|
Με τις τιμές ενέργειας
να έχουν κινηθεί ακόμη
υψηλότερα έκτοτε, η
UBS
θεωρεί πλέον ότι οι
κίνδυνοι για την
πρόβλεψη των κερδών
είναι περισσότερο
ανοδικοί παρά καθοδικοί.
Οι αποτιμήσεις δεν
θεωρούνται απαιτητικές
Ένας ακόμη παράγοντας
που στηρίζει την
αναβάθμιση είναι η
αποτίμηση.
Οι βρετανικές μετοχές
διαπραγματεύονται σήμερα
περίπου στις
12,4 φορές τα εκτιμώμενα
κέρδη των επόμενων 12
μηνών, έναντι
ιστορικού διάμεσου όρου
12,8 φορών από το 1990.
Με άλλα λόγια, παρά την
ισχυρή άνοδο της αγοράς,
η UBS
δεν θεωρεί ότι ο
FTSE
100 έχει περάσει σε
επίπεδα αποτίμησης που
θα μπορούσαν να
χαρακτηριστούν
υπερβολικά.
Το βασικό επιχείρημα
είναι ότι η βελτίωση των
εταιρικών κερδών μπορεί
να αντισταθμίσει την
πίεση που δημιουργούν τα
υψηλότερα επιτόκια και
οι αυξημένες αποδόσεις
των ομολόγων.
Στα 11.200 μονάδες ο
στόχος για τον
FTSE
100
Η UBS
θέτει πλέον στόχο για
τον FTSE
100 στις 11.200 μονάδες
για τον Δεκέμβριο του
2026,
ενώ ανεβάζει τον στόχο
για τον Ιούνιο του 2027
στις 11.500
μονάδες.
Οι στόχοι είναι
υψηλότεροι από τις
10.650 μονάδες που
χρησιμοποιούσε ως σημείο
αναφοράς στις 15
Σεπτεμβρίου.
Η UBS
εξετάζει παράλληλα
διαφορετικά σενάρια για
την πορεία της
βρετανικής αγοράς.
|
Σενάριο
UBS
|
FTSE 100
– Ιούνιος
2027
|
Βασικοί
παράγοντες
|
|
Βασικό
|
11.500
|
Βελτίωση
ανάπτυξης,
περιορισμένη
ενεργειακή πίεση
|
|
Ανοδικό
|
12.300
|
Ισχυρότερη
παγκόσμια
ανάπτυξη,
υψηλότερα
εμπορεύματα,
ασθενέστερη
στερλίνα,
εισροές από ΗΠΑ
|
|
Καθοδικό
|
7.700
|
Παρατεταμένη
ενεργειακή
κρίση, εμπορικοί
πόλεμοι, πτώση
εμπορευμάτων,
υψηλότερες
αποδόσεις
ομολόγων,
ισχυρότερη
στερλίνα
|
Στο ανοδικό σενάριο, ο
FTSE
100 θα μπορούσε να
φθάσει στις
12.300 μονάδες έως τον
Ιούνιο του 2027,
εφόσον η παγκόσμια
ανάπτυξη επιταχυνθεί
περισσότερο από το
αναμενόμενο, οι τιμές
των εμπορευμάτων
παραμείνουν υψηλές λόγω
ισχυρής ζήτησης και η
στερλίνα υποχωρήσει.
Θετικός παράγοντας θα
μπορούσε επίσης να είναι
η μεταφορά κεφαλαίων από
Αμερικανούς επενδυτές
προς τη βρετανική αγορά,
εφόσον ενισχυθεί η
διαφοροποίηση εκτός ΗΠΑ.
Στον αντίποδα, στο
δυσμενές σενάριο η
UBS
τοποθετεί τον
FTSE
100 στις 7.700
μονάδες, εάν οι
ενεργειακές διαταραχές
στη Μέση Ανατολή
παραταθούν, επανέλθουν
οι εμπορικές εντάσεις,
υποχωρήσουν οι τιμές των
εμπορευμάτων ή οι
αποδόσεις των ομολόγων
κινηθούν απότομα
υψηλότερα.
Το μεγάλο πλεονέκτημα
αλλά και η αδυναμία της
Βρετανίας
Η αυξημένη έκθεση της
βρετανικής αγοράς σε
ενέργεια και εμπορεύματα
λειτουργεί αυτή την
περίοδο υπέρ των κερδών.
Ωστόσο, πρόκειται για
πλεονέκτημα που δεν
είναι απαραίτητα
διατηρήσιμο.
Η UBS
προβλέπει ότι η αύξηση
των βρετανικών εταιρικών
κερδών θα επιβραδυνθεί
περίπου στο 9%
το 2027, καθώς
η θετική επίδραση των
εμπορευμάτων θα αρχίσει
να εξασθενεί.
Αυτός είναι και ο λόγος
για τον οποίο, παρά την
αναβάθμιση της
βρετανικής αγοράς σε
«ελκυστική» σε απόλυτους
όρους, η UBS
εξακολουθεί να την
κατατάσσει ως
λιγότερο προτιμητέα σε
σχέση με άλλες μεγάλες
χρηματιστηριακές
περιοχές.
Η UBS
διατηρεί προτίμηση για
την Ευρωζώνη, ενώ
εμφανίζεται θετική για
τους ευρωπαϊκούς κλάδους
τεχνολογίας,
βιομηχανίας, τραπεζών,
καταναλωτικών αγαθών και
υπηρεσιών και υγείας.
Περισσότερη σημασία στην
επιλογή μετοχών
Ένα ακόμη ενδιαφέρον
στοιχείο της ανάλυσης
είναι ότι η UBS
δεν θεωρεί πως η
βρετανική αγορά
προσφέρει ομοιόμορφες
ευκαιρίες.
Ο Gilman
εκτιμά ότι οι
επενδυτικές ευκαιρίες
στη Βρετανία θα πρέπει
να αναζητηθούν
περισσότερο μέσω
επιλεκτικών τοποθετήσεων
σε μεμονωμένες μετοχές
και λιγότερο μέσω μιας
γενικευμένης τοποθέτησης
στον δείκτη.
Η εικόνα αυτή εξηγεί,
σύμφωνα με την
UBS,
και τη σχετικά
περιορισμένη ηγεσία της
αγοράς τους τελευταίους
12 έως 18 μήνες.
Το βασικό συμπέρασμα της
UBS
είναι ότι η πρόσφατη
διόρθωση δημιούργησε πιο
ελκυστικό σημείο εισόδου
για τις βρετανικές
μετοχές, ενώ η έκθεση σε
ενέργεια και εμπορεύματα
μπορεί να προσφέρει
στήριξη στα κέρδη
βραχυπρόθεσμα.
Παράλληλα, όμως, η
επιβράδυνση των κερδών
το 2027 και η εξάρτηση
της αγοράς από τον κύκλο
των εμπορευμάτων
περιορίζουν το περιθώριο
για μια διατηρήσιμη
υπεραπόδοση έναντι άλλων
ευρωπαϊκών αγορών.
Για τον FTSE
100, επομένως, το
κρίσιμο στοίχημα είναι
αν η ισχυρή κερδοφορία
των ενεργειακών και
εμπορευματικών εταιρειών
θα μπορέσει να
διατηρηθεί αρκετά ώστε
να αντισταθμίσει τις
πιέσεις από τα υψηλότερα
επιτόκια και το κόστος
χρήματος.
|