου σε σχέση με
έναν χρόνο νωρίτερα.
Παράλληλα, τουλάχιστον
30 εμπορευματικές
πτήσεις που
κατευθύνονταν προς το
αεροδρόμιο Μαλπένσα του
Μιλάνου μεταφέρθηκαν
προς ευρωπαϊκά
αεροδρόμια όπως της
Λιέγης, του Άμστερνταμ
και της Βουδαπέστης.
Τα προϊόντα
εκτελωνίζονταν σε άλλα
κράτη-μέλη και στη
συνέχεια μεταφέρονταν
οδικώς προς την Ιταλία,
αξιοποιώντας την
ελεύθερη κυκλοφορία των
εμπορευμάτων εντός της
ενιαίας αγοράς.
Το αποτέλεσμα ήταν
αποκαλυπτικό. Το τέλος
δεν εξαφάνισε τη ζήτηση
για τα προϊόντα. Άλλαξε
κυρίως τον τρόπο και το
σημείο εισόδου τους.
Η εμπειρία αυτή αποτελεί
προειδοποίηση και για
τις Βρυξέλλες. Όσο
υπάρχουν σημαντικές
αποκλίσεις μεταξύ των
κρατών-μελών, οι
επιχειρήσεις έχουν
κίνητρο να επιλέγουν την
οικονομικότερη πύλη
εισόδου.
Shein
και Temu
μεταφέρουν το βάρος στην
Ευρώπη
Η απάντηση των μεγάλων
κινεζικών πλατφορμών
είναι ήδη ορατή. Το
μοντέλο που βασιζόταν
στην αποστολή
εκατομμυρίων μικρών
δεμάτων απευθείας από
την Κίνα
μετασχηματίζεται
σταδιακά.
Η νέα στρατηγική
προβλέπει μεγαλύτερες
εισαγωγές φορτίων,
εκτελωνισμό σε ευρωπαϊκό
έδαφος και αποθήκευση
των προϊόντων εντός της
Ε.Ε. Η τελική παράδοση
πραγματοποιείται στη
συνέχεια ως
ενδοευρωπαϊκή αποστολή.
Η αλλαγή δεν σημαίνει
ότι τα προϊόντα
απαλλάσσονται από
δασμούς ή από τους
ευρωπαϊκούς κανόνες. Η
διαφορά βρίσκεται στο
επίπεδο στο οποίο
γίνεται ο εκτελωνισμός.
Αντί να ελέγχεται και να
επιβαρύνεται κάθε μικρό
δέμα ξεχωριστά, η
διαδικασία μεταφέρεται
σε μεγαλύτερες εμπορικές
εισαγωγές.
Μετά την είσοδο των
προϊόντων σε ελεύθερη
κυκλοφορία, αυτά μπορούν
να μετακινούνται μεταξύ
των κρατών-μελών χωρίς
νέο τελωνειακό έλεγχο
στα εσωτερικά σύνορα.
Η Shein
έχει ήδη επενδύσει
σημαντικά σε αυτή την
κατεύθυνση. Ο μεγάλος
ευρωπαϊκός κόμβος
logistics
στο Βρότσλαβ της
Πολωνίας μπορεί, σε
πλήρη ανάπτυξη, να
φθάσει σε αποθηκευτική
επιφάνεια 740.000
τετραγωνικών μέτρων και
να εξυπηρετεί
περισσότερους από 100
εκατ. πελάτες στην
Ευρώπη.
Η ίδια η πλατφόρμα έχει
αρχίσει να προβάλλει
προϊόντα που
αποστέλλονται από «EU
Warehouse»,
δείχνοντας τη σταδιακή
μετάβαση σε ένα μοντέλο
όπου σημαντικό μέρος των
προϊόντων βρίσκεται ήδη
στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η Temu
κινείται σε διαφορετική
κατεύθυνση, δίνοντας
μεγαλύτερο βάρος σε
τοπικούς εμπόρους,
πωλητές και συνεργασίες
logistics.
Μέσω της συμφωνίας της
με την DHL
έχει θέσει ως
μακροπρόθεσμο στόχο έως
και το 80% των
ευρωπαϊκών πωλήσεων να
προέρχεται από το
μοντέλο «local-to-local»,
δηλαδή προϊόντα που
βρίσκονται ήδη στην
Ευρώπη ή κοντά στον
τελικό καταναλωτή.
Πρόκειται για στρατηγικό
στόχο και όχι για το
σημερινό ποσοστό
πωλήσεων. Δείχνει όμως
με σαφήνεια προς τα πού
κατευθύνεται το
επιχειρηματικό μοντέλο.
Το «τριευρο» δεν
σημαίνει πάντα 3 ευρώ
Ο προσωρινός δασμός που
τέθηκε σε ισχύ την 1η
Ιουλίου αφορά προϊόντα
αξίας έως 150 ευρώ που
εισάγονται απευθείας από
τρίτες χώρες. Το μέτρο
θα παραμείνει σε ισχύ
έως την 1η Ιουλίου 2028,
όταν αναμένεται να
καταργηθεί η υφιστάμενη
ατέλεια και να
εφαρμοστούν οι κανονικοί
δασμοί ανά κατηγορία
προϊόντος.
Ωστόσο, η χρέωση των 3
ευρώ δεν εφαρμόζεται
υποχρεωτικά μία φορά σε
κάθε δέμα. Συνδέεται με
διαφορετικές
δασμολογικές κατηγορίες
που περιλαμβάνονται στην
ίδια δήλωση εισαγωγής.
Έτσι, πέντε ίδια
T-shirts
μπορούν να επιβαρυνθούν
συνολικά με 3 ευρώ, ενώ
ένα T-shirt
και ένα ρολόι, εφόσον
ανήκουν σε διαφορετικές
δασμολογικές κατηγορίες,
μπορεί να οδηγήσουν σε
επιβάρυνση 6 ευρώ.
Εάν προστεθεί το
προτεινόμενο τέλος
διαχείρισης των 2 ευρώ,
η συνολική επιβάρυνση
μιας τέτοιας παραγγελίας
θα μπορούσε να ανέλθει
ακόμη υψηλότερα. Οι
τελικοί κανόνες, ωστόσο,
δεν έχουν ακόμη
οριστικοποιηθεί.
Είναι επίσης πολύ νωρίς
για ασφαλή αποτίμηση των
επιπτώσεων. Δεν υπάρχουν
ακόμη συγκεντρωτικά
στοιχεία από την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή τις
ελληνικές τελωνειακές
αρχές που να δείχνουν
πόσο έχουν μειωθεί οι
εισαγωγές ή πόσα έσοδα
έχουν προκύψει από το
νέο καθεστώς.
Ούτε η Shein
ούτε η Temu
δημοσιεύουν αναλυτικά
στοιχεία πωλήσεων ανά
χώρα σε μηνιαία βάση.
Το πρώτο συμπέρασμα που
μπορεί να εξαχθεί αφορά
περισσότερο τη μεταβολή
της εφοδιαστικής
αλυσίδας παρά τη ζήτηση.
Οι μεγάλες πλατφόρμες
αυξάνουν τη χρήση
ευρωπαϊκών αποθηκών και
μεταφέρουν σταδιακά το
βάρος από τις μικρές
απευθείας αποστολές στις
μαζικές εισαγωγές.
Η Ελλάδα βρίσκεται στην
πρώτη γραμμή
Η ελληνική αγορά
παρουσιάζει ιδιαίτερο
ενδιαφέρον, καθώς οι
καταναλωτές εμφανίζουν
από τις υψηλότερες στην
Ευρώπη τάσεις αγοράς
προϊόντων από κινεζικές
ηλεκτρονικές πλατφόρμες.
Έρευνα της ΕΚΤ με
στοιχεία του Απριλίου
2026 έδειξε ότι σε
Ελλάδα, Πορτογαλία και
Ισπανία πάνω από το 70%
των καταναλωτών είχε
πραγματοποιήσει αγορά
από κινεζική ηλεκτρονική
πλατφόρμα. Στη Γερμανία
και τη Γαλλία το
αντίστοιχο ποσοστό ήταν
κάτω από 50%.
Το χαρακτηριστικό της
ελληνικής αγοράς είναι
επίσης η χαμηλή αξία των
παραγγελιών. Περίπου τα
δύο τρίτα είχαν αξία έως
25 ευρώ, ενώ εννέα στις
δέκα δεν ξεπερνούσαν τα
50 ευρώ.
Αυτό σημαίνει ότι μια
σταθερή χρέωση έχει
δυσανάλογα μεγάλη
επίπτωση. Σε παραγγελία
25 ευρώ, ένας δασμός 3
ευρώ αντιστοιχεί σε
επιβάρυνση 12%. Αν το
συνολικό κόστος φθάσει
τα 5 ευρώ, η επιβάρυνση
αντιστοιχεί στο 20% της
αξίας της αγοράς.
Μελέτη της ΕΣΕΕ εκτίμησε
ότι οι πωλήσεις
Shein
και Temu
στην Ελλάδα ανήλθαν το
2024 σε περίπου 627
εκατ. ευρώ, βάσει των
εισερχόμενων δεμάτων και
μέσης αξίας παραγγελίας
25 ευρώ. Το ποσό
αντιστοιχεί σε περίπου
20,9% μιας αγοράς
ηλεκτρονικού εμπορίου
ύψους περίπου 3 δισ.
ευρώ.
Με
διαφορετική μεθοδολογία,
που βασίστηκε στους
ενεργούς χρήστες και
στην ετήσια δαπάνη τους,
η ίδια έρευνα υπολόγισε
τις πωλήσεις στα 529
εκατ. ευρώ ή στο 17,63%
της συνολικής αγοράς.
Πρόκειται για εκτιμήσεις
και όχι για επίσημα
στοιχεία των δύο
εταιρειών.
Αν
ληφθεί ως βάση η
εκτίμηση των 627 εκατ.
ευρώ και μέση παραγγελία
25 ευρώ, προκύπτουν
περίπου 25 εκατ.
παραγγελίες ετησίως. Το
πραγματικό ποσό των
τελωνειακών εσόδων που
μπορεί να προκύψει από
αυτές δεν είναι δυνατό
να υπολογιστεί με
ακρίβεια, καθώς ένα
μέρος των προϊόντων
ενδέχεται να
αποστέλλεται ήδη από
ευρωπαϊκές αποθήκες.
Παράλληλα, ο τόπος
κατανάλωσης δεν
ταυτίζεται υποχρεωτικά
με τον τόπο είσπραξης
του δασμού. Όταν
χρησιμοποιείται το
σύστημα IOSS, η
τελωνειακή οφειλή
δημιουργείται στο
κράτος-μέλος όπου
υποβάλλεται η σχετική
δήλωση εισαγωγής. Χωρίς
IOSS, κατά κανόνα
συνδέεται με τη χώρα
τελικού προορισμού.
Η
επόμενη μάχη θα δοθεί
στα logistics
Η
Ευρωπαϊκή Ένωση
αντιμετωπίζει πλέον ένα
τεράστιο πρόβλημα όγκου.
Μόνο το 2025 εισήχθησαν
σχεδόν 5,9 δισ. προϊόντα
χαμηλής αξίας, γεγονός
που καθιστά πρακτικά
αδύνατο τον
αποτελεσματικό έλεγχο
κάθε μεμονωμένου
δέματος.
Γι'
αυτό η νέα ευρωπαϊκή
πολιτική δεν
περιορίζεται στην
επιβολή δασμών.
Συνδυάζει οικονομικές
επιβαρύνσεις, αυξημένες
απαιτήσεις πληροφόρησης
και μεγαλύτερη ευθύνη
για τις ίδιες τις
πλατφόρμες.
Η
ανάγκη για αυστηρότερους
ελέγχους ενισχύεται και
από τα ευρήματα των
ευρωπαϊκών αρχών. Σε
στοχευμένους ελέγχους
που πραγματοποιήθηκαν το
2025, πάνω από το 60%
των προϊόντων που
εξετάστηκαν δεν πληρούσε
τις ευρωπαϊκές
προδιαγραφές.
Το
πραγματικό τεστ για το
νέο καθεστώς θα έρθει
τους επόμενους μήνες. Τα
στοιχεία του τρίτου
τριμήνου, η Black Friday
και κυρίως η περίοδος
των Χριστουγέννων θα
δείξουν εάν οι νέες
επιβαρύνσεις περιορίζουν
πραγματικά τη ζήτηση ή
απλώς αναγκάζουν τις
πλατφόρμες να αλλάξουν
τον τρόπο με τον οποίο
φθάνουν τα προϊόντα στον
καταναλωτή.
Η
Ευρώπη αλλάζει τους
κανόνες του παιχνιδιού
Η
βασική εξέλιξη δεν είναι
ότι η Shein και η Temu
θα αντιμετωπίσουν απλώς
υψηλότερο κόστος ανά
παραγγελία. Είναι ότι το
ευρωπαϊκό μοντέλο
εισαγωγών χαμηλής αξίας
αλλάζει συνολικά.
Οι
πλατφόρμες που μέχρι
σήμερα μπορούσαν να
στέλνουν απευθείας από
την Κίνα εκατομμύρια
μικρά δέματα προς
ευρωπαίους καταναλωτές
καλούνται πλέον να
επενδύσουν περισσότερο
σε αποθήκες, logistics,
τελωνειακή συμμόρφωση
και διαχείριση
αποθεμάτων εντός της
Ευρώπης.
Αυτό ευνοεί τους
μεγάλους παίκτες που
διαθέτουν την οικονομική
δυνατότητα να
δημιουργήσουν ευρωπαϊκές
υποδομές, αλλά μπορεί να
πιέσει δυσανάλογα τους
μικρότερους ανεξάρτητους
πωλητές.
Για
τον καταναλωτή, η
κρίσιμη ερώτηση είναι αν
το πρόσθετο κόστος θα
οδηγήσει σε υψηλότερες
τιμές και χαμηλότερη
κατανάλωση ή αν οι
πλατφόρμες θα
απορροφήσουν μέρος της
επιβάρυνσης για να
διατηρήσουν την
ανταγωνιστικότητά τους.
Για
τις ίδιες τις Shein και
Temu, όμως, η μεγαλύτερη
αλλαγή βρίσκεται αλλού:
η Ευρώπη μετατρέπει
σταδιακά το πλεονέκτημα
του φθηνού και απευθείας
cross-border
ηλεκτρονικού εμπορίου σε
ένα πιο σύνθετο παιχνίδι
logistics.
Και
έτσι, η μάχη των
κινεζικών marketplaces
στην Ευρώπη δεν θα
κριθεί μόνο στο κινητό
τηλέφωνο του καταναλωτή.
Θα κριθεί ολοένα
περισσότερο στις
αποθήκες, στα
αεροδρόμια, στα δίκτυα
διανομής και στις νέες
πύλες εισόδου των
προϊόντων στην ενιαία
αγορά.
|