|
Βουτιά στις αμερικανικές
τηλεπικοινωνίες
Η αντίδραση της αγοράς
ήταν έντονη, με τις
μετοχές των τριών
μεγάλων αμερικανικών
παρόχων να
συγκαταλέγονται στις
μεγαλύτερες ποσοστιαίες
απώλειες του S&P
500.
Η T-Mobile
US
υποχώρησε έως περίπου
13%,
φτάνοντας στο χαμηλότερο
επίπεδο των τελευταίων
33 και πλέον μηνών. Η
AT&T
έχασε περίπου 10%, ενώ η
Verizon
κατέγραψε απώλειες
αντίστοιχου μεγέθους, με
αμφότερες να υποχωρούν
στα χαμηλότερα επίπεδα
άνω των δύο μηνών.
Η πτώση αντανακλά τον
φόβο ότι η SpaceX
αποκτά πλέον ισχυρότερη
θέση στη διεκδίκηση του
ίδιου πελατολογίου,
ιδιαίτερα σε περιοχές
όπου η κάλυψη και η
ποιότητα του σήματος
αποτελούν κρίσιμα
ανταγωνιστικά
πλεονεκτήματα.
Ο Kutgun
Maral,
αναλυτής τηλεπικοινωνιών
της Evercore
ISI,
εκτίμησε ότι η συμφωνία
είναι αρνητική για τις
AT&T,
T-Mobile
και Verizon,
καθώς αποδυναμώνει
ορισμένες από τις άμυνές
τους απέναντι στις
διεκδικήσεις της
SpaceX
για το χαμηλόσυχνο
φάσμα.
Γιατί το φάσμα των 800
MHz έχει τόσο μεγάλη
σημασία
Οι χαμηλές συχνότητες
μπορούν να καλύπτουν
μεγαλύτερες αποστάσεις
και να διαπερνούν
αποτελεσματικότερα
τοίχους και άλλα εμπόδια
σε σύγκριση με τις
υψηλότερες συχνότητες.
Αυτό τις καθιστά
ιδιαίτερα χρήσιμες για
την επέκταση της κάλυψης
κινητής τηλεφωνίας, τόσο
σε εσωτερικούς χώρους
όσο και σε περιοχές όπου
η εγκατάσταση επίγειων
σταθμών είναι δύσκολη ή
δαπανηρή.
Η SpaceX
επιδιώκει να αξιοποιήσει
αυτό το πλεονέκτημα για
την ανάπτυξη υπηρεσιών
απευθείας σύνδεσης
συσκευών με δορυφόρους,
μέσω του Starlink
Mobile.
Η προοπτική είναι η
δημιουργία ενός δικτύου
που θα συνδυάζει
δορυφορική και επίγεια
συνδεσιμότητα,
διευρύνοντας την κάλυψη
και ενισχύοντας την
αξιοπιστία των
υπηρεσιών.
Η συμφωνία ενδέχεται,
επομένως, να αλλάξει
τους όρους του
ανταγωνισμού στην κινητή
τηλεφωνία. Η
SpaceX
θα μπορούσε να αποκτήσει
μεγαλύτερη
διαπραγματευτική ισχύ
απέναντι στους
παραδοσιακούς παρόχους,
ενώ παράλληλα ανοίγει ο
δρόμος για την ανάπτυξη
υπηρεσιών που μέχρι
πρόσφατα θεωρούνταν
συμπληρωματικές προς τα
συμβατικά δίκτυα.
Οι
πιέσεις επεκτάθηκαν σε
ολόκληρη την Ευρώπη
Η ανησυχία δεν
περιορίστηκε στις ΗΠΑ.
Στην Ευρώπη, η
Deutsche
Telekom,
ο μεγαλύτερος
τηλεπικοινωνιακός όμιλος
της περιοχής με βάση τη
χρηματιστηριακή αξία,
υποχώρησε κατά
7,9%. Η
Telefonica
έχασε 4,6%, ενώ η
Orange
κατέγραψε πτώση 2,5%.
Ο πανευρωπαϊκός δείκτης
τηλεπικοινωνιών
STOXX
600
Telecommunications
υποχώρησε περισσότερο
από 2,9%, στο χαμηλότερο
επίπεδο από τις 30
Ιανουαρίου.
Στο χρηματιστήριο του
Λονδίνου, οι μετοχές της
Airtel
Africa,
της Vodafone
και της BT
Group
βρέθηκαν μεταξύ των
μεγαλύτερων πτωτικών
τίτλων του FTSE
100, με απώλειες που
κυμάνθηκαν από 2,4% έως
6,3%.
Οι κινήσεις αυτές
δείχνουν ότι οι
επενδυτές αξιολογούν
πλέον πιο σοβαρά τον
κίνδυνο η δορυφορική
τεχνολογία να μετατραπεί
από συμπληρωματική
υπηρεσία σε άμεσο
ανταγωνιστή των
παραδοσιακών δικτύων.
Οι
εταιρείες
τηλεπικοινωνιακών πύργων
κινούνται αντίθετα
Μέσα στο γενικευμένο
κύμα πωλήσεων, οι
εταιρείες που
διαχειρίζονται υποδομές
τηλεπικοινωνιακών πύργων
κινήθηκαν ανοδικά.
Οι American
Tower, Crown Castle και
SBA Communications
ενισχύθηκαν από 6,5% έως
13,3%.
Η αντίδραση αυτή
αντανακλά την εκτίμηση
ότι η επέκταση της
δορυφορικής
συνδεσιμότητας δεν θα
καταργήσει απαραίτητα
την ανάγκη για επίγειες
υποδομές. Αντίθετα,
μπορεί να δημιουργήσει
νέες απαιτήσεις για
κεραίες, εγκαταστάσεις
σε κτίρια και μικρούς
σταθμούς βάσης,
ιδιαίτερα σε
πυκνοκατοικημένες
αστικές περιοχές.
Αναλυτές της
Morgan
Stanley
χαρακτήρισαν τη συμφωνία
θετική για τους
διαχειριστές
τηλεπικοινωνιακών
πύργων, επισημαίνοντας
ότι ακόμη και ένα δίκτυο
με έντονο δορυφορικό
χαρακτήρα θα εξακολουθεί
να χρειάζεται σημαντική
επίγεια υποδομή. Εφόσον
ο ανταγωνισμός στις
πόλεις ενταθεί, οι
ανάγκες για κεραίες και
διαθέσιμο φάσμα θα
μπορούσαν μάλιστα να
αυξηθούν.
Νέα
εποχή για τον
ανταγωνισμό στην κινητή
τηλεφωνία
Η εξαγορά παραμένει υπό
την αίρεση των
ρυθμιστικών εγκρίσεων,
ενώ η τελική επίδρασή
της θα εξαρτηθεί από την
τεχνολογική υλοποίηση,
το κόστος ανάπτυξης και
τη δυνατότητα της
SpaceX
να προσφέρει υπηρεσίες
με ποιότητα και
αξιοπιστία που να
ανταγωνίζονται τα
συμβατικά δίκτυα.
Για τους παραδοσιακούς
παρόχους, το βασικό
ζήτημα δεν είναι μόνο η
πιθανή απώλεια πελατών,
αλλά και η αλλαγή των
ισορροπιών στην αγορά
συχνοτήτων και στην
τιμολόγηση των
υπηρεσιών. Για τους
επενδυτές, η συμφωνία
αναδεικνύει έναν νέο
παράγοντα κινδύνου για
τις αποτιμήσεις του
κλάδου, αλλά και πιθανές
ευκαιρίες στις εταιρείες
που θα επωφεληθούν από
τις αυξημένες ανάγκες σε
τηλεπικοινωνιακές
υποδομές.
|