|
Από
το 209% στο 120% του ΑΕΠ
Η μεγαλύτερη αλλαγή στην
ελληνική οικονομία
εξακολουθεί να είναι η
εξέλιξη του δημόσιου
χρέους.
Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ
υποχώρησε στο
146,1% το 2025,
από 154,2% το 2024 και
από το ιστορικό υψηλό
του 209,4% το
2020.
Η Moody’s προβλέπει ότι η αποκλιμάκωση θα συνεχιστεί και αναμένει ο λόγος χρέους προς
ΑΕΠ να υποχωρήσει
περίπου στο 120%
έως το 2030.
Η εξέλιξη αυτή
στηρίζεται σε τρεις
βασικούς παράγοντες:
στη
συνεχιζόμενη ονομαστική
ανάπτυξη,
στα
υψηλά πρωτογενή
πλεονάσματα και
στην ενεργή αξιοποίηση
των ταμειακών διαθεσίμων
για πρόωρη αποπληρωμή
χρέους.
Η Ελλάδα έχει ήδη
αξιοποιήσει την ισχυρή
δημοσιονομική της
επίδοση για να
επιταχύνει την
αποπληρωμή των επίσημων
δανείων της περιόδου της
κρίσης.
Στα τέλη του 2025
προεξοφλήθηκαν
5,3 δισ. ευρώ,
ενώ έως το τέλος του
2026 σχεδιάζεται
πρόσθετη πρόωρη
αποπληρωμή περίπου
13 δισ. ευρώ,
ποσό που αντιστοιχεί σε
περίπου 5% του ΑΕΠ.
Η
Moody’s βλέπει αλλαγή
στο αναπτυξιακό μοντέλο
Ίσως το σημαντικότερο
στοιχείο της αξιολόγησης
δεν αφορά μόνο τα
δημοσιονομικά.
Η Moody’s διαπιστώνει ότι το ελληνικό αναπτυξιακό μοντέλο γίνεται σταδιακά
περισσότερο επενδυτικό
και περισσότερο
προσανατολισμένο στην
παραγωγικότητα.
Η αύξηση των επενδύσεων
δεν αποδίδεται
αποκλειστικά στους
πόρους του Ταμείου
Ανάκαμψης.
Σύμφωνα με τον οίκο,
σχεδόν τα δύο
τρίτα της αύξησης κατά 5
ποσοστιαίες μονάδες του
λόγου επενδύσεων προς
ΑΕΠ από το 2020
προήλθαν από ιδιωτικές
επενδύσεις.
Αυτό έχει ιδιαίτερη
σημασία.
Η εκτίμηση της
Moody’s είναι ότι το Ταμείο Ανάκαμψης δεν δημιούργησε από το μηδέν την επενδυτική
ανάκαμψη, αλλά
πιθανότατα
ενίσχυσε μια διαδικασία
που είχε ήδη ξεκινήσει.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον
είναι εάν η αύξηση των
επενδύσεων θα συνεχιστεί
και μετά την ολοκλήρωση
των εκταμιεύσεων του
RRF.
Εάν συμβεί αυτό, θα
αποτελεί ένδειξη ότι η
δημόσια χρηματοδότηση
λειτούργησε ως καταλύτης
για πρόσθετες
παραγωγικές επενδύσεις
και όχι απλώς ως
προσωρινή δημοσιονομική
ώθηση.
Περισσότερες
επιχειρήσεις περνούν
στην επίσημη οικονομία
Η Moody’s αναγνωρίζει επίσης σημαντική βελτίωση στη φορολογική διοίκηση και στην
ψηφιοποίηση των
οικονομικών συναλλαγών.
Το αποτέλεσμα είναι να
περιορίζονται σταδιακά
τα περιθώρια για
απόκρυψη εισοδημάτων και
δραστηριότητας σε
κλάδους που παραδοσιακά
ήταν δύσκολο να
φορολογηθούν.
Ενδεικτικό είναι το
λεγόμενο κενό
συμμόρφωσης στον ΦΠΑ,
το οποίο υποχώρησε
περίπου στο 9%
το 2024, από
24% το 2019.
Το επίπεδο αυτό
βρίσκεται πλέον κοντά
στον μέσο όρο της Ε.Ε.,
ο οποίος διαμορφώθηκε
στο 9,5% το 2023.
Για τη Moody’s, η εξέλιξη αυτή έχει μεγαλύτερη σημασία από μια απλή αύξηση φορολογικών
εσόδων.
Μια διευρυμένη και
αποτελεσματικότερα
διοικούμενη φορολογική
βάση μπορεί να επιτρέψει
στην Ελλάδα να
διατηρήσει τα
απαιτούμενα πρωτογενή
πλεονάσματα, ενώ
ταυτόχρονα δημιουργεί
μεγαλύτερα περιθώρια για
χαμηλότερους
φορολογικούς συντελεστές
και στοχευμένες δημόσιες
δαπάνες.
Αλλάζει και η δομή των
επιχειρήσεων
Ο οίκος βλέπει επίσης
μεταβολές στη δομή της
ελληνικής
επιχειρηματικής
οικονομίας.
Το μερίδιο των
μεγαλύτερων
επιχειρήσεων, δηλαδή
όσων απασχολούν
τουλάχιστον 50
εργαζομένους, στην
ακαθάριστη προστιθέμενη
αξία αυξήθηκε σε περίπου
60% το 2024,
από 45% το 2009.
Παράλληλα ενισχύονται η
μεταποίηση υψηλής
τεχνολογίας, οι
δραστηριότητες έντασης
γνώσης και οι εξαγωγές
χρηματοοικονομικών και
επαγγελματικών
υπηρεσιών.
Η αλλαγή αυτή έχει άμεση
σχέση με την
παραγωγικότητα.
Οι μεγαλύτερες και
περισσότερο ενταγμένες
στην επίσημη οικονομία
επιχειρήσεις έχουν
μεγαλύτερη δυνατότητα να
επενδύουν σε τεχνολογία
και ανθρώπινο κεφάλαιο,
να χρηματοδοτούν την
ανάπτυξή τους και να
διεισδύουν στις διεθνείς
αγορές.
Η μετάβαση παραμένει
ημιτελής, αλλά η
Moody’s εκτιμά ότι το
σωρευτικό αποτέλεσμα θα
μπορούσε τελικά να
οδηγήσει την πραγματική
δυνητική ανάπτυξη της
Ελλάδας πάνω από τις
σημερινές εκτιμήσεις του
οίκου, οι οποίες
βρίσκονται περίπου στο
1,5%.
Οι ξένες επενδύσεις
αλλάζουν χαρακτήρα
Ενδιαφέρον παρουσιάζει
και η μεταβολή στη
σύνθεση των άμεσων ξένων
επενδύσεων.
Η Moody’s διαπιστώνει ότι οι ξένες επενδύσεις γίνονται σταδιακά λιγότερο
συγκεντρωμένες στα
ακίνητα και
περισσότερο συνδεδεμένες
με παραγωγικές
δραστηριότητες.
Αυτό θεωρείται κρίσιμο
για την ποιότητα της
ανάπτυξης.
Η πρόκληση για την
Ελλάδα είναι πλέον να
διατηρήσει την αύξηση
του κεφαλαιακού
αποθέματος και μετά την
ολοκλήρωση του
RRF.
Εάν οι ιδιωτικές
επενδύσεις συνεχίσουν να
αυξάνονται χωρίς την
ίδια ένταση δημόσιας
στήριξης, θα ενισχυθεί η
άποψη ότι η ελληνική
οικονομία έχει περάσει
σε ένα πιο
αυτοτροφοδοτούμενο
επενδυτικό μοντέλο.
Το μεγάλο πλεονέκτημα
του ελληνικού χρέους
Παρά το γεγονός ότι το
ελληνικό χρέος παραμένει
πολύ υψηλό σε σχέση με
τα ευρωπαϊκά δεδομένα, η
διάρθρωσή του αποτελεί
σημαντικό πλεονέκτημα.
Η μεγάλη μέση διάρκεια
του χρέους και οι
ευνοϊκοί όροι μεγάλου
μέρους των υποχρεώσεων
σημαίνουν ότι η άνοδος
των επιτοκίων της αγοράς
μεταφέρεται
σταδιακά στο
κόστος εξυπηρέτησης.
Οι ετήσιες ανάγκες
αναχρηματοδότησης είναι
επίσης περιορισμένες σε
σχέση με το συνολικό
μέγεθος του χρέους.
Αυτό διαφοροποιεί την
Ελλάδα από άλλους
υπερχρεωμένους κρατικούς
εκδότες.
Η χώρα δεν βρίσκεται
αντιμέτωπη με μια
απότομη αύξηση των τόκων
κάθε φορά που οι
διεθνείς αποδόσεις
αυξάνονται, καθώς το
μεγαλύτερο μέρος του
χρέους έχει μακρά
διάρκεια και ευνοϊκούς
όρους.
Παράλληλα, τα ταμειακά
διαθέσιμα παραμένουν
υψηλά, κοντά στο
16% του ΑΕΠ το 2025,
επιτρέποντας την πρόωρη
αποπληρωμή χρέους χωρίς
να απαιτούνται
αντίστοιχες νέες
εκδόσεις στην αγορά.
Οι αδυναμίες παραμένουν
Η Moody’s, ωστόσο, δεν αγνοεί τις διαρθρωτικές αδυναμίες.
Το δημόσιο χρέος
εξακολουθεί να είναι
πολύ υψηλό, ενώ η Ελλάδα
διατηρεί σημαντικές
εξωτερικές ανισορροπίες.
Παράλληλα, η
παραγωγικότητα παραμένει
σχετικά χαμηλή και η
δημογραφική γήρανση
δημιουργεί πιέσεις στην
προσφορά εργασίας και
στη μελλοντική ανάπτυξη.
Υπάρχει επίσης ένα
σημαντικό απόθεμα μη
εξυπηρετούμενου χρέους
εκτός τραπεζικού
συστήματος.
Οι τράπεζες έχουν
απαλλαγεί σε μεγάλο
βαθμό από το βάρος των
μη εξυπηρετούμενων
δανείων, όμως σημαντικό
μέρος του προβληματικού
χρέους έχει μεταφερθεί
εκτός τραπεζικών
ισολογισμών και
εξακολουθεί να
επιβαρύνει ορισμένα
νοικοκυριά και
επιχειρήσεις.
Τι θα μπορούσε να φέρει
την αναβάθμιση
Η αλλαγή της προοπτικής
σε θετική είναι
ουσιαστικά το μήνυμα ότι
η Moody’s εξετάζει πλέον πιο σοβαρά το ενδεχόμενο αναβάθμισης της Ελλάδας.
Ο οίκος θεωρεί ότι μια
αξιόπιστη και πολυετής
συνέχιση των
διαρθρωτικών οικονομικών
και θεσμικών
μεταρρυθμίσεων θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
διατηρήσιμη βελτίωση του
αναπτυξιακού δυναμικού.
Παράλληλα, η συνέχιση
της δημοσιονομικής
πειθαρχίας και της
μείωσης του χρέους
λειτουργεί
υποστηρικτικά.
Η Moody’s, ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι η δημοσιονομική εξυγίανση από μόνη της πιθανότατα
δεν αρκεί.
Το κρίσιμο στοιχείο
είναι ο συνδυασμός
μείωσης χρέους,
υψηλότερης
παραγωγικότητας,
επενδύσεων και θεσμικών
μεταρρυθμίσεων.
Η Ελλάδα πλησιάζει σε
ένα νέο πιστωτικό σημείο
Η νέα αξιολόγηση της
Moody’s
αποτυπώνει μια σημαντική
μεταβολή στην εικόνα της
ελληνικής οικονομίας.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να
έχει ένα από τα
υψηλότερα επίπεδα
δημόσιου χρέους στην
Ευρώπη, όμως η
ταχύτητα μείωσής του,
η μεγάλη διάρκεια των
υποχρεώσεων, τα
πρωτογενή πλεονάσματα, η
βελτίωση της φορολογικής
συμμόρφωσης και η
ενίσχυση των επενδύσεων
δημιουργούν ένα πολύ
διαφορετικό πιστωτικό
προφίλ από εκείνο της
προηγούμενης δεκαετίας.
Το επόμενο μεγάλο τεστ
θα είναι εάν αυτή η
βελτίωση μπορεί να
διατηρηθεί όταν
ολοκληρωθεί το Ταμείο
Ανάκαμψης, η οικονομία
κινηθεί σε πιο
φυσιολογικούς ρυθμούς
ανάπτυξης και οι
εξωτερικές συνθήκες
γίνουν λιγότερο
ευνοϊκές.
Αυτό ακριβώς είναι και
το βασικό μήνυμα της
θετικής
προοπτικής: η
Moody’s βλέπει πλέον αυξανόμενες πιθανότητες η Ελλάδα να έχει δημιουργήσει τις
προϋποθέσεις ώστε η
βελτίωση των τελευταίων
ετών να μην αποτελεί
απλώς έναν οικονομικό
κύκλο, αλλά μια
πιο μόνιμη αλλαγή στο
πιστωτικό και
αναπτυξιακό της προφίλ.
|