|
Την κατάσταση επιβαρύνει
ακόμη περισσότερο το
φυσικό αέριο, το οποίο
αποτελεί το 60% έως 80%
του κόστους παραγωγής
των λιπασμάτων. Όταν οι
τιμές της ενέργειας
ανεβαίνουν, το πλήγμα
στο κόστος παραγωγής
μεταφέρεται γρήγορα στα
λιπάσματα και από εκεί
στην αγροτική αλυσίδα.
Σύμφωνα με στοιχεία της
Παγκόσμιας Τράπεζας που
επικαλείται η UBS,
η σχέση αυτή είναι
ιδιαίτερα ισχυρή. Μία
αύξηση κατά 1 ποσοστιαία
μονάδα στις τιμές της
ενέργειας συνδέεται με
άνοδο περίπου 70 μονάδων
βάσης στις τιμές των
λιπασμάτων. Στη
συνέχεια, οι τιμές των
λιπασμάτων εξηγούν
περίπου το 30% της
μεταβολής των παγκόσμιων
τιμών τροφίμων, με μία
αύξηση 1 ποσοστιαίας
μονάδας να οδηγεί σε
άνοδο περίπου 21 μονάδων
βάσης στις τιμές των
τροφίμων.
Με βάση τις τελευταίες
κινήσεις στην αγορά
ενέργειας, η UBS
υπολογίζει ότι ο ετήσιος
πληθωρισμός στα
λιπάσματα μπορεί να
φτάσει το 48%, από
περίπου 32% σήμερα. Αν
αυτό το σενάριο
επιβεβαιωθεί, οι
παγκόσμιες τιμές
τροφίμων θα μπορούσαν να
αυξηθούν κατά 12% σε
ετήσια βάση.
Μια τέτοια εξέλιξη θα
δημιουργούσε νέο
πληθωριστικό κύμα
διεθνώς. Η UBS
εκτιμά ότι ο αντίκτυπος
μπορεί να προσθέσει
περίπου 0,5 ποσοστιαίες
μονάδες στον πληθωρισμό
των ανεπτυγμένων
οικονομιών και έως 2,4
ποσοστιαίες μονάδες στις
αναδυόμενες αγορές. Για
σύγκριση, η άμεση
επίδραση από την άνοδο
της ενέργειας
υπολογίζεται γύρω στις
1,8 ποσοστιαίες μονάδες.
Το βασικό συμπέρασμα
είναι ότι η ενεργειακή
κρίση δεν σταματά στην
αντλία ή στους
λογαριασμούς ρεύματος.
Μέσα από το αυξημένο
κόστος των λιπασμάτων,
απειλεί να περάσει και
στο ράφι των τροφίμων,
διαμορφώνοντας ένα
δεύτερο, πιο διάχυτο
κύμα ανατιμήσεων με
ιδιαίτερα ισχυρό
αποτύπωμα στις πιο
ευάλωτες οικονομίες.
|