|
Η βασική αλλαγή τα
τελευταία χρόνια δεν
αφορά μόνο την έκταση
των μέτρων, αλλά κυρίως
την ταχύτητα με την
οποία ενεργοποιούνται.
Τα ψηφιακά συστήματα της
φορολογικής διοίκησης
λειτουργούν πλέον ως
μηχανισμός άμεσης
ειδοποίησης,
διασταυρώνοντας δεδομένα
από τράπεζες, δημόσιες
υπηρεσίες και διεθνείς
πηγές πληροφόρησης,
γεγονός που επιτρέπει
την ταχεία έναρξη
διαδικασιών δέσμευσης
περιουσιακών στοιχείων
και καταθέσεων.
Στην πράξη, όταν μια
οφειλή καταστεί
ληξιπρόθεσμη και δεν
ενταχθεί σε ρύθμιση, η
διαδικασία κατάσχεσης
μπορεί να κινηθεί άμεσα.
Οι δεσμεύσεις
ενεργοποιούνται
αυτοματοποιημένα είτε
απευθείας σε τραπεζικούς
λογαριασμούς είτε μέσω
κατασχέσεων «εις χείρας
τρίτων», δηλαδή σε
εισοδήματα, απαιτήσεις ή
άλλες πηγές πληρωμών.
Η ένταση των
εισπρακτικών μέτρων
αποτυπώνεται και στους
αριθμούς. Μέσα στο 2025
επιβλήθηκαν περισσότερες
από 500.000 κατασχέσεις,
αυξημένες σε σχέση με το
προηγούμενο έτος.
Συνολικά, τα μέτρα
αναγκαστικής είσπραξης
ξεπέρασαν τις 528.000
περιπτώσεις και
περιλάμβαναν
κατασχέσεις,
πλειστηριασμούς,
υποθήκες, παραγγελίες
δέσμευσης και ποινικές
διώξεις, ενώ ενισχύθηκαν
και οι υποθέσεις που
συνδέονται με πιθανό
ξέπλυμα χρήματος.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται
στους μεγάλους
οφειλέτες. Μέσω της
Επιχειρησιακής Μονάδας
Είσπραξης (ΕΜΕΙΣ), το
Δημόσιο εισέπραξε μέσα
στο 2025 περισσότερα από
1 δισ. ευρώ,
σημειώνοντας αύξηση
σχεδόν 14% σε σχέση με
το 2024 και
υπερβαίνοντας τους
αρχικούς στόχους. Η
μονάδα διαχειρίζεται
κυρίως υποθέσεις οφειλών
άνω του 1,5 εκατ. ευρώ,
εφαρμόζοντας
εξειδικευμένες
παρεμβάσεις είσπραξης.
Παράλληλα, αυξήθηκαν
σημαντικά και τα ποσά
που χαρακτηρίζονται ως
«ανεπίδεκτα είσπραξης».
Το 2025 εκτινάχθηκαν στα
7,9 δισ. ευρώ, έναντι
περίπου 397 εκατ. ευρώ
έναν χρόνο πριν, κυρίως
λόγω μεγάλων εκκρεμών
υποθέσεων. Ωστόσο, ο
χαρακτηρισμός αυτός δεν
συνεπάγεται διαγραφή των
χρεών. Το Δημόσιο
εξακολουθεί να διατηρεί
δικαίωμα διεκδίκησης των
οφειλών στο μέλλον, ενώ
οι οφειλέτες
αντιμετωπίζουν
περιορισμούς, όπως μη
έκδοση φορολογικής
ενημερότητας και
δέσμευση περιουσιακών
στοιχείων, με την
παραγραφή να μπορεί να
«παγώσει» έως και για
δέκα χρόνια.
Παρότι το πλαίσιο έχει
γίνει αυστηρότερο,
εξακολουθούν να ισχύουν
ορισμένες δικλίδες
προστασίας για τους
οφειλέτες που ενεργούν
εγκαίρως.
Καταθέσεις έως 1.250
ευρώ μηνιαίως
προστατεύονται από
κατάσχεση σε έναν
δηλωμένο ακατάσχετο
λογαριασμό, υπό την
προϋπόθεση ότι έχει
προηγηθεί ηλεκτρονική
δήλωση στην ΑΑΔΕ.
Αντίστοιχα, λογαριασμοί
μισθοδοσίας ή σύνταξης
μπορούν να
προστατευθούν, αρκεί να
έχουν δηλωθεί τόσο στην
ΑΑΔΕ όσο και στην
τράπεζα.
Ιδιαίτερη προσοχή
απαιτείται στους κοινούς
λογαριασμούς, καθώς η
προστασία ισχύει για
κάθε συνδικαιούχο μόνο
εφόσον όλοι έχουν
υποβάλει τη σχετική
δήλωση. Διαφορετικά,
υπάρχει κίνδυνος
δέσμευσης ποσών ακόμη
και κάτω από τα
προβλεπόμενα όρια.
Για μισθούς και
συντάξεις εφαρμόζεται
κλιμακωτό σύστημα
προστασίας: ποσά έως
1.000 ευρώ δεν
κατάσχονται, για το
τμήμα από 1.000 έως
1.500 ευρώ μπορεί να
δεσμευτεί το 50% της
διαφοράς, ενώ για ποσά
άνω των 1.500 ευρώ
κατάσχεται το σύνολο του
υπερβάλλοντος ποσού.
Παράλληλα, δεν
επιβάλλονται κατασχέσεις
για οφειλές κάτω των 50
ευρώ, ενώ εξαιρούνται
κρίσιμες κοινωνικές
παροχές, όπως το
ελάχιστο εγγυημένο
εισόδημα, το επίδομα
ανεργίας, τα προνοιακά
επιδόματα και η
επιδότηση ενοικίου.
Το επόμενο διάστημα
αναμένεται να
ενεργοποιηθεί και η
δυνατότητα αποδέσμευσης
τραπεζικών λογαριασμών
για οφειλέτες που θα
προχωρούν σε μερική
εξόφληση και ρύθμιση των
χρεών τους.
Συγκεκριμένα, με την
καταβολή του 25% της
βασικής οφειλής και τη
ρύθμιση του υπόλοιπου
ποσού, θα παρέχεται
δυνατότητα επαναφοράς
πρόσβασης στους
δεσμευμένους
λογαριασμούς.
Η ρύθμιση αυτή στοχεύει
στην επαναφορά
ρευστότητας στην αγορά,
ωστόσο θα παρέχεται μόνο
μία φορά και θα
συνοδεύεται από αυστηρή
υποχρέωση συνέπειας στην
τήρηση της ρύθμισης.
|