|
Εδώ
αποκτά ιδιαίτερη σημασία
μια παλαιότερη
παρατήρηση του Warren
Buffett.
Όταν η παλίρροια
υποχωρεί, φαίνεται ποιος
κολυμπούσε γυμνός
Στην επιστολή της
Berkshire Hathaway προς
τους μετόχους για το
2007, ο Buffett
αναφερόταν στην τότε
στεγαστική φούσκα και
στις λανθασμένες
παραδοχές που είχαν
επικρατήσει στην
αμερικανική οικονομία.
Η
βασική ιδέα ήταν απλή:
όσο οι τιμές των
ακινήτων αυξάνονταν,
ήταν δύσκολο να φανεί
ποιοι είχαν αναλάβει
υπερβολικό κίνδυνο. Όταν
όμως η αγορά γύρισε, οι
αδυναμίες αποκαλύφθηκαν
απότομα.
Ο
Buffett το περιέγραψε με
μια από τις πιο
χαρακτηριστικές φράσεις
του:
«Μόνο όταν υποχωρεί η
παλίρροια μαθαίνεις
ποιος κολυμπούσε
γυμνός».
Η
ίδια λογική εφαρμόζεται
και στο χρηματιστήριο.
Σε
μια ισχυρή ανοδική
αγορά, ακόμη και
εταιρείες με αδύναμα
θεμελιώδη μεγέθη μπορούν
να προσελκύσουν
κεφάλαια. Η άνοδος των
τιμών δημιουργεί την
εντύπωση ότι όλες οι
επιχειρήσεις είναι
καλύτερες από ό,τι
πραγματικά είναι.
Όταν όμως οι συνθήκες
αλλάζουν, η εικόνα
διαφοροποιείται.
Οι
ισχυρές επιχειρήσεις με
πραγματικά κέρδη,
ισχυρούς ισολογισμούς,
ταμειακές ροές και
ανταγωνιστικά
πλεονεκτήματα έχουν
μεγαλύτερη δυνατότητα να
απορροφήσουν την πίεση.
Οι
πιο αδύναμες
επιχειρήσεις, αντίθετα,
μπορεί να βρεθούν
αντιμέτωπες ταυτόχρονα
με υψηλότερο κόστος
χρηματοδότησης,
χαμηλότερη ζήτηση και
περιορισμένη πρόσβαση σε
κεφάλαια.
Το
μάθημα της φούσκας
dot-com
Η
ιστορία της αγοράς
προσφέρει ένα ακόμη
χαρακτηριστικό
παράδειγμα.
Μεταξύ 1995 και 1999, ο
S&P 500 αυξήθηκε σχεδόν
200%, καθώς ο
ενθουσιασμός γύρω από το
διαδίκτυο και τις νέες
τεχνολογίες τροφοδότησε
μια πρωτοφανή επενδυτική
έξαρση.
Πολλές από τις εταιρείες
που πρωταγωνίστησαν
εκείνη την περίοδο,
όμως, είχαν αδύναμα
επιχειρηματικά μοντέλα,
περιορισμένα ή μηδενικά
κέρδη, προβληματικούς
ισολογισμούς και
διοικήσεις χωρίς την
εμπειρία να
διαχειριστούν μια
παρατεταμένη bear
market.
Όταν η φούσκα έσπασε,
εκατοντάδες τεχνολογικές
μετοχές κατέρρευσαν.
Πολλές δεν ανέκαμψαν
ποτέ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η
τεχνολογία ήταν λάθος
επένδυση.
Το
αντίθετο.
Ορισμένες από τις
επιχειρήσεις που πέρασαν
μέσα από εκείνη την
κρίση έγιναν αργότερα
κολοσσοί της παγκόσμιας
οικονομίας.
Η
Microsoft έχασε
περισσότερο από 60% της
χρηματιστηριακής της
αξίας κατά τη διάρκεια
της bear market της
dot-com.
Η
Amazon υποχώρησε περίπου
95% από τα υψηλά της
περιόδου 1999–2001.
Η
Apple υπέστη επίσης
ακραίες διακυμάνσεις.
Και
όμως, Microsoft, Apple
και Amazon εξελίχθηκαν
σε μερικές από τις
ισχυρότερες και
πολυτιμότερες εταιρείες
στον κόσμο.
Η
κρίση δεν ξεχώρισε απλώς
τους «τεχνολογικούς» από
τους «μη τεχνολογικούς»
τίτλους.
Ξεχώρισε τις
επιχειρήσεις με
πραγματική οικονομική
βάση από εκείνες που
στηρίζονταν κυρίως στις
προσδοκίες.
Η
μεγάλη διαφορά βρίσκεται
στα θεμελιώδη
Το
σημερινό περιβάλλον έχει
αρκετές ομοιότητες με
προηγούμενες περιόδους
έντονου επενδυτικού
ενθουσιασμού, χωρίς αυτό
να σημαίνει ότι αποτελεί
επανάληψη της φούσκας
του 2000.
Οι
αποτιμήσεις έχουν
αυξηθεί, ιδιαίτερα σε
τμήματα της τεχνολογίας
και της τεχνητής
νοημοσύνης, ενώ η αγορά
έχει προεξοφλήσει
σημαντική αύξηση των
εταιρικών κερδών τα
επόμενα χρόνια.
Ακριβώς γι' αυτό η
ποιότητα των
επιχειρήσεων αποκτά
μεγαλύτερη σημασία.
Μια
εταιρεία με υψηλή
αποτίμηση αλλά ισχυρή
παραγωγή ταμειακών ροών,
χαμηλό δανεισμό και
πραγματικό ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα δεν
βρίσκεται στην ίδια θέση
με μια εταιρεία που
αποτιμάται υψηλά χωρίς
αντίστοιχη κερδοφορία.
Σε
περιόδους ευφορίας, η
διαφορά μπορεί να
καλύπτεται από την άνοδο
ολόκληρης της αγοράς.
Σε
μια πτώση, όμως, μπορεί
να γίνει καθοριστική.
Αυτό είναι ίσως και το
σημαντικότερο μήνυμα από
τη φιλοσοφία του
Buffett: το ζητούμενο
δεν είναι να προβλέψει
κανείς με ακρίβεια την
ημέρα που θα ξεκινήσει
μια χρηματιστηριακή
κρίση.
Είναι να κατέχει
επιχειρήσεις που μπορούν
να επιβιώσουν όταν αυτή
έρθει.
Δεν
χρειάζεται να προβλέψεις
το κραχ
Η
προσπάθεια ακριβούς
χρονισμού της αγοράς
είναι εξαιρετικά
δύσκολη.
Ένας επενδυτής μπορεί να
πουλήσει πολύ νωρίς,
χάνοντας μεγάλο μέρος
μιας ανοδικής κίνησης, ή
να παραμείνει εκτός
αγοράς για μεγάλο
χρονικό διάστημα
περιμένοντας μια
διόρθωση που δεν
έρχεται.
Η
προσέγγιση του Buffett
βασίζεται περισσότερο
στην ποιότητα της
επένδυσης παρά στην
πρόβλεψη του επόμενου
κραχ.
Όταν η αγορά βρίσκεται
σε άνοδο, οι αδυναμίες
μπορούν να παραμείνουν
κρυφές.
Όταν όμως η «παλίρροια»
υποχωρήσει,
αποκαλύπτεται ποιος
διαθέτει πραγματική
οικονομική δύναμη.
Για
τον μακροπρόθεσμο
επενδυτή, αυτό
μετατρέπει μια πιθανή
χρηματιστηριακή κρίση
από απειλή σε τεστ
ποιότητας.
Το
κρίσιμο ερώτημα επομένως
δεν είναι μόνο πόσο
μπορεί να ανέβει μια
μετοχή όταν όλα
πηγαίνουν καλά.
Είναι τι θα συμβεί όταν
η αγορά πάψει να
ανεβαίνει.
Εκεί, συνήθως, οι
ισχυρές επιχειρήσεις
ξεχωρίζουν από τις
υπόλοιπες.
|