|
Η αυξημένη προσφορά δεν
κατανέμεται ισόρροπα,
αλλά συγκεντρώνεται σε
συγκεκριμένες περιοχές
υψηλής αξίας. Πρώτος σε
δυναμική αναδεικνύεται ο
δήμος
Βάρης–Βούλας–Βουλιαγμένης,
όπου καταγράφονται 819
ακίνητα, ή σχεδόν το 16%
της συνολικής αγοράς,
επιβεβαιώνοντας τον
κυρίαρχο ρόλο του στο
premium
segment.
Ακολουθούν η Κηφισιά με
666 ακίνητα και η
Γλυφάδα με 455,
διαμορφώνοντας έναν
σταθερό πυρήνα μεταξύ
βορείων και νοτίων
προαστίων. Ισχυρή
παρουσία καταγράφουν
ακόμη ο Σαρωνικός, ο
Δήμος Αθηναίων και η
Φιλοθέη–Ψυχικό, ένδειξη
ότι η ανάπτυξη δεν
περιορίζεται μόνο στις
παραθαλάσσιες περιοχές
αλλά επεκτείνεται και σε
καθιερωμένες αστικές
αγορές υψηλού κύρους.
Παράλληλα, ενισχυμένη
παρουσία έχουν και οι
τουριστικοί προορισμοί.
Η Πάρος με 132 ακίνητα
και η Μύκονος με 127
επιβεβαιώνουν τη θέση
τους ως κορυφαία σημεία
για επενδύσεις υψηλής
αξίας, αξιοποιώντας τη
διεθνή αναγνωρισιμότητα
και το σταθερό
ενδιαφέρον από ξένους
αγοραστές. Στη δεκάδα
εμφανίζονται επίσης ο
Διόνυσος και η
Κασσάνδρα, στοιχείο που
δείχνει ότι η αγορά
διευρύνεται και πέρα από
τα παραδοσιακά
επίκεντρα. Η συνολική
εικόνα αποκαλύπτει ένα
διπλό μοντέλο ανάπτυξης:
από τη μία η
μητροπολιτική Αθήνα και
από την άλλη οι
τουριστικές περιοχές με
ισχυρή διεθνή ζήτηση.
Η ενίσχυση της αγοράς
καταγράφεται σε όλες τις
κατηγορίες τιμών. Τα
ακίνητα με αξία από 1
έως 1,2 εκατ. ευρώ
αυξήθηκαν από 1.180 το
2023 σε 1.424 το 2025,
ενώ η κατηγορία 1,2 έως
1,5 εκατ. ευρώ σημείωσε
τη μεγαλύτερη ποσοστιαία
άνοδο, σχεδόν 39%,
φτάνοντας από τα 899 στα
1.249 ακίνητα. Ανοδικά
κινήθηκαν επίσης οι
κατηγορίες 1,5–2 εκατ.,
2–3 εκατ. και 3–15 εκατ.
ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι
δεν διευρύνεται μόνο η
κορυφή της αγοράς, αλλά
ενισχύεται συνολικά όλο
το εύρος των διαθέσιμων
επιλογών, γεγονός που
προσδίδει μεγαλύτερο
βάθος και ποικιλία στην
αγορά πολυτελούς
κατοικίας.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική
είναι η μετατόπιση στις
τιμές ανά τετραγωνικό
μέτρο. Η κατηγορία
3.000–5.000 ευρώ/τ.μ.
παραμένει η μεγαλύτερη
σε όγκο και λειτουργεί
ως βασικός κορμός της
αγοράς. Ωστόσο, τη
μεγαλύτερη δυναμική
εμφανίζουν τα ακριβότερα
ακίνητα. Η κατηγορία
9.000–15.000 ευρώ/τ.μ.
αυξήθηκε κατά 81,2%, από
484 σε 877 ακίνητα, ενώ
σημαντική άνοδο
παρουσίασαν και οι
κατηγορίες 5.000–7.000
και 7.000–9.000
ευρώ/τ.μ. Αντίθετα, η
χαμηλότερη κατηγορία
1.000–3.000 ευρώ/τ.μ.
παρέμεινε σχεδόν
αμετάβλητη. Η εξέλιξη
αυτή επιβεβαιώνει ότι η
αγορά κινείται προς
ακριβότερα ακίνητα ανά
μονάδα επιφάνειας,
γεγονός που υποδηλώνει
ποιοτική αναβάθμιση.
Σημαντικές αλλαγές
παρατηρούνται και ως
προς το μέγεθος των
κατοικιών. Η ισχυρότερη
άνοδος καταγράφεται στα
ακίνητα επιφάνειας
100–200 τ.μ., τα οποία
αυξήθηκαν κατά 56,1%,
από 699 σε 1.091.
Ταυτόχρονα, η κατηγορία
201–300 τ.μ. παραμένει η
μεγαλύτερη σε απόλυτους
αριθμούς, φτάνοντας τα
1.364 ακίνητα από 921.
Αντίθετα, οι πολύ
μεγάλες κατοικίες άνω
των 500 τ.μ. εμφανίζουν
σχεδόν στασιμότητα. Η
τάση αυτή δείχνει σαφή
μετατόπιση προς πιο
συμπαγείς και
λειτουργικές κατοικίες,
που διατηρούν τον
πολυτελή χαρακτήρα τους
αλλά είναι πιο εύχρηστες
και διαχειρίσιμες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει
και η επιστροφή της νέας
κατασκευής. Τα ακίνητα
που κατασκευάστηκαν την
περίοδο 2021–2025
αυξήθηκαν κατά 80%, από
786 σε 1.415,
αποτελώντας το ταχύτερα
αναπτυσσόμενο τμήμα της
αγοράς. Οι παλαιότερες
κατηγορίες ενισχύθηκαν
επίσης, αλλά με πιο ήπιο
ρυθμό, ενώ η περίοδος
2011–2020 εμφανίζει
ουσιαστικά στασιμότητα.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει
ότι η αγορά αφήνει πίσω
της τη μακρά περίοδο
αδράνειας της οικοδομής
και τροφοδοτείται πλέον
με νέες κατοικίες υψηλών
προδιαγραφών.
Μεταβολές καταγράφονται
και στα ποιοτικά
χαρακτηριστικά των
ακινήτων. Οι κατοικίες
με τέσσερα υπνοδωμάτια
εξακολουθούν να
αποτελούν την πιο
διαδεδομένη κατηγορία,
όμως τη μεγαλύτερη
αύξηση εμφανίζουν τα
ακίνητα με τρία
υπνοδωμάτια. Παράλληλα,
αυξάνονται και οι
κατοικίες με πέντε ή
περισσότερα υπνοδωμάτια,
ενώ τα πολύ μικρά
ακίνητα παραμένουν
περιορισμένα. Η εικόνα
αυτή δείχνει ότι η
ζήτηση στρέφεται σε πιο
ευέλικτες και
λειτουργικές λύσεις,
χωρίς να εγκαταλείπεται
ο οικογενειακός
χαρακτήρας της
πολυτελούς κατοικίας.
Την ίδια στιγμή,
ενισχύεται έντονα και το
στοιχείο της ενεργειακής
απόδοσης. Τα ακίνητα
υψηλής ενεργειακής
κατηγορίας αυξήθηκαν από
29,3% το 2023 σε 42,9%
το 2025, ενώ τα χαμηλής
ενεργειακής κατηγορίας
υποχώρησαν αισθητά από
58,3% σε 37,2%. Η μεσαία
κατηγορία επίσης
ενισχύθηκε. Η μεταβολή
αυτή φανερώνει ότι η
βιωσιμότητα, η
ενεργειακή αποδοτικότητα
και τα «πράσινα»
χαρακτηριστικά
μετατρέπονται πλέον σε
βασικό στοιχείο της
αγοράς πολυτελών
κατοικιών.
Συνολικά, η ελληνική
αγορά πολυτελούς
κατοικίας δεν αυξάνεται
μόνο σε μέγεθος, αλλά
αλλάζει ουσιαστικά
μορφή. Η άνοδος της
προσφοράς συνοδεύεται
από διεύρυνση σε όλες
τις κατηγορίες τιμών,
στροφή προς υψηλότερες
τιμές ανά τετραγωνικό,
ενίσχυση μικρότερων αλλά
πιο λειτουργικών
κατοικιών, επιστροφή της
νέας κατασκευής και
μεγαλύτερη βαρύτητα στην
ενεργειακή απόδοση.
|