|
Ο επικεφαλής της
Viva
υποστηρίζει ότι οι
επιδόσεις αυτές
επιτεύχθηκαν υπό
ιδιαίτερα δύσκολες
συνθήκες, καθώς
σημαντικό μέρος της
διοικητικής ενέργειας
καταναλώθηκε σε νομικές
αντιπαραθέσεις, θέματα
εταιρικής διακυβέρνησης
και στην αντιμετώπιση
ενεργειών που – σύμφωνα
με τον ίδιο – είχαν
στόχο να περιορίσουν την
αξία και τις προοπτικές
της εταιρείας.
Κεντρικό στοιχείο των
καταγγελιών αποτελεί η
κατηγορία περί
στρατηγικής απαξίωσης
της Viva
από την JPMorgan.
Ο Καρώνης αναφέρει ότι η
αμερικανική τράπεζα
καθυστέρησε ή μπλόκαρε
σημαντικές πρωτοβουλίες,
όπως η δημιουργία
ειδικών εταιρικών
οχημάτων (SPV),
η ενοποίηση εταιρικών
δομών και η σχεδιαζόμενη
επέκταση στις Ηνωμένες
Πολιτείες.
Ιδιαίτερη αναφορά
γίνεται στον αμερικανικό
Κανονισμό K,
με τη διοίκηση της
Viva
να υποστηρίζει ότι η
JPMorgan
δεν συνέδραμε στην
αντιμετώπιση των
σχετικών ρυθμιστικών
ζητημάτων, παρότι – όπως
σημειώνεται – γνώριζε
ήδη από το 2022 τα
σχέδια της ελληνικής
fintech
για είσοδο στην
αμερικανική αγορά.
Κατά τον Καρώνη, η στάση
αυτή περιόρισε μια
βασική στρατηγική
κατεύθυνση της
Viva,
επηρεάζοντας αρνητικά
τόσο το επιχειρηματικό
σχέδιο όσο και την αξία
των stock
options
των εργαζομένων.
Στην ανακοίνωση
διατυπώνεται ευθέως η
εκτίμηση ότι η συνολική
στρατηγική της
JPMorgan
αποσκοπούσε στη μείωση
της αποτίμησης της
Viva
και στη δημιουργία
συνθηκών που θα
επέτρεπαν πιθανή εξαγορά
της σε χαμηλότερη αξία.
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι
και η αναφορά στην αγωγή
ύψους 1 δισ. ευρώ που
είχε καταθέσει η
JPMorgan
κατά τεσσάρων μελών του
διοικητικού συμβουλίου
της Viva
Wallet.
Ο Καρώνης χαρακτηρίζει
την κίνηση αυτή ως μέσο
πίεσης και εκφοβισμού,
με στόχο – όπως
υποστηρίζει – την
αποσταθεροποίηση της
διοίκησης και του
λειτουργικού
περιβάλλοντος της
εταιρείας.
Σύμφωνα με τη
Viva,
η αγωγή αποσύρθηκε
έπειτα από απόφαση
βρετανικού δικαστηρίου,
το οποίο έκρινε ότι η
JPMorgan
είχε παραβιάσει τη
συμφωνία μετόχων με την
κατάθεσή της. Παρ’ όλα
αυτά, η διοίκηση της
εταιρείας θεωρεί ότι
είχε ήδη προκληθεί ζημιά
τόσο στη φήμη της
Viva
όσο και στα εμπλεκόμενα
στελέχη.
Ο Καρώνης κάνει λόγο για
ένα «τοξικό περιβάλλον»
που δυσχέρανε τη λήψη
αποφάσεων, επηρέασε την
προσέλκυση ανθρώπινου
δυναμικού και επιβάρυνε
συνολικά την εσωτερική
λειτουργία του ομίλου.
Σημαντικό μέρος της
αντιπαράθεσης αφορά και
το θέμα της αποτίμησης
της εταιρείας. Η
διοίκηση της Viva
κατηγορεί την
JPMorgan
ότι έστειλε
αντικρουόμενα μηνύματα
στην αγορά,
παρουσιάζοντας – σύμφωνα
με όσα αναφέρονται –
πολλαπλές και
διαφοροποιημένες
αποτιμήσεις της
εταιρείας μέσα σε
σύντομο χρονικό
διάστημα.
Από την αποτίμηση κοντά
στα 2 δισ. ευρώ που
συνόδευε τη συμφωνία του
2022, η JPMorgan
φέρεται – σύμφωνα με την
πλευρά της Viva
– να υιοθέτησε σημαντικά
χαμηλότερες εκτιμήσεις
το 2025, ενώ η αγωγή
ύψους 1 δισ. ευρώ
δημιούργησε, κατά τον
Καρώνη, έμμεσες
αμφιβολίες ακόμη και για
τη συνολική αξία της
εταιρείας.
Η Viva
θεωρεί ότι αυτή η εικόνα
αποδυνάμωσε την
εμπιστοσύνη εργαζομένων
και επενδυτών, επηρέασε
αρνητικά το πρόγραμμα
stock
options
και δημιούργησε
εντυπώσεις εσωτερικής
αστάθειας στην αγορά.
Παρά τη σύγκρουση, η
διοίκηση υποστηρίζει ότι
η εταιρεία προχώρησε το
2025 σε σημαντικές
στρατηγικές κινήσεις,
ολοκληρώνοντας τη
συγχώνευση τραπεζικών
και fintech
δραστηριοτήτων και
ενισχύοντας τους τομείς
χρηματοδότησης,
factoring
και τεχνητής νοημοσύνης.
Ο Καρώνης επαναφέρει
επίσης τη στρατηγική
φιλοδοξία της
Viva
να εξελιχθεί στην πρώτη
«Tech
Bank»
της Ευρώπης,
συνδυάζοντας υπηρεσίες
πληρωμών και τραπεζικής
σε ένα ενιαίο μοντέλο
λειτουργίας.
Σύμφωνα με τη διοίκηση,
τα πρώτα στοιχεία του
2026 δείχνουν ήδη
επιτάχυνση της
ανάπτυξης, με τα έσοδα
του πρώτου τριμήνου να
αυξάνονται κατά 28%, ενώ
η εταιρεία διατηρεί
πλέον παρουσία σε 29
χώρες.
Κλείνοντας την
τοποθέτησή του, ο
επικεφαλής της
Viva
υποστηρίζει ότι η
εταιρεία εξέρχεται από
αυτή την περίοδο όχι
αποδυναμωμένη, αλλά με
πιο καθαρή στρατηγική
κατεύθυνση, αφήνοντας
σαφώς να εννοηθεί ότι
χωρίς τη σύγκρουση με τη
JPMorgan
η ανάπτυξή της θα
μπορούσε να ήταν ακόμη
ταχύτερη.
|