| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Σάββατο, 26/09/2026

 

Στο μικροσκόπιο της εφορίας μπορούν να βρεθούν οι τραπεζικές καταθέσεις, οι μεταφορές χρημάτων αλλά και οι πληρωμές που πραγματοποιούνται με μετρητά, όταν εφαρμόζονται οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου για τον προσδιορισμό του πραγματικού εισοδήματος ενός φορολογουμένου.

Η ΑΑΔΕ αποσαφηνίζει ποια ποσά εξαιρούνται από τον υπολογισμό των καθαρών καταθέσεων και ποια προστίθενται στις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν με μετρητά. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι, εφόσον μετά την αναμόρφωση προκύψει θετική διαφορά μεταξύ του εισοδήματος που προκύπτει από την ελεγκτική μέθοδο και των δηλωθέντων εισοδημάτων, η διαφορά μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μη δηλωμένο εισόδημα.

 

Το θέμα έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς η μέθοδος των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά (bank deposits and cash expenditure method) χρησιμοποιείται για την ανασύσταση της πραγματικής κίνησης των διαθέσιμων κεφαλαίων του φορολογουμένου.

Πώς λειτουργεί ο έλεγχος

Η συγκεκριμένη τεχνική εξετάζει συνολικά τις κινήσεις κεφαλαίων του φορολογουμένου, του ή της συζύγου και των προστατευόμενων μελών.

Οι ελεγκτές συγκρίνουν τις τραπεζικές καταθέσεις και τις αναλήψεις με τις δαπάνες που πραγματοποιούνται σε μετρητά, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο, και στη συνέχεια τις αντιπαραβάλλουν με τα εισοδήματα που έχουν δηλωθεί.

Στην πράξη, ο έλεγχος επιχειρεί να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: τα χρήματα που κινήθηκαν μέσω τραπεζών και χρησιμοποιήθηκαν για δαπάνες μπορούν να δικαιολογηθούν από τα δηλωμένα εισοδήματα και τα διαθέσιμα κεφάλαια προηγούμενων ετών;

Όταν υπάρχει άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών, εξετάζονται οι πιστωτικές κινήσεις και προσδιορίζονται οι καθαρές καταθέσεις, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν ποσά που δεν αποτελούν πραγματική αύξηση της περιουσίας.

Όταν δεν υπάρχει αναλυτικό άνοιγμα λογαριασμών, οι καταθέσεις μπορεί να υπολογιστούν με βάση τη διαφορά μεταξύ του υπολοίπου στην αρχή και στο τέλος της χρήσης. Η ίδια η ΔΕΔ επισημαίνει ότι η προσέγγιση αυτή μπορεί να οδηγεί σε ανεπαρκή ή μη ασφαλή αποτελέσματα.

Ποια ποσά αφαιρούνται από τις καταθέσεις

Δεν θεωρείται κάθε πίστωση σε τραπεζικό λογαριασμό νέο εισόδημα. Από τις κινήσεις που εξετάζονται αφαιρούνται, μεταξύ άλλων, ποσά που δεν αποτελούν πραγματική καθαρή κατάθεση.

Συγκεκριμένα, αφαιρούνται:

Εκταμιεύσεις δανείων.

Μεταφορές μεταξύ λογαριασμών του ίδιου φορολογουμένου, του/της συζύγου ή προστατευόμενων μελών.

Συναλλαγές και λοιπές μεταφορές που δεν συνιστούν καθαρές καταθέσεις.

Ποσά που αφορούν προσωρινές καταθέσεις για την εξόφληση υποχρεώσεων, όπως δάνεια ή άλλες αντίστοιχες πράξεις.

Με άλλα λόγια, μια μεταφορά χρημάτων από έναν λογαριασμό σε έναν άλλο δεν δημιουργεί από μόνη της νέο εισόδημα, καθώς πρόκειται για μεταβολή της θέσης των ήδη διαθέσιμων κεφαλαίων.

Ποια ποσά προστίθενται

Μετά τον προσδιορισμό των καθαρών τραπεζικών καταθέσεων, ο έλεγχος συνυπολογίζει τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν με μετρητά.

Στο ποσό των καθαρών καταθέσεων προστίθενται:

επαγγελματικές και επιχειρηματικές δαπάνες που πληρώθηκαν με μετρητά,

αγορές εμπορευμάτων, πρώτων και βοηθητικών υλών και λοιπών αγαθών για την επαγγελματική δραστηριότητα,

αγορές προσωπικών, οικογενειακών ή επαγγελματικών περιουσιακών στοιχείων,

προσωπικές και οικογενειακές δαπάνες που εξοφλήθηκαν με μετρητά,

φόροι, ασφαλιστικές εισφορές και πρόστιμα που καταβλήθηκαν σε μετρητά,

αποπληρωμές ή μειώσεις χρεών με μετρητά,

λοιπές καταβολές μετρητών,

μειώσεις υποχρεώσεων που εξοφλούνται με μετρητά.

Στην ίδια διαδικασία λαμβάνεται υπόψη και η μεταβολή των διαθέσιμων μετρητών κατά τη διάρκεια της ελεγχόμενης περιόδου.

Για παράδειγμα, εάν τα διαθέσιμα μετρητά ήταν 15.000 ευρώ στην αρχή της χρήσης και 12.000 ευρώ στο τέλος, η μεταβολή των -3.000 ευρώ καταχωρείται με αρνητικό πρόσημο.

Τι γίνεται με τις προκαταβολές και τις απαιτήσεις

Ο υπολογισμός δεν σταματά στις τραπεζικές κινήσεις και στα μετρητά.

Το αποτέλεσμα αναμορφώνεται και με βάση μη φορολογούμενα έσοδα που δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμούς, καθώς και με τις προκαταβολές που έχουν εισπραχθεί έναντι μελλοντικών εσόδων.

Παράλληλα, εξετάζεται η μεταβολή των εισπρακτέων λογαριασμών.

Έτσι, το ποσό που προκύπτει από την αρχική επεξεργασία των τραπεζικών καταθέσεων μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με τις μεταβολές των προκαταβολών και των απαιτήσεων.

Το τελικό, αναμορφωμένο ποσό θεωρείται από την ελεγκτική τεχνική ως το συνολικό εισόδημα που προκύπτει από την ανάλυση των κινήσεων.

Πότε η διαφορά γίνεται φορολογητέο εισόδημα

Το κρίσιμο στάδιο είναι η σύγκριση του εισοδήματος που προκύπτει από την έμμεση τεχνική ελέγχου με το εισόδημα που έχει δηλωθεί.

Εάν προκύψει θετική διαφορά και ο φορολογούμενος δεν μπορεί να την αιτιολογήσει επαρκώς, η διαφορά ελέγχεται ως πιθανό μη δηλωθέν εισόδημα και μπορεί να φορολογηθεί.

Αυτό σημαίνει ότι μια αύξηση των τραπεζικών υπολοίπων δεν οδηγεί αυτομάτως σε πρόσθετο φόρο. Προηγείται η αφαίρεση των κινήσεων που δεν αποτελούν πραγματικό εισόδημα και ακολουθεί η αναμόρφωση με τις δαπάνες και τις λοιπές μεταβολές κεφαλαίων.

Το «κλειδί» είναι τα διαθέσιμα προηγούμενων ετών

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το πραγματικό διαθέσιμο κεφάλαιο που υπήρχε πριν από την έναρξη της πρώτης ελεγχόμενης χρήσης.

Η ΑΑΔΕ επισημαίνει ότι το βάρος της απόδειξης για τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία φέρει ο φορολογούμενος.

Τα δηλωμένα διαθέσιμα κεφάλαια στην αρχή του ελέγχου δεν μπορούν να υπερβαίνουν το πραγματικό κεφάλαιο που μπορεί να προκύψει από τα εισοδήματα προηγούμενων ετών, όπως αυτά αποτυπώνονται στις φορολογικές δηλώσεις.

Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου αυτού λαμβάνονται τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από τον φόρο και αφαιρούνται οι πραγματικές δαπάνες και αγορές που πραγματοποιήθηκαν κατά τα προηγούμενα έτη.

Δεν λαμβάνονται δηλαδή υπόψη απλώς τεκμαρτές δαπάνες, αλλά τα πραγματικά ποσά που προκύπτουν από τις δηλώσεις και τα διαθέσιμα στοιχεία του φορολογικού ελέγχου.

Ο έλεγχος μπορεί να πάει αρκετά χρόνια πίσω

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της διαδικασίας είναι ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένος περιορισμός στον αριθμό των προηγούμενων ετών που μπορούν να εξεταστούν για τον προσδιορισμό του πραγματικού διαθέσιμου κεφαλαίου.

Προϋπόθεση είναι τα στοιχεία να μπορούν να διασταυρωθούν μέσω των φορολογικών δηλώσεων, των αρχείων της αρμόδιας ΔΟΥ ή άλλων τεκμηριωμένων στοιχείων που προσκομίζει ο φορολογούμενος.

Οι δηλώσεις που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του διαθέσιμου κεφαλαίου πρέπει να είναι συνεχόμενες και να φτάνουν έως και τη δήλωση που προηγείται του πρώτου ελεγχόμενου έτους.

Σημαντικό είναι επίσης ότι, σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, για ποσά που έχουν ήδη αναγραφεί στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των προηγούμενων ετών και χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό του πραγματικού διαθέσιμου κεφαλαίου, δεν απαιτείται εκ νέου αναζήτηση δικαιολογητικών.

Τι σημαίνει στην πράξη

Η έμμεση τεχνική ελέγχου ουσιαστικά επιχειρεί να δημιουργήσει μια «ταμειακή εικόνα» του φορολογουμένου.

Στο ένα σκέλος βρίσκονται τα χρήματα που μπήκαν στους λογαριασμούς και τα διαθέσιμα κεφάλαια, ενώ στο άλλο οι πληρωμές, οι αγορές και οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν είτε μέσω τραπεζών είτε με μετρητά.

Η διαφορά μεταξύ αυτών των δύο πλευρών συγκρίνεται με τα δηλωμένα εισοδήματα. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση και όσο λιγότερο τεκμηριωμένη είναι η προέλευσή της, τόσο αυξάνεται ο φορολογικός κίνδυνος.

Για τον λόγο αυτό, η τεκμηρίωση παλαιών αποταμιεύσεων, μεταφορών μεταξύ λογαριασμών, δανείων και λοιπών κινήσεων που δεν αποτελούν εισόδημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν ένας φορολογούμενος βρεθεί αντιμέτωπος με έλεγχο μέσω έμμεσων τεχνικών.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum