|
Η
πορεία της σύγκρουσης
στη Μέση Ανατολή και
κυρίως η τύχη των
διελεύσεων από τα Στενά
του Ορμούζ παραμένουν
εξαιρετικά αβέβαιες.
Αντί για μια σταθερή
πορεία προς την
αποκλιμάκωση, τις
τελευταίες εβδομάδες
έχει διαμορφωθεί ένα
μοτίβο εναλλαγής μεταξύ
κλιμάκωσης και
προσωρινής ύφεσης, με
τις δύο πλευρές να
φαίνεται πως αδυνατούν
να καταλήξουν σε μια
οριστική συμφωνία.
Το
Ιράν έχει προειδοποιήσει
ότι προσανατολίζεται σε
μια «πλήρως επιθετική»
στάση απέναντι στον
πόλεμο, ο οποίος
ξεκίνησε με την αρχική
κοινή επίθεση
αμερικανικών και
ισραηλινών δυνάμεων στα
τέλη Φεβρουαρίου.
Ιρανός ανώτερος
αξιωματούχος δήλωσε στο
Reuters ότι οι ιρανικές
δυνάμεις πρέπει να είναι
προετοιμασμένες για
κλιμάκωση της έντασης
στα Στενά του Ορμούζ και
στην ευρύτερη περιοχή,
αφήνοντας ανοιχτό το
ενδεχόμενο λήψης
δύσκολων αποφάσεων.
Ο
Αμερικανός πρόεδρος
Donald Trump είχε
προηγουμένως δηλώσει ότι
η Ουάσινγκτον δεν
προτίθεται να παρατείνει
το Μνημόνιο Κατανόησης
(MoU), αφήνοντας ωστόσο
να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ
έχουν δημιουργήσει έναν
δίαυλο επικοινωνίας με
αξιωματούχους των
Φρουρών της Ισλαμικής
Επανάστασης του Ιράν. Η
συγκεκριμένη αναφορά
διαψεύστηκε στη συνέχεια
από την ιρανική πλευρά.
Ο
Ορμούζ στο επίκεντρο της
ενεργειακής αγοράς
Η
αβεβαιότητα γύρω από τα
Στενά του Ορμούζ
αποτελεί τον
σημαντικότερο παράγοντα
για την πορεία του
πετρελαίου. Η ναυσιπλοΐα
έχει σχεδόν παραλύσει,
καθώς οι ναυτιλιακές
εταιρείες και οι
διαχειριστές
δεξαμενόπλοιων
εμφανίζονται ιδιαίτερα
επιφυλακτικοί απέναντι
στον κίνδυνο νέων
επιθέσεων.
Σύμφωνα με τη βρετανική
υπηρεσία United Kingdom
Maritime Trade
Operations, ένα πλοίο
που πραγματοποιούσε
έξοδο από τα Στενά του
Ορμούζ δέχθηκε επίθεση
από άγνωστο βλήμα, με
αποτέλεσμα να προκληθούν
ζημιές στο μηχανοστάσιο
και να υπάρξει απώλεια
μέλους του πληρώματος.
Η
εξέλιξη αυτή έδωσε νέα
ώθηση στις τιμές του
αργού. Το Brent ξεπέρασε
εκ νέου τα 90 δολάρια το
βαρέλι, αναζωπυρώνοντας
τις ανησυχίες ότι μια
παρατεταμένη ενεργειακή
κρίση μπορεί να οδηγήσει
σε νέο κύμα πληθωρισμού
και να περιορίσει τα
περιθώρια των κεντρικών
τραπεζών για μειώσεις
επιτοκίων.
Παράλληλα, οι αποδόσεις
των αμερικανικών
κρατικών ομολόγων έχουν
κινηθεί υψηλότερα,
εξέλιξη που ενισχύει την
ανησυχία ότι οι
υψηλότερες τιμές
ενέργειας θα μπορούσαν
να μεταφερθούν στις
πληθωριστικές προσδοκίες
και τελικά στο κόστος
χρήματος.
Ωστόσο, η Wolfe Research
εμφανίζεται μέχρι
στιγμής σχετικά
καθησυχαστική ως προς
τον αντίκτυπο της
ενεργειακής κρίσης στις
αγορές ομολόγων.
Οι
αναλυτές σημειώνουν ότι,
παρά τις ανησυχίες για
τις επιπτώσεις των
υψηλών τιμών ενέργειας
στις αποδόσεις, τα
inflation breakevens
έχουν συμπεριφερθεί
αρκετά καλά μετά τη λήξη
του MoU. Παράλληλα, οι
βραχυπρόθεσμες αποδόσεις
έχουν υποχωρήσει από τη
συνεδρίαση της Fed τον
Ιούλιο.
«Οι
ενεργειακές διαταραχές
που σχετίζονται με το
Ιράν δεν φαίνεται προς
το παρόν να ασκούν
σημαντική πίεση στις
αποδόσεις»,
επισημαίνουν.
Το
σενάριο της
παρατεταμένης
αβεβαιότητας
Η
βασική εικόνα που
διαμορφώνει η Wolfe
Research δεν είναι αυτή
μιας άμεσης επιστροφής
στην ειρήνη, αλλά μιας
παρατεταμένης περιόδου
αβεβαιότητας.
Οι
αναλυτές δηλώνουν ότι
δεν περιμένουν σύντομα
συμφωνία, καθώς καμία
από τις δύο πλευρές δεν
φαίνεται διατεθειμένη να
κάνει τις απαραίτητες
υποχωρήσεις, ενώ
ταυτόχρονα υπάρχει
επιφυλακτικότητα
απέναντι στον κίνδυνο
μιας ανεξέλεγκτης
στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Για
τις αγορές, αυτό
σημαίνει ότι το
πετρέλαιο πιθανότατα θα
παραμείνει ένα από τα
σημαντικότερα σημεία
κινδύνου. Όσο τα Στενά
του Ορμούζ παραμένουν
ουσιαστικά κλειστά και η
ροή του πετρελαίου και
των εμπορευμάτων
παραμένει περιορισμένη,
το Brent θα διατηρεί ένα
σημαντικό γεωπολιτικό
premium.
Το
κρίσιμο ερώτημα πλέον
δεν είναι μόνο εάν το
πετρέλαιο μπορεί να
κινηθεί υψηλότερα, αλλά
για πόσο διάστημα μπορεί
να παραμείνει πάνω από
τα 90 δολάρια χωρίς να
προκαλέσει νέο κύμα
πληθωριστικών πιέσεων.
Μέχρι στιγμής, πάντως, η
αμερικανική οικονομία
δείχνει να μπορεί να
απορροφήσει το κόστος
ενός ακριβότερου
πετρελαίου. Αυτό, όμως,
μπορεί να αλλάξει εάν η
διαταραχή στην προσφορά
ενέργειας εξελιχθεί από
προσωρινό γεωπολιτικό
σοκ σε παρατεταμένη
κρίση.
Για
τις αγορές, επομένως, η
κατάσταση παραμένει μια
λεπτή ισορροπία:
ούτε αρκετά σοβαρή ώστε
να προκαλέσει άμεσα
ύφεση, ούτε αρκετά ήπια
ώστε να επιτρέψει την
πλήρη επιστροφή στο
σενάριο αποκλιμάκωσης
του πληθωρισμού και
χαμηλότερων επιτοκίων.
|