|
Goldman Sachs: Κανείς
δεν γνωρίζει ακόμη το
πραγματικό μέγεθος των
αναγκών
Ο διευθύνων σύμβουλος
της Goldman
Sachs,
David
Solomon,
αναγνώρισε ότι η τράπεζα
βρίσκεται σε προνομιακή
θέση για να συμμετάσχει
στη χρηματοδότηση του
επενδυτικού κύκλου της
τεχνητής νοημοσύνης.
Επισήμανε, ωστόσο, ότι
παραμένει σημαντική
αβεβαιότητα ως προς το
πώς θα εξελιχθούν οι
ανάγκες για κεφάλαια και
υπολογιστική ισχύ καθώς
ωριμάζει το ευρύτερο
οικοσύστημα της
τεχνολογίας.
Η εξέλιξη της
τεχνολογίας και η
ανταπόκριση των αγορών
θα καθορίσουν τελικά το
μέγεθος των επενδύσεων
και τις ευκαιρίες που θα
προκύψουν. Για τον λόγο
αυτό, η Goldman
υπογραμμίζει τη σημασία
της προσεκτικής
αξιολόγησης των
δραστηριοτήτων που
χρηματοδοτεί και της
διαχείρισης των σχετικών
κινδύνων.
Η στάση αυτή αποτυπώνει
το δίλημμα που
αντιμετωπίζει ο
τραπεζικός κλάδος: από
τη μία πλευρά, η
χρηματοδότηση των
υποδομών τεχνητής
νοημοσύνης προσφέρει
σημαντικές προοπτικές
εσόδων· από την άλλη, η
έκταση της μελλοντικής
ζήτησης και η πραγματική
απόδοση των επενδύσεων
δεν έχουν ακόμη
αποσαφηνιστεί.
Ένας πρωτοφανής
επενδυτικός κύκλος για
τις τράπεζες
Οι τεχνολογικοί κολοσσοί
έχουν δεσμεύσει τεράστια
κεφάλαια για την
κατασκευή κέντρων
δεδομένων, τα οποία
αποτελούν τη βάση της
υπολογιστικής ισχύος που
απαιτείται για την
εκπαίδευση και τη
λειτουργία των μοντέλων
τεχνητής νοημοσύνης.
Για τις τράπεζες, το
κύμα αυτό δημιουργεί
ευκαιρίες σε πολλαπλά
επίπεδα: από την έκδοση
εταιρικών ομολόγων και
τη χρηματοδότηση
επενδύσεων υψηλής
πιστοληπτικής
διαβάθμισης έως τον
δανεισμό με υψηλότερο
κίνδυνο και τις σύνθετες
χρηματοδοτικές
συναλλαγές.
Ο διευθύνων σύμβουλος
της Bank
of
America,
Brian
Moynihan,
υπογράμμισε ότι οι
μεγάλες κεφαλαιουχικές
δαπάνες για την τεχνητή
νοημοσύνη έχουν
ιδιαίτερη σημασία για
τις δραστηριότητες της
τράπεζας στην αγορά
εταιρικού χρέους
επενδυτικής βαθμίδας και
στη χρηματοδότηση
επιχειρήσεων με
υψηλότερη μόχλευση.
Η ευκαιρία, ωστόσο,
εξαρτάται από κρίσιμες
παραμέτρους: αν η ζήτηση
για υπολογιστική ισχύ θα
αυξηθεί αρκετά ώστε να
δικαιολογήσει τα
επενδυτικά σχέδια, αν τα
κέντρα δεδομένων θα
παράγουν τις
αναμενόμενες αποδόσεις
και αν οι τοπικές
αντιδράσεις θα
καθυστερήσουν ή θα
εμποδίσουν την υλοποίηση
έργων.
Wells Fargo: Η τεχνητή
νοημοσύνη επηρεάζει
πλέον ολόκληρη την
οικονομία
Ο διευθύνων σύμβουλος
της Wells
Fargo,
Charlie
Scharf,
χαρακτήρισε τον
επενδυτικό κύκλο της
τεχνητής νοημοσύνης μια
σύνθετη μακροοικονομική
δύναμη με αυξανόμενη
σημασία για την
οικονομία.
Όπως εξήγησε, οι
επενδύσεις δημιουργούν
ευκαιρίες, αλλά ενέχουν
και κινδύνους, καθώς
σημαντικό μέρος τους
χρηματοδοτείται με
δανεισμό και ήδη ασκεί
ανοδικές πιέσεις στις
τιμές ορισμένων κλάδων
και εφοδιαστικών
αλυσίδων.
Μέχρι στιγμής, πάντως, η
ισχύς της οικονομίας και
η θετική επίδραση των
επενδύσεων έχουν
υπερκαλύψει τις πιθανές
αρνητικές συνέπειες,
σύμφωνα με τον ίδιο.
Ένα από τα βασικά
ζητήματα αφορά τα
επιτόκια. Εάν
παραμείνουν υψηλά για
μεγαλύτερο διάστημα ή
αυξηθούν περαιτέρω, το
κόστος χρηματοδότησης
των κέντρων δεδομένων θα
ενισχυθεί. Αυτό θα
μπορούσε να περιορίσει
την κερδοφορία των έργων
και να δυσκολέψει την
εξυπηρέτηση του χρέους
από τους δανειολήπτες.
Ο κίνδυνος γίνεται
μεγαλύτερος όταν οι
προβλέψεις για τη
μελλοντική ζήτηση
βασίζονται σε ιδιαίτερα
αισιόδοξες παραδοχές.
Εάν η αύξηση των εσόδων
δεν συμβαδίσει με το
ύψος των επενδύσεων,
ορισμένα έργα ενδέχεται
να μην αποδώσουν αρκετά
ώστε να καλύψουν τις
χρηματοδοτικές τους
υποχρεώσεις.
Morgan Stanley: Προσοχή
στη χαλάρωση των
πιστωτικών κριτηρίων
Η Morgan
Stanley
δηλώνει ότι αξιολογεί με
ιδιαίτερη αυστηρότητα
τους κινδύνους που
αναλαμβάνει μέσω της
χρηματοδότησης της
τεχνητής νοημοσύνης.
Η οικονομική διευθύντρια
της τράπεζας,
Sharon
Yeshaya,
προειδοποίησε ότι
προβλήματα μπορούν να
δημιουργηθούν όταν
ανταγωνιστικά
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα αρχίζουν να
χαλαρώνουν τα πιστωτικά
τους κριτήρια,
επιδιώκοντας να
συμμετάσχουν σε μια
αγορά με υψηλές
προσδοκίες ανάπτυξης.
Η τράπεζα, όπως ανέφερε,
δίνει ιδιαίτερη έμφαση
στην αποφυγή συναλλαγών
στις οποίες οι όροι
χρηματοδότησης δεν
αντανακλούν επαρκώς τον
πραγματικό κίνδυνο.
Από την πλευρά του, ο
διευθύνων σύμβουλος
Ted
Pick
έχει χαρακτηρίσει τη
συμμετοχή στη
χρηματοδότηση της
τεχνητής νοημοσύνης
ζήτημα υπαρξιακής
σημασίας για τη
Morgan
Stanley,
υπογραμμίζοντας τη
στρατηγική βαρύτητα του
κλάδου για το μέλλον της
τράπεζας.
Η πρόκληση είναι να μη
χαθούν σημαντικές
επιχειρηματικές
ευκαιρίες, αλλά
ταυτόχρονα να αποφευχθεί
η ανάληψη κινδύνων που
θα μπορούσαν να
αποδειχθούν δυσανάλογοι
σε περίπτωση
επιβράδυνσης των
επενδύσεων.
Θα
αποδώσουν οι επενδύσεις
ή θα δημιουργηθούν
προβληματικά δάνεια;
Οι επενδυτές αξιολογούν
πλέον πιο προσεκτικά τη
σχέση ανάμεσα στα
οικονομικά οφέλη της
τεχνητής νοημοσύνης και
στον κίνδυνο ζημιών από
δάνεια που έχουν
χορηγηθεί για έργα με
αβέβαιες προοπτικές.
Ο Macrae
Sykes,
διαχειριστής
χαρτοφυλακίου της
Gabelli
Funds,
η οποία διατηρεί θέσεις
σε τραπεζικές μετοχές,
επισημαίνει ότι η
συμβολή των τεχνολογικών
επενδύσεων στην ανάπτυξη
της οικονομίας αποτελεί
θετικό παράγοντα για τις
τράπεζες. Διαφορετική
είναι, όμως, η εικόνα
όταν η πιστωτική έκθεση
συνδέεται άμεσα με
συγκεκριμένα έργα, όπως
η κατασκευή κέντρων
δεδομένων με
κερδοσκοπικό χαρακτήρα.
Εάν τέτοια έργα δεν
αποδώσουν τα
αναμενόμενα, οι
δανειστές θα μπορούσαν
να αντιμετωπίσουν
προβλήματα στο μέλλον.
Άλλοι επενδυτές θεωρούν
ότι οι τράπεζες
βρίσκονται σε καλύτερη
θέση από όσο φοβάται η
αγορά, καθώς έχουν
ενισχύσει τις πρακτικές
διαχείρισης κινδύνου
μετά τη χρηματοπιστωτική
κρίση του 2008.
Ο Dave
Ellison,
διαχειριστής
χαρτοφυλακίου της
Hennessy
Funds,
εκτιμά ότι οι τράπεζες
δεν έχουν ξεχάσει τα
μαθήματα της κρίσης.
Παράλληλα, επισημαίνει
ότι σε αρκετές
περιπτώσεις λειτουργούν
ως διοργανωτές
χρηματοδοτήσεων,
κατανέμοντας στη
συνέχεια μέρος του
κινδύνου σε άλλους
επενδυτές, αντί να
διατηρούν ολόκληρη την
έκθεση στους
ισολογισμούς τους.
Αυτή η πρακτική μπορεί
να περιορίσει τον άμεσο
πιστωτικό κίνδυνο, χωρίς
βεβαίως να τον εξαλείφει
πλήρως.
Η τεχνητή νοημοσύνη
αρχίζει να μειώνει το
κόστος λειτουργίας
Οι τράπεζες δεν
συμμετέχουν μόνο στη
χρηματοδότηση της
τεχνολογικής επέκτασης.
Επενδύουν επίσης σε
εργαλεία τεχνητής
νοημοσύνης με στόχο να
περιορίσουν τα
λειτουργικά έξοδα, να
αυξήσουν την
παραγωγικότητα και να
βελτιώσουν την
εξυπηρέτηση των πελατών.
Ωστόσο, η αποτίμηση του
οικονομικού οφέλους
παραμένει δύσκολη,
ιδιαίτερα για
οργανισμούς με το
μέγεθος και την
πολυπλοκότητα των
μεγαλύτερων αμερικανικών
τραπεζών.
Ο οικονομικός διευθυντής
της JPMorgan,
Jeremy
Barnum,
σημείωσε ότι, παρά τη
σημασία και τις μεγάλες
δυνατότητες της τεχνητής
νοημοσύνης, απαιτείται
χρόνος μέχρι οι
εφαρμογές της να
δημιουργήσουν μετρήσιμα
αποτελέσματα σε έναν
οργανισμό τέτοιου
μεγέθους. Για τον λόγο
αυτό, δεν προκαλεί
έκπληξη το γεγονός ότι
τα οφέλη δεν είναι ακόμη
ευδιάκριτα στα
τριμηνιαία οικονομικά
αποτελέσματα.
Η εικόνα είναι πιο
συγκεκριμένη στην
περίπτωση της
Citigroup.
Η διευθύνουσα σύμβουλος
Jane
Fraser
ανέφερε ότι η τράπεζα
ήδη αναπτύσσει προϊόντα
με χαμηλότερο κόστος και
έως 40% ταχύτερα, χάρη
στη χρήση εργαλείων
τεχνητής νοημοσύνης.
Παράλληλα, τα εργαλεία
υποβοήθησης
προγραμματισμού έχουν
διευκολύνει την ανάπτυξη
λογισμικού και μειώσει
κατά 30% τις δαπάνες για
τεχνολογικούς
προμηθευτές, σύμφωνα με
την ίδια.
Η Citigroup
αξιοποιεί επίσης την
τεχνητή νοημοσύνη για να
περιορίσει τις
χειροκίνητες διαδικασίες
και να μειώσει τον χρόνο
απόκρισης στην
εξυπηρέτηση πελατών. Η
Fraser
υποστήριξε ότι τα
οικονομικά οφέλη από την
τεχνητή νοημοσύνη και
τον αυτοματισμό
υπερβαίνουν σημαντικά,
μέχρι στιγμής μέσα στο
έτος, τις σχετικές
επενδύσεις της τράπεζας.
Οι εξελίξεις αυτές
δείχνουν ότι η
τεχνολογία μπορεί να
προσφέρει άμεσα
λειτουργικά οφέλη σε
ορισμένες
δραστηριότητες, ακόμη
και αν η συνολική
επίδρασή της στην
κερδοφορία μεγάλων
τραπεζών δεν έχει
αποτυπωθεί πλήρως.
Οι αγορές περιμένουν
μετρήσιμη αύξηση της
παραγωγικότητας
Οι προσδοκίες για
υψηλότερη παραγωγικότητα
και χαμηλότερο κόστος
αποτελούν σημαντικό
μέρος της επενδυτικής
υπόθεσης γύρω από την
τεχνητή νοημοσύνη. Οι
αποτιμήσεις των
αμερικανικών μετοχών
προϋποθέτουν σε μεγάλο
βαθμό ότι οι
επιχειρήσεις θα
καταφέρουν να
αξιοποιήσουν την
τεχνολογία για να
βελτιώσουν τα περιθώρια
κέρδους τους.
Ο Brian
Mulberry,
επικεφαλής στρατηγικής
αγορών της Zacks
Investment
Management,
προειδοποίησε ότι εάν τα
αναμενόμενα οφέλη στην
παραγωγικότητα και στο
κόστος δεν αρχίσουν να
γίνονται ορατά έως το
τέλος του 2027, οι
επενδυτές ενδέχεται να
αμφισβητήσουν την
αισιοδοξία που
περιβάλλει την τεχνητή
νοημοσύνη.
Το κρίσιμο σημείο δεν
είναι, επομένως, μόνο το
ύψος των επενδύσεων ή η
ταχύτητα με την οποία
αναπτύσσονται οι νέες
υποδομές. Είναι κατά
πόσο η τεχνολογία θα
μεταφραστεί σε
πραγματική αύξηση
εσόδων, εξοικονόμηση
κόστους και βελτίωση της
παραγωγικότητας.
Εάν τα αποτελέσματα
καθυστερήσουν, οι
επιχειρήσεις που έχουν
αναλάβει μεγάλες δαπάνες
και οι τράπεζες που τις
χρηματοδοτούν θα
μπορούσαν να βρεθούν
αντιμέτωπες με
μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Νέες προκλήσεις
ασφαλείας από τους
αυτόνομους πράκτορες
τεχνητής νοημοσύνης
Πέρα από τον πιστωτικό
κίνδυνο, η επέκταση της
τεχνητής νοημοσύνης
δημιουργεί μια νέα
κατηγορία απειλών για το
τραπεζικό σύστημα.
Οι λεγόμενοι αυτόνομοι
πράκτορες τεχνητής
νοημοσύνης μπορούν να
αναλαμβάνουν ενέργειες
για λογαριασμό των
χρηστών, αντί να
περιορίζονται στην
παροχή πληροφοριών ή
προτάσεων. Η δυνατότητα
αυτή μπορεί να
απλοποιήσει τις
συναλλαγές και τις
τραπεζικές υπηρεσίες,
αλλά ταυτόχρονα αυξάνει
τις απαιτήσεις για
ελέγχους, ταυτοποίηση,
προστασία δεδομένων και
περιορισμό της μη
εξουσιοδοτημένης
πρόσβασης.
Η τεχνολογία προσθέτει
επίσης νέες διαστάσεις
στον κίνδυνο
κυβερνοεπιθέσεων από
εξωτερικούς παράγοντες.
Όσο περισσότερες
διαδικασίες
αυτοματοποιούνται και
όσο μεγαλύτερη εξουσία
αποκτούν τα συστήματα
τεχνητής νοημοσύνης,
τόσο σημαντικότερη
γίνεται η δυνατότητα των
τραπεζών να ελέγχουν τις
ενέργειές τους και να
αποτρέπουν καταχρήσεις.
Ο διευθύνων σύμβουλος
της JPMorgan,
Jamie
Dimon,
ανέφερε ότι η τράπεζα
αναπτύσσει εργαλεία για
την αντιμετώπιση των
κινδύνων που συνδέονται
με την αυτόνομη τεχνητή
νοημοσύνη.
Για έναν κλάδο που
διαχειρίζεται ευαίσθητα
προσωπικά δεδομένα και
τεράστιους όγκους
χρηματοοικονομικών
συναλλαγών, η ασφαλής
εφαρμογή της τεχνολογίας
είναι εξίσου σημαντική
με την επίτευξη
λειτουργικών
εξοικονομήσεων.
Η μεγάλη ευκαιρία
συνοδεύεται από τρία
κρίσιμα ερωτήματα
Η τεχνητή νοημοσύνη
προσφέρει στις
αμερικανικές τράπεζες τη
δυνατότητα να
συμμετάσχουν σε έναν
τεράστιο κύκλο
επενδύσεων, να αυξήσουν
τις χρηματοδοτικές τους
δραστηριότητες και να
βελτιώσουν τη δική τους
λειτουργική
αποδοτικότητα.
Η επιτυχία, ωστόσο, θα
εξαρτηθεί από τρεις
παράγοντες: εάν η ζήτηση
για υπολογιστική ισχύ θα
δικαιολογήσει τις
τεράστιες κεφαλαιουχικές
δαπάνες, εάν τα έργα θα
παράγουν επαρκείς
αποδόσεις ώστε να
εξυπηρετούν τον δανεισμό
τους και εάν οι τράπεζες
θα καταφέρουν να
αξιοποιήσουν την
τεχνολογία χωρίς να
δημιουργήσουν νέους
πιστωτικούς και
κυβερνοασφαλιστικούς
κινδύνους.
Προς το παρόν, οι
διοικήσεις των
μεγαλύτερων τραπεζών
βλέπουν την τεχνητή
νοημοσύνη ως μια
στρατηγική ευκαιρία που
δεν μπορούν να
αγνοήσουν. Ταυτόχρονα,
όμως, γνωρίζουν ότι η
ταχεία ανάπτυξη ενός
νέου κλάδου μπορεί να
δημιουργήσει υπερβολές
στη χρηματοδότηση,
ειδικά όταν οι
επενδύσεις βασίζονται σε
προσδοκίες που δεν έχουν
ακόμη επιβεβαιωθεί από
τα οικονομικά
αποτελέσματα.
Το μεγάλο στοίχημα για
τη Wall
Street
είναι να χρηματοδοτήσει
την επόμενη τεχνολογική
επανάσταση χωρίς να
επαναλάβει τα λάθη
προηγούμενων επενδυτικών
κύκλων.
Πηγή: Reuters
|